Συναξαριακές Μορφές

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ (1)

21 Φεβρουαρίου 2009

Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων

chora_lg

Ρίζα κάθε καλού έργου είναι η ελπίδα της αναστάσεως. Η προσδοκία της ανταποδόσεως παρακινεί την ψυχή στην αγαθοεργία. Ο εργάτης που ελπίζει στο μισθό των κόπων του, είναι πρόθυμος να υπομείνει κάθε δυσκολία. Ενώ όσοι κοπιάζουν χωρίς την ελπίδα της αμοιβής, γρήγορα εγκαταλείπουν το έργο τους. Ο στρατιώτης που προσδοκά να βραβευθεί, είναι ετοιμοπόλεμος. Κανείς όμως δεν προθυμοποιείται να διακινδυνεύσει για χάρη ασύνετου βασιλιά, που δεν επιβραβεύει τα κατορθώματα των στρατιωτών του.

Με παρόμοιο τρόπο και κάθε ψυχή, όταν πιστεύει στην ανάσταση και στη μέλλουσα ανταπόδοση, φροντίζει για τον εαυτό της. Ενώ όταν δεν πιστεύει στην ανάσταση και στη μέλλουσα κρίση, παραδίνεται στην αμαρτία και στην καταστροφή. Οποίος πιστεύει ότι το σώμα του θ’ αναστηθεί, δεν το μολύνει με ασέλγειες. Ενώ οποίος δεν πιστεύει στην ανάσταση, παραδίνεται στην αμαρτία και κακομεταχειρίζεται σαν ξένο το σώμα του. Είναι λοιπόν σημαντικό το δόγμα της Αγίας Εκκλησίας μας, που αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών. Είναι βασική διδασκαλία της Ορθοδοξίας μας. Και ενώ από πολλούς αμφισβητείται, από την αλήθεια επιβεβαιώνεται. Οι ειδωλολάτρες αμφισβητούν, οι Σαμαρείτες απιστούν, οι αιρετικοί διαστρεβλώνουν το δόγμα αυτό. Πολλές οι αντιρρήσεις. Μία όμως είναι η αλήθεια.

Μας λένε οι αρνητές: Πέθανε ο άνθρωπος και τάφηκε. Σάπισε στο χώμα και διαλύθηκε σε σκουλήκια. Τα σκουλήκια ψόφησαν κι αυτά. Το σώμα λοιπόν καταστράφηκε και αφανίστηκε. Πως θ’ αναστηθεί;

Μας λένε ακόμα: Όσοι ναυάγησαν, καταφαγώθηκαν από τα ψάρια, που κι αυτά καταφαγώθηκαν από άλλα. Όσοι πάλεψαν με θηρία, έγιναν τροφές σε αρκούδες και σε λιοντάρια, που έφαγαν ακόμα και τα κόκαλά τους. Οι γύπες και οι κόρακες, αφού έφαγαν τις σάρκες των εγκαταλειμμένων στο χώμα νεκρών, πέταξαν και σκορπίστηκαν μακριά. Πως λοιπόν θα συγκεντρωθούν πάλι τα μέλη του σώματος;

Συμβαίνει μάλιστα τα αρπακτικά πουλιά, που τα έφαγαν, να θανατωθούν μακριά, άλλο στις Ινδίες, άλλο στην Περσία κι άλλο στην Ευρώπη. Πώς, τέλος, θα συναρμολογηθούν τα σώματα εκείνων που κάηκαν και που ο άνεμος ή η βροχή διασκόρπισε ακόμα και τη στάχτη τους; Σε όλα αυτά θ’ απαντήσουμε: Για σένα, τον μικρό κι αδύναμο άνθρωπο, απέχουν βέβαια πολύ οι Ινδίες από τη Γερμανία και η Ισπανία από την Περσία. Για τον Θεό όμως, που κρατάει στο χέρι Του ολόκληρη τη γη, όλα είναι κοντινά. Μην κατηγορείς λοιπόν τον Θεό, ξεκινώντας από τη δική σου αδυναμία, αλλά να συλλογίζεσαι τη δική Του παντοδυναμία.

