adam

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
Λόγος περί της εξορίας του Αδάμ.
…….. Διότι εάν δεν παρέβαινε την εντολή του Δεσπότου, δεν θα έχανε αυτήν την Βασιλεία, δεν θα στερούσε τον εαυτόν του από την δόξα του Θεού. Επειδή όμως το έκανε αυτό, δικαίως εκδιώχθηκε, εξορίστηκε, έζησε και πέθανε.

Και θα σας πω ένα πράγμα που νομίζω κανένας δεν το αποκάλυψε με σαφήνεια, αλλά ειπώθηκε συνεσκιασμένα. Ποιό; Άκουσε τη Θεία Γραφή που λέει: «Και είπεν ο Θεός τω Αδάμ-μετα την παράβαση- Αδάμ που ει;». Γιατί το είπε αυτό, ο Δημιουργός του παντός; Οπωσδήποτε θέλοντας να τον φέρει σε συναίσθηση και καλώντας τον σε μετάνοια, λέει «Αδάμ που είσαι;». Εξέτασε τον εαυτόν σου, διαπίστωσε τη γύμνωση σου! Κοίταξε ποιο ένδυμα, ποια δόξα στερήθηκες. «Αδάμ που είσαι;». Σαν να τον παρακαλεί και να του λέει: « Σύνελθε, ταπεινέ, άφησε τον τόπο που είσαι κρυμμένος. Από εμένα νομίζεις ότι κρύβεσαι; Πές, «Ήμαρτον!». Αλλά δεν το λέει ή μάλλον εγώ ο άθλιος δεν το λέω, διότι δικό μου είναι το πάθος! Αλλά τι λέει; « Της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και έγνων (κατάλαβα) ότι γυμνός ειμί και εκρύβην». Τι του απάντησε ο Θεός; «Και τις ανήγγειλε σοι ότι γυμνός ει, ει μη εκ του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι ( σου έδωσα εντολή) τούτου μόνου μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Βλέπεις, αγαπητέ, μακροθυμία Θεού; Διότι όταν είπε: «Αδάμ, που ει;» και εκείνος δεν ομολόγησε αμέσως την αμαρτία, αλλά είπε «της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην», ο Θεός δεν οργίστηκε, δεν τον αποστράφηκε αμέσως και οριστικά, αλλά του δίνει την ευκαιρία να απαντήσει και δεύτερη φορά, και λέει : «τις ανήγγειλε σοι ότι γυμνός ει, ει μη εκ του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Πρόσεξε βάθος λόγων της σοφίας του Θεού: « Γιατί λές, ότι είσαι γυμνός,κρύβεις όμως την αμαρτία σου; Μήπως νομίζεις ότι μόνο το σώμα σου βλέπω και δεν βλέπω την καρδιά και τους λογισμούς σου;». Διότι ο Αδάμ επειδή απατήθηκε, ήλπιζε ότι ο Θεός δεν γνώριζε την αμαρτία του και έλεγε μέσα του κάπως έτσι: «εάν πω ότι είμαι γυμνός, τότε επειδή ο Θεός δεν γνωρίζει, θα μου πει: και γιατί είσαι γυμνός; Τότε εγώ θα του απαντήσω αρνητικά και θα του πω: Δεν γνωρίζω, και έτσι θα του διαφύγω και θα απολαύσω πάλι την πρώτη μου στολή. Ειδεμή, τουλάχιστον δεν θα με εκδιώξει, δεν θα με εξορίσει!». Ενώ αυτά συλλογιζόταν- όπως και σήμερα κάνουν πολλοί και πρώτος εγώ ο ίδιος, και κρύβουν τα αμαρτήματά τους- ο Θεός, επειδή δεν ήθελε να πολλαπλασιάσει το κρίμα του, λέει: «Και από που έμαθες ότι είσαι γυμνός; Εκτός αν έφαγες από τον καρπό, που σου έδωσα εντολή να μήν φάς». Σαν να λέει. « Πράγματι, νομίζεις, ότι κρύβεσαι από μένα; Δεν ξέρω εγώ τι έκανες; Δεν λες «Ήμαρτον»; Πές φτωχέ: Ναι, αλήθεια, Κύριε, παρέβηκα την εντολή σου, έφταιξα ακούοντας τη συμβουλή της γυναίκας, έσφαλα πολύ ακολουθώντας το λόγο της και παρακούοντας τον δικό σου, ελέησον με! Αλλά δεν το λέει αυτό, δεν ταπεινώνεται· νεύρο από σίδερο ο αυχένας της καρδιάς του- όπως ακριβώς είναι ο δικός μου, του αθλίου. Διότι εάν το έλεγε αυτό, θα έμενε στον Παράδεισο και όλον εκείνο τον κύκλο των μυρίων κακών που υπέστη, όταν εξωρίστηκε και έμεινε κάτω στον Άδη τόσους αιώνες, θα τον είχε αποφύγει τότε με ένα μόνο λόγο.

