Συνεντεύξεις

Η Εκκλησία μας ήταν πάντα μαζί με το λαό

24 Οκτωβρίου 2008

Ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος, στο Β’ μέρος της συνέντευξής του στη «Σημερινή», μιλά για το ρόλο και την αποστολή της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο, για τη σχέση της Εκκλησίας με την πολιτική, τους νέους, το διαθρησκευτικό διάλογο μεταξύ των εκκλησιών και το «κοσμοσωτήριο μήνυμα της Ορθοδοξίας».

-Σε μια εποχή κοσμογονικών αλλαγών στην επιστήμη και στην τεχνολογία, ξεθεμελιώματος βασικών παραδοχών και αμφισβήτησης των κεντρικών αξιακών προσανατολισμών της κοινωνίας, αλλά και εμφάνισης, ταυτόχρονα, τεράστιων προβλημάτων, όπως η οικολογική καταστροφή του περιβάλλοντος, η φτώχια, η μετανάστευση, ο φανατισμός, η περιστολή ελευθεριών και κοινωνικών κατακτήσεων, η Εκκλησία πώς μπορεί ν’ αρθρώσει ένα λόγο καίριο, πειστικό και σύγχρονο, που να απαντά στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου;
-Μέσα στη θύελλα και την καταιγίδα των πραγμάτων που βιώνουμε σήμερα, η Εκκλησία είναι η ελπίδα του κόσμου. Και όσο πιο αυθεντική είναι, δηλ. πιο κοντά στην πηγή και την παράδοσή της, τόσο πιο πολύ… αναπαύει τον σύγχρονο άνθρωπο.
Η Εκκλησία έχει σταθερή και αμετάβλητη διδασκαλία, κι αυτό είναι που χρειάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Πώς μπορείς να πιστέψεις σε κάτι που μεταβάλλεται; Σε κάτι που είναι έτσι και αύριο αλλιώς. Χρειάζεσαι κάτι το νόμιμο, κάτι που το έχουν σφραγίσει οι αιώνες ότι είναι αληθές και επεκτείνεται στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό, πιστεύω πως σήμερα πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι ανακαλύπτουν την Ορθοδοξία, γίνονται συνειδητά μέλη της Εκκλησίας ή και μοναχοί, επειδή, ακριβώς, αναπαύονται, ξεκουράζονται, αισθάνονται την ασφάλεια που τους παρέχει η αμετάθετη προσήλωση της Εκκλησίας στην πορεία της. Το ζούμε καθημερινά αυτό, ως κληρικοί: Δηλαδή, την αναζήτηση των ανθρώπων και την προσφυγή τους εκεί όπου υπάρχει αυθεντικότητα και συμπόρευση όχι προς τα πίσω, αλλά συμπόρευση μαζί με τους πατέρες και την παράδοση…


Ζω καθημερινά την αναζήτηση


-Εννοείτε ότι ο λόγος της Εκκλησίας είναι εσαεί σύγχρονος και παροντικός…

-Προσωπικά βιώνω καθημερινά αυτήν την πραγματικότητα. Το έζησα από τότε που αποφάσισα να αφιερώσω τον εαυτό μου στον Θεό, στη νεανική μου ηλικία, αλλά και ως πνευματικός, ως εξομολόγος και ως Επίσκοπος. Ζω καθημερινά την αναζήτηση, αλλά και την ανάπαυση, ταυτόχρονα, των ανθρώπων, που ανακαλύπτουν το γεγονός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κι αυτό με κάνει να νιώθω πολύ ευεργετημένος από το Θεό, που είμαι ορθόδοξος χριστιανός.

Ο θεολογικός λόγος στην εποχή μας
-Ωστόσο, Πανιερότατε, παρατηρείτε, όντως, να αρθρώνεται ένας σύγχρονος θεολογικός λόγος απέναντι στα ζητήματα που εγείρουν, π.χ., οι πρόοδοι της σύγχρονης γενετικής και της βιοτεχνολογίας, ή υπάρχει ένα κενό στο λόγο της Εκκλησίας;