Ο ήλιος, ένα μικρό κτίσμα μέσα στην απέραντη δημιουργία, θερμαίνει με τις ακτίνες του όλη τη γη· και ο αέρας, κτίσμα κι αυτό του Θεού, την περιβάλλει. Ο Θεός λοιπόν, που δημιούργησε και τον ήλιο και τον αέρα, βρίσκεται μακριά από μας;

Υπόθεσε ότι ανακατεύεις διαφορετικούς σπόρους και τους παίρνεις στη χούφτα σου. Είναι δύσκολο σ’ εσένα, τον άνθρωπο, να διακρίνεις τα διάφορα είδη και να τα χωρίσεις σε ομάδες; Όχι, βέβαια. Αν λοιπόν εσύ μπορείς να ξεχωρίσεις όσα βρίσκονται στο χέρι σου, ο Θεός άραγε δεν μπορεί να διακρίνει και να ξεχωρίσει όσα βρίσκονται στο δικό Του χέρι; Πρόσεξε κι ένα επιχείρημα, που αναφέρεται στη δικαιοσύνη. Έχεις διάφορους υπηρέτες. Απ’ αυτούς άλλοι είναι καλοί και άλλοι κακοί. Τιμάς εσύ τους καλούς και επιτιμάς τους κακούς. Κι αν είσαι δικαστής, επαινείς τους αγαθούς και τιμωρείς τους παράνομους.

Αν λοιπόν εσύ, που είσαι θνητός άνθρωπος, απονέμεις δικαιοσύνη, ο Θεός, ο αθάνατος Βασιλιάς των όλων, δεν θα απονέμει δικαιοσύνη; Αν όμως δεν υπάρχει μέλλουσα κρίση, σε ρωτάω: Που βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού, εφόσον πολλοί ληστές πέθαναν ατιμώρητοι; Πολλές φορές μάλιστα ένας ληστής που έκανε πενήντα φόνους, τιμωρείται για τον ένα. Που λοιπόν θα τιμωρηθεί για τους υπόλοιπους σαράντα εννέα; Βλέπεις ότι, αν δεν υπάρχει μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση, κατηγορείς τη δικαιοσύνη του Θεού. Και μην παραξενεύεσαι για την αναβολή της μελλοντικής κρίσεως. Να σκέφτεσαι, ότι κάθε αγωνιστής στεφανώνεται η ντροπιάζεται μετά τον αγώνα. Ποτέ ο αγωνοθέτης δεν βραβεύει τους αγωνιστές, όσο αγωνίζονται ακόμα. Αλλά περιμένει το τέλος του αγώνα και, μετά από εξέταση, προσφέρει τα βραβεία και τα στεφάνια. Έτσι και ο Θεός, όσο διαρκεί ο αγώνας στη ζωή αυτή, πάντα προσφέρει μια μερική βοήθεια στους δικαίους· μετά το θάνατο όμως, τους δίνει ακέραιο το μισθό. Αν δεν πιστεύεις στην ανάσταση των νεκρών, γιατί καταδικάζεις τους τυμβωρύχους; Αν έλιωσε το σώμα και δεν υπάρχει ελπίδα αναστάσεως, τότε γιατί τιμωρείται ο τυμβωρύχος; Βλέπεις ότι κι αν αρνείσαι με τα χείλη, μέσα σου μένει ακέραιη η πεποίθηση στην ανάσταση.

Ένα δέντρο που κόπηκε, ξαναβλαστάνει και ανθοφορεί. Το ίδιο δεν μπορεί να συμβεί και στον άνθρωπο; Τα σπαρτά που φυτεύθηκαν και θερίστηκαν, μένουν στ’ αλώνια. Το ίδιο δεν μπορεί να συμβεί και στον άνθρωπο, που θερίζεται από τον κόσμο αυτό; Τα κλήματα του αμπελιού και τα κλαδιά των άλλων δέντρων, αφού ολότελα κοπούν και μεταφυτευθούν, ζωογονούνται και καρποφορούν. Ο άνθρωπος λοιπόν, για τον οποίο εκείνα δημιουργήθηκαν, αφού πέσει στη γη, δεν είναι δυνατό ν’ αναστηθεί; Τι είναι πιο εύκολο, να δημιουργήσει κανείς από την αρχή ένα άγαλμα ή να ξαναπλάσει στο ίδιο σχήμα αυτό που έπεσε κι έσπασε; Ο Θεός λοιπόν, που από το μηδέν μας έπλασε, δεν είναι δυνατό ν’ αναστήσει πάλι αυτούς που έζησαν και πέθαναν;