Αυτό είναι λοιπόν εκείνο για το οποίο έχω υποσχεθεί να μιλήσω· και άκουσε τη συνέχεια για να μάθεις ότι τα λόγια μου είναι αληθινά. Είπε ο Θεός στον Αδάμ: « Την ώρα που θα φάτε από το δένδρο,από το οποίο σας έδωσα εντολή από αυτό μόνο να μη φάτε, θά πεθάνετε», δηλαδή τον ψυχικό θάνατο, πράγμα που έγινε αμέσως, γι’ αυτό και γυμνώθηκε από την αθάνατη στολή του· τίποτε περισσότερο δεν είπε ο Θεός και τίποτε περισσότερο δεν έγινε. Διότι προγνωρίζοντας ο Θεός ότι ο Αδάμ πρόκειται να αμαρτήσει και θέλοντας να τον συγχωρήσει, όταν αυτός μετανοήσει, με τίποτε περισσότερο, όπως είπαμε δεν τον απείλησε· επειδή όμως αρνήθηκε την αμαρτία του και δεν μετανόησε ούτε όταν τον έλεγξε ο Θεός· ( διότι είπε: «η γυναίκα, τήν οποία μου έδωσες, αυτή με απάτησε». « Την οποίαν μου έδωσες»· ω ψυχή απρόσεκτη, σαν δηλαδή να λέγει στον Θεό. «Συ έφταιξες· η γυναίκα, την οποία συ μου έδωσες, αυτή με εξαπάτησε»-όπως παθαίνω τώρα εγώ, ο φτωχός και ταλαίπωρος, και δεν θέλω κάποτε να ταπεινωθώ και να πω από το βάθος της ψυχής μου ότι εγώ είμαι ο αίτιος της απωλείας μου, αλλά λέω «ο τάδε με παρώτρυνε να κάνω αυτά και εκείνα, ο τάδε με συμβούλεψε να πράξω το και το»· ω άθλια ψυχή, γεμάτα αμαρτία τα λόγια σου· ω ψυχή αναιδής και ακάθαρτη, πόσο πιο αναιδή και ακάθαρτα είναι τα λόγια σου! Αυτά είπε ο Αδάμ), γι’ αυτό και ο Θεός του λέει: « Με κόπο και ιδρώτα θα τρώς το ψωμί σου, και αγκάθια και τριβώλια θα γεννά η γή» και τελευταία ότι «χώμα είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις». Ήθελα να μετανοήσεις και να επανέλθεις στην προηγούμενη σου διαγωγή. Επειδή όμως είσαι σκληρός, φύγε λοιπόν από κοντά μου, και η απομάκρυνσή σου θα σου είναι αρκετή παιδαγωγία, επειδή είσαι χώμα και στο χώμα θα επιστρέψεις.

Αφήνοντας λοιπόν αυτόν έρχεται στην Εύα, θέλοντας να δείξει ότι δίκαια και αυτή θα εξοριστεί, αφού δεν θέλει να μετανοήσει, και της λέει: « Γιατί το έκανες αυτό;» για να πεί τουλάχιστον αυτή το «ήμαρτον». Διότι ποια άλλη ανάγκη έκαμε τον Θεό να της απευθύνει αυτά τα λόγια, παρά μόνον για να πεί: « Από την αφροσύνη μου, Δέσποτα, το έπραξα αυτό, η ταπεινή και άθλια και παρήκουσα εσένα τον Κύριό μου. Ελέησον με!». Αλλά δεν το είπε. Και τι είπε; «Ο όφις με εξαπάτησε». Ω τι αναισθησία! Και συνομίλησες με τον όφιν, ο οποίος σου μιλούσε κατά του Δεσπότου, και προτίμησες αυτόν αντί τον Θεό που σε έπλασε και θεώρησες προτιμότερη και πιο αληθινή τη συμβουλή του από την εντολή του Δεσπότου; Και επειδή ούτε αυτή μπόρεσε να πεί το «ήμαρτον», εκβάλλονται από την τρυφήν, εξορίζονται από τον Παράδεισο και από τον Θεό. Αλλά πρόσεχε, παρακαλώ, το βάθος του μυστηρίου του φιλανθρώπου Θεού και διδάξου από αυτά ότι αν μετανοούσαν, δεν θα είχαν εκδιωχθεί, δεν θα είχαν κατακριθεί, δεν θα είχαν καταδικαστεί να επιστρέψουν στη γη, από την οποίαν προήλθαν…

Τι ωφέλησε, πες μου αδελφέ, τους πρωτόπλαστους η χωρίς κόπους και μέριμνες ζωή μέσα στον Παράδεισο, αφού ραθύμησαν και από απιστία πρός τον Θεό καταφρόνησαν και παρέβησαν την εντολή του;…Από την εξορία πάλι καθόλου δεν βλάφτηκαν, αλλά πάρα πολύ ωφελήθηκαν, και αυτό συνετέλεσε στην σωτηρία όλων μας. Διότι αφού κατέβηκε από τους ουρανούς ο Κύριός μας, κατατρόπωσε τον εχθρό μας, τον θάνατο, παραδίνοντας ο ίδιος τον εαυτό του και έτσι ματαίωσε ολοκληρωτικά την καταδίκη που προήλθε από την παράβαση του προπάτορα. Και αναγεννώντας και αναπλάθοντας και απαλλάσσοντας μας τελείως από αυτήν με το άγιο Βάπτισμα, μας καθιστά εντελώς ελεύθερους στον κόσμον αυτό και μη ενεργουμένους τυραννικά από τον εχθρό, αλλά τιμώντας μας με το αυτεξούσιο με το οποίο μας είχε προικίσει εξ αρχής, μας δίνει περισσότερη δύναμη εναντίον του, ώστε όποιοι θέλουν να τον νικούν με μεγαλύτερη ευκολία από όλους τους πρό της παρουσίας του Χριστού αγίους. Και μετά τον θάνατό τους να μη οδηγούνται και αυτοί όπως εκείνοι στον Άδη, αλλά στον ουρανό και στην τρυφή και την απόλαυση που επικρατεί εκεί, και να αξιώνονται να απολαμβάνουν τώρα μεν σε μέτριο βαθμό, μετά δε την εκ νεκρών ανάστασή πλήρως όλη την αιώνια χαρά.
( Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κατήχηση Ε΄).