Υπόθεση Μονής Βατοπαιδίου

Εκκλησιαστική περιουσία, κοινωνικό κράτος και η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση

21 Ιανουαρίου 2009

bursaΔημήτριος Τσομώκος
Καθηγητής Χρηματοοικονομικών Πανεπιστημίου Οξφόρδης

Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση απλώνεται από χώρα σε χώρα, από ήπειρο σε ήπειρο. Οι πρώτες επώδυνες συνέπειες όπως η αύξηση της ανεργείας και της υποαπασχόλησης, η επιβράδυνση της ανάπτυξης και οι αυξανόμενες χρεωκοπίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων αποτελούν πλέον πραγματικότητα. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν με συντονισμένες προσπάθειες να συγκρατήσουν την περαιτέρω επέκταση της κρίσης, αλλά και να περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Οι ελπίδες του κοινωνικού συνόλου βασίζονται στην αποτελεσματικότητα των μοχλών επίδρασης του κοινωνικού κράτους για την άμβλυνση των δυσάρεστων κοινωνικοοικονομικών συνεπειών. Αυτές οι ελπίδες με ωθούν να εξετάσω και να αναλύσω τη σχέση της εκκλησιαστικής περιουσίας με το κοινωνικό κράτος, αλλά και τον ενδεχόμενο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει.

Με γνώμονα την επιστημονική οικονομική ανάλυση θα παραθέσω το επιχειρήματα που στοιχειοθετούν τον κοινωνικό ρόλο που μπορεί και επιβάλλεται να εκπληρώσει η εκκλησιαστική περιουσία. Ιδιαίτερα μάλιστα, στη σημερινή συγκυρία, που λιθοβολείται με πρωτοφανή τρόπο, με αφορμή την Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου και τον καθηγούμενο Γέροντα Εφραίμ, όχι μόνο ολόκληρο το Άγιο Όρος, αλλά και ολόκληρη η Ελλαδική Εκκλησία και ο ρόλος της στην Ελληνική κοινωνία. Οι πρώτες παρενέργειες των διεθνών συνεπειών είναι ορατές.

Η κατακρεούργηση της παγκόσμιας θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς μας, αλλά και του γονιδιακού αποτυπώματος του Έθνους απαξιώνει τον Ελληνισμό, αλλά επίσης φαλκιδεύει την ύπαρξη των Ελληνικών φάρων της Ορθοδοξίας στην Κωνσταντινούπολη, τα Ιεροσόλυμα, την Αλεξάνδρεια και αλλού.

Θα ήθελα να αποφύγω τις αναφορές και κρίσεις σε πρόσωπα. Όσον αφορά τον Γέροντα Εφραίμ και τον πατέρα Αρσένιο δεν είμαι ικανός ούτε αρμόδιος να τους κρίνω. Μια μονοήμερη επίσκεψη στο Άγιο Όρος και την Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου αρκεί για να διαπιστωθεί το τεράστιο φιλανθρωπικό, κοινωνικό, πνευματικό, αλλά και αναστηλωτικό έργο που έχει επιτελεσθεί τα τελευταία χρόνια.

Η Εκκλησία και τα μοναστήρια αποτελούν Ν.Π.Δ.Δ. και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται από οικονομική άποψη ως δημόσια αγαθά , τα οποία ανήκουν στον Ελληνικό Λαό. Επομένως ο σκοπός τους είναι η αποτελεσματική εκπλήρωση του πνευματικού και του κοινωνικού τους έργου.

Το επιχείρημα ότι η εκκλησιαστική περιουσία πρέπει να διανεμηθεί στους Έλληνες πολίτες στερείται στοιχειώδους οικονομικής θεμελίωσης. Τα δημόσια αγαθά δεν χρήζουν ιδιωτικής εκμετάλλευσης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η διαχρονική επιβίωσή τους και η παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο. Ας αναλογιστούμε τι θα είχε απομείνει από την πολιτιστική μας κληρονομιά αν η Ακρόπολη ή η Ολυμπία είχαν επιδοθεί στους πολίτες μετά την απελευθέρωση. Ο ίδιος συλλογισμός ισχύει για τους Εθνικούς δρυμούς και το φυσικό περιβάλλον γενικότερα. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία έχει παραχωρηθεί στο λαό σε στιγμές Εθνικής ανάγκης (π.χ. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μικρασιατική Καταστροφή, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος).