Εξακολουθείς ν’ απιστείς σε όσα έχουν γραφτεί για την ανάσταση; Δες τη φυσική δημιουργία και παρατήρησε τα φαινόμενα που μέχρι σήμερα συμβαίνουν: Σπέρνεται το σιτάρι η οποιοδήποτε άλλο σπαρτό. Ο σπόρος πέφτει στη γη και μοιάζει να πεθαίνει. Σαπίζει και αχρηστεύεται σαν τροφή. Όμως ο σαπισμένος σπόρος ανασταίνεται χλοερός, ανασταίνεται ωραιότατος. Το σιτάρι αυτό, καθώς και τ’ άλλα σπαρτά, έγινε για μας. Δεν έγινε για τον εαυτό του. Εφόσον λοιπόν εκείνα, που δημιουργήθηκαν για μας, ζωοποιούνται πάλι, αφού νεκρωθούν, εμείς οι ίδιοι, για τους οποίους εκείνα πλάστηκαν, δεν είναι δυνατό ν’ αναστηθούμε μετά το θάνατο μας; Το χειμώνα τα δέντρα εμφανίζονται σαν νεκρά. Που είναι τα φύλλα της συκιάς; Που είναι τα σταφύλια στο αμπέλι; Το χειμώνα φαίνονται όλα νεκρά. Την άνοιξη όμως όλα εμφανίζονται χλοερά. Και όταν φτάσει ο κατάλληλος καιρός, τότε από το θάνατο γεννιέται η ζωή. Γνωρίζοντας ο Θεός την απιστία σου, σου εμφανίζει κάθε χρόνο την ανάσταση με τα φαινόμενα αυτά. Έτσι, βλέποντας όσα συμβαίνουν στ’ άψυχα, να πειστείς για όσα συμβαίνουν στα έμψυχα.

Πριν από εκατό η διακόσια χρόνια, όλοι εμείς που ήμασταν; Δεν γνωρίζουμε τον τρόπο δημιουργίας του ανθρώπινου σώματος; Δεν γνωρίζεις ότι από απλή και ασθενική και ασχημάτιστη ύλη γεννιόμαστε; Και απ’ αυτή την απλή και ασθενική ύλη σχηματίζεται και το ανθρώπινο σώμα και αποκτά δύναμη στα νεύρα, λάμψη στα μάτια, όσφρηση στη μύτη, ακοή στ’ αυτιά, ομιλία στη γλώσσα, παλμούς στην καρδιά, εργασία στα χέρια, οδοιπορία στα πόδια και κάθε άλλο χαρακτηριστικό των μελών. Η ασθενική εκείνη ύλη μεταβάλλεται σε ναυπηγό η οικοδόμο η αρχιτέκτονα η εργάτη η στρατιώτη η άρχοντα η νομοθέτη η βασιλιά. Αφού λοιπόν με ευτελή υλικά μας έπλασε ο Θεός, δεν θα μπορεί να μας αναστήσει, όταν πεθάνουμε; Αυτός που την τόσο τιποτένια ύλη μετέβαλε σε ανθρώπινο σώμα, δεν θα μπορέσει πάλι να το αναστήσει, όταν νεκρωθεί; Αυτός που από την ανυπαρξία έφερε την ύπαρξη, δεν θα μπορέσει να αναστήσει το δημιούργημά του; Πάρε κι από τον έναστρο ουρανό μιαν ολοφάνερη απόδειξη, ότι είναι δυνατή η ανάσταση των νεκρών. Ένα ουράνιο φαινόμενο που επαναλαμβάνεται κάθε μήνα: Η σελήνη φαίνεται να λιγοστεύει, να μικραίνει τόσο πολύ, που να μην τη βλέπουμε καθόλου. Πάλι όμως εμφανίζεται, μεγαλώνει και παίρνει το προηγούμενο της μέγεθος. Και μάλιστα, για να είναι πληρέστερο το παράδειγμα, κατά καιρούς έχουμε εκλείψεις σελήνης και εναλλαγές στη φωτεινότητά της, μέχρι που γίνεται κατακόκκινη σαν αίμα, για να μην απιστείς στην ανάσταση των νεκρών, εσύ, που κατασκευάστηκες από αίμα, αλλά, βλέποντας στη σελήνη την εναλλαγή, να πιστέψεις ότι το ίδιο μπορεί να γίνει και σ’ εσένα.