-Όχι, δεν υπάρχει κανένα κενό. Απλώς, η Εκκλησία αποφαίνεται Συνοδικά. Γνώμες, απόψεις, προβληματισμούς επί του θέματος, εκφράζουν πολλοί, μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Μην ξεχνάτε πως αυτά τα ζητήματα τώρα εμφανίζονται, όλοι είμαστε προβληματισμένοι και εκφέρουμε ο καθένας τη γνώμη μας. Επισήμως, όμως, η Εκκλησία θα αποφανθεί Συνοδικά, διά των Ιερών Συνόδων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Για όλα τα θέματα αυτά υπάρχουν τοποθετήσεις της Εκκλησίας, η οποία είναι ξεκάθαρη για όλα αυτά, και δεν έχει κανένα λόγο να φοβηθεί να εκφράσει την άποψή της. Γιατί, διαχρονικά, έχει αποδειχθεί ότι η Εκκλησία έχει τοποθετηθεί ορθά στα προβλήματα του ανθρώπου. Βεβαίως, προσωπικές τοποθετήσεις μπορούν να γίνονται, και αυτές μπορεί να είναι και ορθές και εσφαλμένες. Αλλά, όταν διερευνηθούν όλα τα δεδομένα ενός θέματος και διαμορφωθεί σφαιρικά μια άποψη, η Εκκλησία θα τοποθετηθεί Συνοδικά, πλέον, και τότε έχουμε αποφάσεις τελεσίδικες και μόνιμες.

Η παπική αντίληψη
-Το είδος της παρεμβατικής δράσης της Εκκλησίας, να συνδιαλέγεται με κοινωνικά κινήματα, να υποστηρίζει διεκδικήσεις κοινωνικού περιεχομένου, όπως έγινε με τη λεγόμενη Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Εκκλησία, η οποία πολεμήθηκε, βεβαίως, από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, πώς τη βλέπετε ως ιεράρχης;

– Μιλάτε για κινήματα που εμφανίστηκαν στους κόλπους των Ρωμαιοκαθολικών, και, εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η παπική αντίληψη περί πολλών πραγμάτων είναι τελείως διαφορετική από την ορθόδοξη. Οπόταν, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε γεγονότα που έγιναν εκεί, με τις δικές μας τοποθετήσεις. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν πάντα πολύ φιλάνθρωπη και πολύ διακριτική. Δεν είχαμε ποτέ επαναστάσεις κατά της Εκκλησίας, ούτε η ίδια συμπεριφερόταν κατά τρόπο δυναστικό, ως κοσμικό κράτος. Η Εκκλησία μας ήταν πάντα μαζί με το λαό, ο λαός ήταν η Εκκλησία, και το κράτος ήταν ένας άλλος χώρος, ενίοτε εχθρικός και ενίοτε φιλικός προς την Εκκλησία.


Η ορθόδοξη παράδοση

Η ορθόδοξη παράδοση, άρα, έχει άλλες προϋποθέσεις, και αντικρίζει τα εγκόσμια πράγματα ως παρερχόμενα. Εκείνο που ζητά δεν είναι να εγκαθιδρύσει τη Βασιλεία του Θεού στη Γη, αλλά τον κόσμο να τον οδηγήσει στη Βασιλεία του Θεού, γι’ αυτό εμείς ποτέ δεν είχαμε τάσεις να δημιουργήσουμε ένα θεοκρατικό πολίτευμα ή να μετατρέψουμε την Εκκλησία σε κράτος, όπως είναι π.χ. το Βατικανό. Δεν το αποδεχθήκαμε ποτέ αυτό, και το θεωρούμε μια τεράστια πλάνη των Ρωμαιοκαθολικών. Όπως είπε ο Χριστός, η Βασιλεία η εμή, ουκ εκ του κόσμου τούτου. Δεν μπορείς να ταυτιστείς με τον κόσμο αυτόν, ούτε η Εκκλησία είναι εκ των δεδομένων του κόσμου τούτου.


