Υπόθεση Μονής Βατοπαιδίου

Σχέσεις αγγελικής πολιτείας και κοσμικής πολιτείας

29 Οκτωβρίου 2008

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σπάρτης κ. Ευσταθίου

Ο Μοναχισμός, ως διερχόμενος εκ του κόσμου έρχεται εις σχέσιν με τον κόσμον, την Πολιτείαν και τους λοιπούς θεσμούς. Η Πολιτεία και μάλιστα η σημερινή εκκοσμικευμένη ενδιαφέρεται μόνον δια τα γήϊνα, την κατά κόσμον ευημερίαν και την αύξησιν του κατα κεφαλήν εισοδήματος και λίαν συγκαταβατικώς δια την ευταξίαν της κοινωνίας. Ασκεί προς τούτο εξουσίαν κοσμικήν και θεσπίζει νόμους μεταξύ αυτών και εκείνους που ρυθμίζουν τας σχέσεις της με το αγγελοειδές Μοναχικόν Πολίτευμα.
Οι νόμοι αυτοί άλλοτε εκδίδονται κατ’ ευθείαν υπό της Πολιτείας και άλλοτε περιέχονται ως διατάξεις περί Μοναχισμού εις τον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας.
Αι σχέσεις των δύο φορέων επηρεάζονται καθοριστικά από τας σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Όταν υπάρχουν σχέσεις συναλληλίας αι Ιεραί Μοναί δεν παρακωλύονται εις την ζωήν των, υπό της Πολιτείας, αλλά πολλάκις ενισχύονται οικονομικώς και προστατεύονται από τους επιβουλευομένους αυτάς ανθρώπους, ως οι καταπατηταί μοναστηριακών κτημάτων. Σοβαρόν πρόβλημα υπάρχει όπου η Πολιτεία διάκειται δυσμενώς προς την Εκκλησίαν και αι σχέσεις των κλιμακώνονται από δυσμενούς χωρισμού, μέχρις εχθρότητος. Εις την περίπτωσιν αυτήν η Μοναχική Πολιτεία υποφέρει και οι Μοναχοί υφίστανται διώξεις, φυλακίσεις, εξορίας, ενώ αι Ιεραί Μοναί διαλύονται…
Εις την χώραν μας μέχρι αυτήν την ώραν, διότι ουδείς γνωρίζει τι τέξεται η επιούσα, η στάσις της Πολιτείας έναντι του μοναχισμού είναι αμφίλογος. Άλλοτε θετική (πολλαί Μοναί βοηθούνται οικονομικώς, οι μοναχοί απαλλάσσονται των στρατιωτικών των υποχρεώσεων) και άλλοτε αρνητική ( Νόμος 1700/87, ο οποίος εδήμευσε ουσιαστικώς την Μοναστηριακήν περιουσίαν μέχρι και αυτών των αυλών των Ιερών Μονών). Η αμφίλογος αυτή στάσις της συγχρόνου Πολιτείας πρός τον Μοναχισμόν οφείλεται εις το ότι οι κατά καιρούς κυβερνώντες δεν έχουν σταθεράν γραμμήν έναντι της ελληνορθοδόξου Παραδόσεως του Γένους μας και αυτή η έλλειψις έχει σχέσιν με τα ορθόδοξα ή μη βιώματά των.
Μία σύντομος ιστορική αναδρομή εν προκειμένω εις αυτάς τας σχέσεις, θεωρείται απαραίτητος διά την εν συνεχεία διατύπωσιν των προτάσεών μας.
Η αναδρομή αυτή δύναται να παράσχη πληροφορίας περί των υγιών θεολογικώς και πνευματικώς κριτηρίων βάσει των οποίων και παλαιότερον η Εκκλησία εβοήθησε και σήμερον καλείται και υποχρεούται να βοηθήση τον Μοναχισμόν εις την επίτευξιν του σκοπού του.
