Υπόθεση Μονής Βατοπαιδίου

Ι.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος

28 Οκτωβρίου 2008


ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Η Εκκλησία μιλάει στα παιδιά της με τη γλώσσα της Ευθύνης, της Αλήθειας και της Αγάπης.

Απρίλιος 1999, τεύχος 23

Οι προκαταλήψεις – Οι μύθοι – Η αλήθεια

Το θέμα της λεγόμενης «εκκλησιαστικής περιουσίας» απετέλεσε για πολλές δεκαετίες αφορμή να απασχοληθεί επί μακρόν η Κοινή Γνώμη, να γίνουν έντονες συζητήσεις μεταξύ εκπροσώπων Εκκλησίας και Πολιτείας, να ψηφισθούν νόμοι, να εξαφθεί η φαντασία των πολλών για δήθεν «αμύθητης αξίας» εκτάσεις Μονών και ευκαίρως-ακαίρως να ψέγεται η Εκκλησία πότε για «κατασπατάληση» και πότε για μη αξιοποίηση της περιουσίας της.

1) Ταιριάζει στην Εκκλησία να έχει περιουσία;… Από την ίδρυση της η Εκκλησία οργανώθηκε σε ένα σύνολο φυσικών προσώπων, τα όποια κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα είχαν το ότι ήταν βαπτισμένοι στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και πίστευαν στον Χριστό. Ως τέτοιο σύνολο, ήταν ικανή να αποκτήσει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Να οργανώσει το φιλανθρωπικό της έργο. Να μεριμνά για τους έχοντες ποικίλες πνευματικές αλλά και υλικές ανάγκες. Να ανεγείρει ναούς για την τέλεση της θείας λατρείας, κτίρια για τη στέγαση των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της, με μια λέξη να αποκτά περιουσία. Άλλοτε από δωρεές των μελών της, άλλοτε από αγορές. Έτσι σιγά σιγά η Εκκλησία (ναοί, μονές, επισκοπές, και μητροπόλεις, πανάγια προσκυνήματα κ.λπ.) απέκτησε την λεγόμενη «εκκλησιαστική περιουσία».

2) Νομική προστασία της εκκλησιαστικής περιουσίας. Η κινητή και η ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας ανέκαθεν απελάμβανε ένα καθεστώς πού είχε το στοιχείο του αναπαλλοτρίωτου. Οι Αποστολικές Διαταγές (Β’ 24), οι Αποστολικοί κανόνες (ΛΗ’, ΟΗ’), πολλοί κανόνες ιερών Συνόδων (ΙΕ’ Άγκυρας, ΚΔ’, ΚΕ’ Αντιοχείας, ΚΣΤ’, ΛΓ’ Καρθαγένης, ΚΔ’ Χαλκηδόνος, ΜΘ’ Τρούλλου, Γ Πρωτοδευτέρας κ.ά.) θεμελιώνουν το αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας «εις το διηνεκές», διότι την χαρακτηρίζουν πράγμα ιερό πού ανήκει στον Θεό. Καθόλη τη διάρκεια της ένδοξης Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ήδη από τους χρόνους του Ιουστινιανού (6ος αιώνας), απαγορευόταν η εκποίηση ακινήτων της Εκκλησίας, ιδίως των ευαγών ιδρυμάτων και των μονών της, καθώς και κάθε πράξη πού θα είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η αξία της ιδιοκτησίας αυτής, εκτός αν γινόταν για προφανές όφελος της, η από αδήριτη ανάγκη. Τα ανήκοντα στην Εκκλησία κινητά και ακίνητα χαρακτηρίζονταν «πράγματα αφιερωθέντα τω Θεώ», άρα «αναπόσπαστα», «α­ναφαίρετα», «αμείωτα». Αρχή πού, εκτός σπανίων εξαιρέσεων, έγινε σεβαστή και στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.