Αυτές τις αποδείξεις μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει, όταν συζητάει με άπιστους ειδωλολάτρες. Αφού αυτοί δεν παραδέχονται την Αγία Γραφή, πολέμησέ τους με όπλα άγραφα, δηλαδή με συλλογισμούς και παραδείγματα από τη φύση. Οι άθεοι αυτοί δεν έχουν ιδέα για το νόμο του Μωυσή, για τις προφητείες του Ησαΐα, για τα ευαγγέλια, για τις επιστολές του Παύλου. Ας δούμε τώρα πως θ’ αντιμετωπίσουμε τους Σαμαρείτες. Αυτοί δέχονται το νόμο του Μωυσή, δεν αναγνωρίζουν όμως τους Προφήτες. Πως λοιπόν θα τους πείσουμε για την ανάσταση των νεκρών; Ας χρησιμοποιήσουμε τα κείμενα που παραδέχονται. Λέει ο Θεός στον Μωυσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ» (Έξοδος 3:6). Οπωσδήποτε με τα λόγια αυτά αναγνωρίζει, ότι ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ δεν εξαφανίστηκαν, αλλά υπάρχουν. Γιατί αν δεν υπήρχαν, ο Θεός θα ήταν Θεός όντων ανύπαρκτων. Ποιος όμως βασιλιάς είπε ότι είναι βασιλιάς στρατιωτών ανύπαρκτων; Ποιος ακόμα πλούσιος δηλώνει πλούτη που δεν έχει; Πρέπει επομένως να υπάρχουν και ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ. Έτσι μόνο ο Θεός θα είναι Θεός ζωντανών. Γιατί δεν είπε «ήμουν κάποτε Θεός τους», αλλά «είμαι Θεός τους».

Αλλά έχουν αντιρρήσεις και σ’ αυτό το σημείο οι Σαμαρείτες. Ισχυρίζονται, ότι μπορεί να ζουν οι ψυχές του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, τα σώματά τους όμως δεν είναι δυνατό ν’ αναστηθούν.

Θα τους πούμε: Το ραβδί του δικαίου Μωυσή ήταν δυνατό να μεταβληθεί σε φίδι (Έξοδος 4:2-3). Τα σώματα των δικαίων δεν μπορούν να ζήσουν και ν’ αναστηθούν; Η πρώτη μεταβολή, που είναι αφύσικη, πραγματοποιήθηκε. Η δεύτερη, που είναι σύμφωνη με τη φύση, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί; Το ραβδί επίσης του Ααρών, αφού κόπηκε και νεκρώθηκε, χωρίς ίχνος νερού βλάστησε (Αρ. 17: 23). Και τούτο, ενώ ήταν μέσα σε σπίτι. Μολαταύτα, βλάστησε σαν να ήταν σε αγρό. Και ενώ βρισκόταν σε ξερό περιβάλλον, μέσα σε μια νύχτα καρποφόρησε σαν τα δένδρα που για πολλά χρόνια ποτίζονται.

Το ραβδί λοιπόν του Ααρών αναστήθηκε. Ο ίδιος ο Ααρών δεν θ’ αναστηθεί; Και ο Θεός που θαυματούργησε σ’ ένα ξύλο, για να του χαρίσει την αρχιερωσύνη, δεν θα θαυματουργήσει στον ίδιο τον Ααρών, για να του χαρίσει την ανάσταση;

Η γυναίκα του Λωτ έγινε στήλη από αλάτι (Γεν. 19:26). Η σάρκα μεταβλήθηκε σε αλάτι. Η νεκρή σάρκα δεν μπορεί να ξαναγίνει σάρκα ζωντανή; Και αν η γυναίκα του Λωτ μεταβλήθηκε σε στήλη από αλάτι, η γυναίκα του Αβραάμ δεν είναι δυνατό ν’ αναστηθεί; Με ποια δύναμη έγινε η μεταβολή του χρώματος στο χέρι του Μωυσή, που άσπρισε σαν το χιόνι κι έπειτα πάλι άλλαξε; Οπωσδήποτε με θείο πρόσταγμα (Έξοδος 4:6-7). Αν λοιπόν τότε το πρόσταγμα είχε δύναμη για τέτοιες μεταβολές, τώρα δεν έχει;

Συνεχίζεται…

( Από φυλλάδιο έκδοσης Ι. Μ. Παρακλήτου)