Η Εκκλησία έχει λόγο στα εθνικά θέματα
-Εν τοιαύτη περιπτώσει, θεωρείτε ότι η Εκκλησία νομιμοποιείται να παρεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα, εκφέροντας ένα δικό της λόγο που, ενίοτε, είναι και διαφορετικός από την κυρίαρχη, επίσημη πολιτική άποψη;

-Να σας πω. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να κάνουμε το διαχωρισμό μεταξύ Εκκλησίας και προσώπων. Εκκλησία είμαστε όλοι, την αποτελούμε όσοι είμαστε βαπτισμένοι χριστιανοί ορθόδοξοι. Σίγουρα, αφού ζούμε σε μια δημοκρατία, πρόσωπα της Εκκλησίας, όπως ο Αρχιεπίσκοπος ή οι Επίσκοποι, έχουν δικαίωμα να εκφράσουν την άποψή τους. Θα πει, βέβαια, κανείς, επειδή αυτός ο άνθρωπος έχει ένα εκκλησιαστικό αξίωμα, μπορεί να έχει τη δύναμη να επηρεάζει κάποιους ανθρώπους. Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και με όσους έχουν πολιτικά αξιώματα, οι οποίοι σαφώς και επηρεάζουν. Αλλά πρέπει να έχουμε την ωριμότητα, να επιτρέπουμε στον καθένα να εκφράσει τη γνώμη του, και να την επιτρέψουμε ή να την απορρίψουμε ανάλογα με την ελευθερία μας. Πώς να πεις, π.χ., σ’ έναν Αρχιεπίσκοπο να μη μιλά για τα εθνικά θέματα. Θα του στερήσουμε το δικαίωμα του λόγου γιατί είναι Αρχιεπίσκοπος; Όχι… Θα πει την άποψή του, και, μπορούμε, ελεύθερα, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είμαστε εχθροί ή αντίπαλοι. Κακό είναι να μας επιβάλει την άποψή του μέσω εκκλησιαστικών κανόνων, που δεν το κάνει. Το δικαίωμα, όμως, να μιλήσει, κάποιος, για την πατρίδα του, ως νόμιμος πολίτης του κράτους του, νομίζω ότι δεν αμφισβητείται. Έχουν όλοι αυτό το δικαίωμα.
-Σας προβληματίζει που διάφοροι ιεράρχες εκφέρουν, δημοσία, διαφορετικές και ενίοτε αντικρουόμενες προσεγγίσεις, για το εθνικό θέμα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται και η εικόνα ενός εσωτερικού διχασμού ή μιας πολυγλωσσίας;
-Δεν με προβληματίζει το γεγονός ότι υπάρχει μια ποικιλία απόψεων, μάλλον με χαροποιεί, γιατί μέσα από αυτήν τη διαφορετικότητα των γνωμών διεξάγεται ένας γόνιμος προβληματισμός, και βγαίνουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αλίμονο, να είχαμε για όλα τα ζητήματα, τις ίδιες απόψεις. Δεν έχουμε καθεστώς ολοκληρωτικό. Το πρόβλημα είναι ότι, όταν εκφράζονται δημοσία αυτές οι απόψεις, δημιουργείται μια εικόνα λανθασμένη, τη στιγμή που δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ιεραρχών. Αντίθετα, υπάρχει μια άνεση, μια αγάπη, και μια αλληλοκατανόηση μεταξύ τους.
Το γεγονός ότι ένας ιεράρχης εκφράζει μιαν άποψη που είναι διαφορετική από την άποψη ενός άλλου, δεν σημαίνει ότι υπάρχουν προβλήματα στις σχέσεις μας. Ο καθένας ασκεί την ελευθερία της σκέψης του, και ανάλογα με την εμπειρία και τη γνώση του, τοποθετείται. Ο προβληματισμός, αυτός, επαναλαμβάνω, είναι πολύ γόνιμος, γιατί δεν είμαστε αλάνθαστοι άνθρωποι, ούτε έχουμε, εκ των προτέρων, την αυθεντία σε ό,τι λέμε. Ακούγοντας μια διαφορετική άποψη ή μια κριτική, προβληματιζόμαστε περισσότερο και μπορούμε να συνθέσουμε τις απόψεις.