3) Μετά την απελευθέρωση και τη δημιουργία του ελληνικού Κράτους (1828), ενώ διατηρείται στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας η πίστη στο ιερό και αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας, με διάφορα νομοθετήματα επι­βάλλεται κατά καιρούς η αναγκαστική απαλ­λοτρίωση τμημάτων της:

α. Η Αντιβασιλεία του Οθωνος (αλλοεθνής και προτεσταντική), πιστεύοντας ότι η περιουσία της Εκκλησίας αποτελεί θησαυρό πού κληροδοτήθηκε από τους προγόνους στο ελληνικό Έθνος και λησμονώντας (;) την ανεκτίμητη προσφορά των ορθόδοξων Μοναστηριών στους παλαιότερους και τους ακόμα νωπούς τότε αγώνες της εθνικής Παλιγγενεσίας, με τα βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε τη διάλυση 416 Μοναστηριών και τη διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, με το πρόσχημα να συσταθεί το «Εκκλησιαστικό Ταμείο». Ήταν όμως τόσο κακή η σύσταση και οργάνωση του Ταμείου αυτού, ώστε το μόνο πού συνέβη ήταν η διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας και η πώληση -εκ μέρους επιτηδείων— ιερών σκευών και κειμηλίων στα παζάρια… Το 1836 η απαλλοτριωτική διάθεση της Αντιβασιλείας επεκτάθηκε και στην περιουσία των Μοναστηριών πού διατηρήθηκαν σε λειτουργία, «χάριν θεαρέστων έρ­γων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοερ­γών καταστημάτων». Έτσι απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά και άλλες μοναστηριακές εκτάσεις, ενώ σε όσες απέμειναν επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία.

β. Στη διάρκεια της β’ και γ’ δεκαετίας του 20οϋ αιώνος, μετά τους βαλκανικούς και τον α’ παγκόσμιο πόλεμο, κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), το ελληνικό Κράτος επέτεινε την απαλλοτριωτική του επιβολή σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 («αγροτικός νόμος») και άλλους μεταγενέστερους, απαλλοτριώ­θηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους «προφανούς ανάγκης και δημοσίας ασφαλείας». Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών, και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο 40.000.000 δρχ. Τα υπόλοιπα 960.000.000 οφείλονται ακόμα! Τα περισσότερα Μοναστήρια καταδικάστηκαν με τον τρόπο αυτό σε μαρασμό και λειψανδρία!

γ. Με τον κωδ. νόμο 4684/1931 «περί Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής περιουσίας», αποφασίστηκε από την Πολιτεία η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών, παρά τις επιφυλάξεις της Εκκλησίας. Ό,τι εισπράχθηκε από τη ρευστοποίηση, σχεδόν στό σύνολο του, εξανεμίσθηκε, όταν η εθνική μας οικονομία καταποντίστηκε εξαιτίας του β’ παγκόσμιου πολέμου και της ξενικής κατοχής (1940-44).

δ. Με την από 18.9.1952 «Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της …Εκκλησίας… προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων», η Εκκλησία της Ελλάδος υ­ποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος τα 4/5 (80%) της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της, με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δρχ. νέας (τότε) εκδόσεως. Στη Σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του Κράτους, ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη ατό μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της.

4) Άλλα, με σειρά διοικητικών μέτρων, το ελληνικό Κράτος δεν επέτρεψε στην Εκκλησία να αξιοποιήσει την περιουσία της,

ώστε να αναπτύξει ανάλογα το πνευματικό και φιλανθρωπικό της έργο: Άλλοτε αμφισβητώντας την κυριότητα, άλλοτε χαρακτηρίζοντας ως δασικές ή διακατεχόμενες τις μοναστηριακές εκτάσεις, στην ουσία οι κρατικές Υπηρεσίες εμπόδισαν και εμποδίζουν την Εκκλησία να αξιοποιήσει την περιουσία της, με αποτέλεσμα ο ελληνικός λαός να στερείται της δυνατότητας να δεχθεί την ευεργετική στοργή της πνευματικής Μητέρας του, η οποία, παρά ταύτα, λειτουργεί περισσότερα από 400 πάσης φύσεως φιλανθρωπικά Ιδρύματα! Από την άλλη μεριά καλλιεργείται συστηματικά η εντύπωση, ότι η Εκκλησία έχει στην κατοχή της αμύθητη περιουσία, την οποία δήθεν δεν αξιοποιεί για το καλό του λαού!