Οι διαχειριστές οποιοδήποτε δημόσιου αγαθού είναι υποχρεωμένοι να διατηρήσουν και να προστατεύσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Ο πρόεδρος του “Χαμόγελου του Παιδιού” ή του “Ερυθρού Σταυρού” είναι υπεύθυνος για την διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων και των κληροδοτημάτων του φιλανθρωπικού ιδρύματος το οποίο διοικεί. Βέβαια, οι μη σύννομες πράξεις υπόκεινται στον έλεγχο των νόμων του Ελληνικού Κράτους.

Το σημαντικότερο, ίσως και ορθολογικότερο, επιχείρημα εναντίον της ύπαρξης εκκλησιαστικής περιουσίας είναι ότι είναι καταχρηστική στο πνευματικό έργο της Εκκλησίας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο όμως έγκειται και η ουσιαστική αλληλεπίδραση της πνευματικής δομής της Εκκλησίας και του φιλανθρωπικού της έργου. Παράλληλα, το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας συμπληρώνει το κοινωνικό κράτος και εστιάζεται σε κοινωνικές ομάδες που αυτό δεν ακουμπά. Για παράδειγμα, οι κρατικές υποτροφίες είναι λιγοστές, δεν αποφυλακίζονται χρεωμένοι συμπολίτες μας, δεν παρέχεται στέγη σε φτωχούς, ούτε εξασφαλίζεται η σήτιση όλων των απόρων στη χώρα μας. Σε αυτούς ακριβώς τους τομείς το εκτεταμένο δίκτυο των μοναστηριών και των τοπικών εκκλησιών μπορεί να προσφέρει αποφασιστικά και να λειτουργήσει συμπληρωματικά με την πολιτεία.

Η τελευταία θετική, αλλά και εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, εξωτερική οικονομία που προσφέρει η πνευματική δράση της Εκκλησίας είναι η διατήρηση του πολιτιστικού γονιδιακού αποτυπώματος και του αξιακού συστήματος του λαού μας. Αυτή επιτυγχάνεται όχι μόνο από τη λειτουργική ζωή, αλλά και από συνέδρια, σεμινάρια, ομιλίες και εκδόσεις. Το σημερινό κοινωνικό γίγνεσθαι χαρακτηρίζεται από σύγχυση και η απληστία αποδομεί την παγμόσμια οικονομία. Η άρνηση του δικαιώματος ενός φιλανθρωπικού θεσμού να εκφέρει πνευματική άποψη ισοδυναμεί με μισαλλοδοξία και ουσιαστικά αποστερεί ακόμα και αυτό το δικαίωμα της ανεξιθρησκείας.

Η συστηματική αποδόμηση των ιδεωδών που αποτελούν τη διαχρονική δομή της ελληνικής κοινωνίας συντελείται με την ουσιαστική αποστέρηση του δικαιώματος πνευματικής και κοινωνικής παρέμβασης της Εκκλησίας. Η άρνηση του απολυτρωτικού ρόλου και της κοινωνικής προσφοράς της επιτελείται με τη διαρκή παραπληροφόρηση και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης με αντιδημοκρατικές μεθόδους, ιδιαίτερα μάλιστα η τεχνητή μετακύληση ενδεχομένων ευθυνών από την πολιτική καί κρατική εξουσία αποτέλεσε πάγια τακτική κατακτητών και διωκτών που αποσκοπούσαν στη διακοπή της παγκόσμιας προσφοράς του Ελληνισμού.

Η τυχόν ανατροπή ή απεμπόληση του ρόλου της εκκλησιαστικής και κοινωνικής προσφοράς ή του Χριστιανικού χαρακτήρα του Ελληνικού Έθνους δεν αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα ισχνών μειοψηφιών που προσομοιάζουν ολοκληρωτικές τακτικές. Το δικαίωμα αυτό ανήκει μόνο στον κυρίαρχο λαό που ελεύθερα και μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες αποφασίζει.

Πηγή: Ρεσάλτο τχ. 35 Ιανουάριος 2009