Η σχέση με τους νεους
-Γέροντα, σε όλη σχεδόν τη διακονία σας, είχατε αναπτύξει μια έντονη σχέση με τους νέους, επιδεικνύοντας μια ιδιαίτερη ευαισθησία για τα προβλήματά τους. Αυτή η επικοινωνία πώς εξελίσσεται σήμερα;

-Κοιτάξτε, όλες οι μητροπόλεις και όλοι επίσκοποι έχουν καλές σχέσεις με τους νέους ανθρώπους, και όχι μόνον. Εδώ στη Μητρόπολη Λεμεσού, προσπαθούμε, με τις πενιχρές μας δυνάμεις, να κάνουμε ό,τι μπορούμε. Έχουμε μεγάλη ανταπόκριση από τον κόσμο, πάρα πολλά νέα παιδιά μάς πλησιάζουν, πολλά, επίσης, παιδιά είναι μέσα στην Εκκλησία ως ζωντανά μέλη της, κι αυτό μας χαροποιεί. Βεβαίως, μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα. Αισθανόμαστε ότι αυτό δεν είναι όσα έπρεπε να κάνουμε. Όμως, από την άλλη, είναι αυτό που μπορούμε…

– Είναι θέμα οικονομικών πόρων ή ανθρώπινης συνέργειας;

– Όχι τόσο οικονομικών πόρων, όσο ανθρώπινου δυναμικού και συνέργειας. Άνθρωποι είμαστε, περιορισμένες δυνατότητες έχουμε, μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα…

Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν πολλές Εκκλησίες.
-Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται έντονα ο διαθρησκευτικός διάλογος μεταξύ των Εκκλησιών. Ειδικότερα, ο διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας βρίσκεται σ’ ένα πολύ εποικοδομητικό στάδιο, με τη συνάντηση, πέρυσι, στη Ραβένα, που απέδωσε ένα πολύ σημαντικό κείμενο, το οποίο σηματοδότησε την απάρνηση του πρωτείου από τους καθολικούς, ανοίγοντας το δρόμο για μια πιο ουσιαστική προσέγγιση. Ποια είναι η θέση σας επί του θέματος;

-Κατ’ αρχάς, να διαφωνήσω για το κείμενο της Ραβένας. Ουδόλως αποποιείται η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το πρωτείο, αλλά, κατά τη δική μου άποψη, όπως και πολλών που το μελέτησαν, μ’ έναν πολύ λεπτό και εύφημο τρόπο, μας οδηγεί προς την αναγνώριση του πρωτείου. Προσωπικά, εύχομαι και προσεύχομαι, κάποια μέρα, όλοι οι άνθρωποι να ενωθούν με την Αγία Εκκλησία του Χριστού μας και να γίνουν μέλη της Εκκλησίας. Αυτό, είναι ευχή όλης της Εκκλησίας. Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν πολλές Εκκλησίες. Για μένα, όπως καθημερινά λέμε στη θεία λειτουργία και στο βάπτισμά μας, η εκκλησία είναι μία, αγία, καθολική, αποστολική Εκκλησία. Κι αυτή η Εκκλησία, είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία.


Δεν είναι κακό

Το να διαλέγεσαι, όμως, με άλλες Ομολογίες και άλλες θρησκείες, αυτό δεν είναι κακό. Μπορούμε να διαλεγόμαστε, να έχουμε συνοδικές επαφές για θέματα που αφορούν τον κόσμο, την κοινωνία κτλ. Όμως, υπάρχουν και όρια που θέτουν οι ιεροί κανόνες, για συγκεκριμένους λόγους. Δεν επιτρέπεται να δίνουμε στον κόσμο την εντύπωση ότι οι άλλες Ομολογίες, τα άλλα Δόγματα και οι άλλες Θρησκείες είναι ένας άλλος δρόμος που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στον ίδιο Θεό. Αυτό φέρνει σύγχυση και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η Εκκλησία του Χριστού είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία και όποιος θέλει να γίνει μέλος της Εκκλησίας, δεν μπορεί παρά να ενταχθεί σ’ αυτήν. Βεβαίως, το Ευαγγέλιο κηρύσσει την αγάπη και την ελευθερία των ανθρώπων.

Σεβόμαστε τον άνθρωπο
Άρα, ως ορθόδοξοι χριστιανοί, σεβόμαστε κάθε άνθρωπο, κάθε θρησκεία, κάθε ιδεολογία. Ταυτόχρονα, όμως, είμαστε απόλυτοι στην πίστη μας, περί της μοναδικότητας του Χριστού, ως αληθινού Θεού και Σωτήρος του κόσμου, και της Εκκλησίας μας, ως της μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Πηγή: http://www.sigmalive.com/news/local/71718