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;

Όταν το 1987 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1700/87 (νόμος Τρίτση), πού αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, δόθηκε η αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο «Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα» (περιοδικό «Εκκλησία», 1-15.4.1987, σσ. 254-55). Με αναμφισβήτητα στοιχεία, στηριγμένα σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα, πού εκδόθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (το 1986), αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν:

στο Δημόσιο 43.598.000 στρέμμ.

στην Τοπ. Αυτοδιοίκηση 15.553.200 »

στην Εκκλησία 1.292.300 »

στους Συνεταιρισμούς 1.098.400 »

Από αυτά τα 1.292.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικής εκτάσεις, τα 735.300 βοσκότοποι και μόνο τα 189.900 γεωργική (καλλιεργήσιμη) γη. Δηλαδή, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0,48% του συνόλου της γεωργικής γης της χώρας μας!

Και να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη δεκαετία 1974-83 «εγκαταλείπονται κάθε χρόνο από τους αγρότες και κτηνοτρόφους κατά μέσο όρο 162.400 στρέμ. αγροτικής γης» ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα. Το 1983 υπολογίστηκαν σε 4.380.000 στρέμματα οι εγκαταλειμμένες εκτάσεις αγροτικής γης (σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο της γης πού ανήκει στην Εκκλησία, ενώ σήμερα θα είναι ασφαλώς μεγαλύτερο το ποσοστό).

Παρά ταύτα, στα μάτια κάποιων και η εναπομείνασα περιουσία φαντάζει μεγάλη. Δεν λαμβάνεται, όμως, υπόψη ότι αυτή δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκ­κλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα κ.λπ.), το καθένα από τα οποία αγωνίζεται —μέσα από τον κυκεώνα των νομικών και διοικητικών δεσμεύσεων— να διαφυλάξει την κυριότητα και να αξιοποιήσει τα όσα του ανήκουν περιουσιακά στοιχεία, για το καλό του πληρώματος της Εκκλησίας.

Δηλαδή κάθε Μονή και κάθε ιερός Ναός, πού είναι ν.π.δ.δ., μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία πού έχουν, φροντίζοντας για την έντιμη διαχείριση της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις πού ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσον από την Εκκλησία, όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα). Έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία πού την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών. Σε δωρηθέντα ακίνητα της έχουν ανεγερθεί: η Ριζάρειος Σχολή, η Ακαδημία Αθηνών, το Αιγινήτειο Νοσοκομείο, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Σκοπευτήριο, το Πτωχοκομείο, η Μαράσλειος Ακαδημία, το Θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός», το Αρεταίειο Νοσοκομείο, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων, το Νοσοκομείο Παίδων, το Νοσοκομείο Συγγρού, το Λαϊκό Νοσοκομείο, η «Σωτηρία», το Ασκληπιείο Βούλας, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το ΠΙΚΠΑ Βούλας και πολλά άλλα.

Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παρεχώρησε η Εκκλησία, προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα, ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού.

Αυτή, εν συντομία, είναι η αλήθεια. Η Εκκλησία δικαιούται να έχει περιουσία, όπως δέχθηκαν με πληθώρα αποφάσεων τους όχι μόνο ελληνικά Δικαστήρια, αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία προσέφυγαν ορθόδοξες Μονές κατά του νόμου 1700/87. Και είναι σε θέση να την αξιοποιήσει επωφελώς για τον ελληνικό λαό, αρκεί να αφαιρεθούν τα νομικά και διοικητικά δεσμά πού της έχουν κατά καιρούς επιβληθεί.

«ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ». Έκδοση του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου δαπάναις του περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». Διανέμεται δωρεάν με τη φροντίδα των Ιερών Μητροπόλεων.

Τύποις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=283&Itemid=49