Είναι γνωστή η πνευματική ακμή του Μοναχισμού, κατά τους χρόνους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η αγιότης των μεγάλων πατέρων της ερήμου ήτο ισχυρόν κίνητρον δια τον λαόν και τους άρχοντας να σέβωνται και να στηρίζουν τον Μοναχισμόν. Συχνά και αυτοί οι άρχοντες απετάσσοντο τον κόσμον και εγίνοντο Μοναχοί. Πολλαί είναι καθ’ άπασαν την Ορθοδοξίαν, αι Μοναί, τας οποίας έκτιζον οι αυτοκράτορες. Ο λαός έδειχνε βαθείαν ευλάβειαν εις τους Μοναχούς ενώ Επίσκοποι περιέβαλλον με ιδιαιτέραν τιμήν αυτούς αναγνωρίζοντες το υψηλόν και υπερέχον της αγγελοειδούς πολιτείας. Ήτο επομένως αυτονόητος η θερμή υποστήριξις του Μοναχικού Πολιτεύματος υπό των κοσμικών αρχόντων και της Εκκλησιαστικής αρχής.
Η Εκκλησία καθώρισε διά των Ιερών Κανόνων της την εκκλησιολογικήν ταυτότητα του Μοναχικού Πολιτεύματος και τους όρους ασφαλούς και σωτηριώδους μοναχικής βιοτής…
Η Πολιτεία περιέβαλε με νομικόν κύρος τους Ιερούς Κανόνας. « Θεσπίζομεν τοίνυν τάξιν νόμων επέχειν τους αγίους εκκλησιαστικούς κανόνας τους υπό των αγίων επτά συνόδων εκτεθέντας ή βεβαιωθέντας». Επί πλέον εξέδωσε αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα και εθέσπισε διατάξεις διά των οποίων κατωχύρωσε το νομικόν καθεστώς των Μοναστηρίων.
Καθ’ όλους αυτούς τους αιώνας αν εξαιρέση κανείς την περίοδον της Εικονομαχίας, δύναται να είπη, ότι η στάσις της Πολιτείας έναντι των Ιερών Μονών ήτο ευνοϊκή και ευεργετική τουλάχιστον νομοκανονικώς. Κύρια αιτία της στάσεως αυτής ήτο η αγιότητα των Μοναχών και η ευλάβεια των αρχόντων αντανακλούσα βεβαίως την ευσέβειαν του λαού και η θεολογικώς ορθή θεώρησις του Μοναχισμού εκ μέρους των επισκόπων της Εκκλησίας.
Πηγή δικαίου, κατά την ανωτέρω μακράν περίοδον ήτο το Ιερόν Ευαγγέλιον, οι Ιεροί Κανόνες και το εκχριστιανισθέν ελληνορωμαϊκόν δίκαιον. Επιβουλαί, κατά της Μοναχικής Πολιτείας προήρχοντο συνήθως, διά λόγους πίστεως εκ μέρους των ειδωλολατρών κατ’ αρχήν ή των αιρετικών κατόπιν βασιλέων. Η άμυνα των Μοναχών συνίστατο εις την ομολογίαν της Πίστεως, ακόμη και επί υλική ζημία των Μοναστηρίων (Θεόδ. Στουδίτης).
Υπό το αυτό σχεδόν νομοκανονικόν καθεστώς επεβίωσεν ο Μοναχισμός και κατά τούς χρόνους της Οθωμανικής δουλείας χάρις εις τα προνόμια του κατακτητού προς την Εκκλησίαν. Παρά τας συνήθεις τυραννικάς αρπαγάς, κατά την διάρκειαν της τουρκοκρατίας, γεγονός το οποίον ουδέποτε έλαβεν νομικήν μορφήν, γενικώς οι αλλόθρησκοι εσεβάσθηκαν την Ιερότητα των Μονών και πολλάκις οι ηγεμόνες εδώριζαν εκτάσεις γης και άλλα υλικά αφιερώματα ή απήλλασσον αυτάς της φορολογίας.
Οι χριστιανοί εξ άλλου ζώντες μεταξύ μουσουλμάνων, διετήρησαν το ιδιαίτερον αυτών πολιτιστικόν και θρησκευτικόν περιβάλλον ( την Ορθόδοξον Εκκλησίαν), καθώς και τους Ιερούς Κανόνας ως πηγήν δικαίου. Όμως αι φιλοσοφικαί διεργασίαι εις την Ευρώπην την ιδίαν εποχήν, εγέννησαν νέαν φιλοσοφίαν περί δικαίου η οποία ήρχισε να εισάγεται εις τον ελληνικόν χώρον διά των Ελλήνων διαφωτιστών ( Κοραή κλπ.) και να εφαρμόζεται διά των πολιτειακών αρχόντων του νεοσυστάτου ελληνικού κράτους. Γενικώς το νέον περί δικαίου πνεύμα επηρέασε σοβαρώς και πρωτίστως τας σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Εις την πρώτην φάσιν αυτής της περιόδου (1833-1844) επεκράτησεν η άκρατος πολιτειοκρατία, η οποία και επέβαλε δυναστικώς το αυτοκέφαλον εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος.
Παρά την, διά ποικίλους λόγους, σταδιακήν βελτίωσιν της έναντι της Εκκλησίας στάσεως της Πολιτείας, η πολιτειοκρατία συνέχισε να υπάρχη εις τάς σχέσεις των, εις την διαφορετικήν κατά περιόδους έντασιν και σοβαρότητα (1852 Βασιλικός Επίτροπος εις την Ι. Σύνοδον και νόμοι Σ΄ και ΣΑ΄ 1930: ρευστοποίησις εκκλησιαστικής περιουσίας). Τα προβλήματα που ανεφύοντο συνήθως ελύοντο επί ζημία της Εκκλησίας και συχνά του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των Μονών.
Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τας οποίας αι Ιεραί Μοναί προσεφέρθησαν να εξυπηρετήσουν τας πραγματικάς ανάγκας της ελληνικής κοινωνίας. Η παραχώρησις κτημάτων διά την αποκατάστασιν των προσφύγων εκ της Μικράς Ασίας, αποτελεί δείγμα προθυμίας των Μονών να φανούν αρωγοί εις το κοινωνικόν πρόγραμμα της Πολιτείας. Ημπορεί μάλιστα να λεχθή, ότι αι πράξεις αυταί αποτελούν συνέχειαν των ηρωϊκών θυσιών των Μοναστηρίων της τουρκοκρατουμένης Ελλάδος χάριν της απελευθερώσεως του Γένους.
Υπήρξαν όμως περίοδοι, κατά τας οποίας αι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας έλαβον χαρακτήρα ωμής επεμβάσεως της Πολιτείας εις τα Εκκλησιαστικά πράγματα. Δέν είναι παράδοξον ότι η τοιαύτη επέμβασις διά του διαβοήτου νόμου 1700/87 εχαρακτηρίσθη διωγμός κατά της Εκκλησίας.
Η θέσις της Ιεραρχίας ήτο δεινή. Προκειμένου να περισώση το μείζον, την διοικητικήν της ανεξαρτησίαν από τον Καίσαρα, απεδέχθη να προβή εις την παραχώρησιν της Μοναστηριακής περουσίας έναντι ανταλλαγμάτων. Η συμφωνία εις την οποίαν συνεβλήθησαν πολλαί Μοναί εφηρμόσθη διά του νόμου 1811/88 και μεγάλαι εκτάσεις γης περιήλθον εις το Ελληνικόν Δημόσιον. Ωρισμέναι Μοναί δεν συνεβλήθησαν εις την εν λόγω συμφωνίαν, προσέφυγον εις τα ευρωπαϊκά δικαστήρια με αποτέλεσμα να δικαιωθούν και να υποχρεωθή τον το Ελληνικόν Δημόσιον να αποζημιώση αυτάς.

Απόσπασμα της Εισηγήσεως με θέμα: ΑΓΓΕΛΙΚΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ σ. 280-283 από τον Τόμο: Ο ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΕΛΠΙΔΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΗΣ 3ης ΧΙΛΙΕΤΊΑΣ. ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ – ΑΓΙΑ ΜΕΤΕΩΡΑ 12-14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2000- ΑΘΗΝΑ 2003.

Βιογραφικό: http://www.egolpio.com/PLOUTOS_ORTHOD/mhtropoliths_sparths.htm