Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ. (3)

9 Μαρτίου 2009

Συνέχεια από (1) και (2)theburningbush
Ο άγιος Μάξιμος εξετάζει το θέμα των αρετών σύμφωνα με τους τρείς πνευματικούς νόμους.

Η ουσία του φυσικού νόμου είναι η απαίτηση να ζούμε σύμφωνα με τη φύση δηλ. να εμμένει ο άνθρωπος στην ορθή κίνηση των δυνάμεων της ψυχής του. Σύμφωνα με αυτόν το νόμο η αρετή είναι η ορθοχρησία όλων των φυσικών δυνάμεων του ανθρώπου, ψυχικών και σωματικών. Γιατί είναι φυσικό το λογικό μέρος του ανθρώπου να υποτάσσεται στον Θεόν Λόγον και να κυριαρχεί στο άλογο μέρος της ανθρώπινης φύσης. Από την αρχή αυτή, της υποταγής του κατώτερου στο ανώτερο συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αρετή είναι η μεσότητα μεταξύ έλλειψης και υπερβολής.

Ο φυσικός νόμος τοποθετήθηκε στη ψυχή του ανθρώπου υπό μορφήν σπερμάτων και εκδηλώνεται με τη φύση του. Μετά τη πτώση στην αμαρτία ο φυσικός νόμος παρά τη βοήθεια που πρόσφερε αποδείχθηκε ανεπαρκής. Πρός ενίσχυσή του δόθηκε ο γραπτός νόμος. Βασική αρχή του νόμου αυτού ήταν η υπακοή στο θέλημα του Θεού από το φόβο της τιμωρίας. Επομένως αρετή σύμφωνα με το γραπτό νόμο είναι η συνεπής εκπλήρωση της θέλησης του Θεού, όπως εκφράζεται στην Αγία Γραφή. « Όλοι οι λόγοι του Κυρίου περιέχουν αυτά τα τέσσερα· τις εντολές, τα δόγματα, τις απειλές, τις επαγγελίες (υποσχέσεις)· και γι’ αυτά υπομένουμε κάθε σκληραγωγία, όπως νηστείες, αγρυπνίες, να κοιμώμαστε κάτω στη γή, κόπους και μόχθους στα διακονήματα, βρισιές, ατιμίες, βασανιστήρια, θανάτους κλπ».

Με την τήρηση των εντολών πραγματοποιείται η κάθαρση από τα πάθη ενώ με την τήρηση των δογμάτων αποκτάται ο φωτισμός του νου.

Ο γραπτός νόμος, ο νόμος της Παλαιαάς Διαθήκης, δεν ήταν τέλειος. Χρησίμευε ως προϋπόδειξη ενός ανώτερου, τελειότερου και πνευματικότερου νόμου, νόμου ευαγγελικού, που ικανοποιούσε βαθύτατα την ανθρώπινη φύση. Ο φυσικός και ο γραπτός απαιτούσε από τον άνθρωπο να ζήσει σύμφωνα πρός τη φύση του, ενώ ο ευαγγελικός, ο νόμος της Χάρης, υψώνεται πάνω από τους δύο νόμους, πάνω από τις φυσικές αρετές. Γι’ αυτό «όποιος έζησε τη ζωή του Χριστού ξεπέρασε τη δικαιοσύνη του γραπτού και του φυσικού νόμου· αυτό φανερώνοντας ο θείος Απόστολος λέει· «εν γάρ Χριστώ Ιησού, ούτε περιτομή εστιν ούτε ακροβυστία» (Γαλ. 6,15). Με τη λέξη περιτομή φανέρωσε τη δικαιοσύνη του γραπτού νόμου· με τη λέξη ακροβυστία, υπονόησε το φυσικό νόμο».

Η διαφορά του πνευματικού νόμου από το φυσικό και γραπτό νόμο είναι ότι αυτός δωρίζει στον άνθρωπο τη θέωση με την πλήρη ένωση του με τον Θεό.

Ο άγιος Μάξιμος ισχυρίζεται ότι οι αρετές είναι κάτι φυσικό στον άνθρωπο. Εάν ο άνθρωπος δεν κάνει παράχρηση των φυσικών δυνάμεων του, κατέχει τις αρετές. Λέει: « όποιος δεν είναι ανόητος, είναι συνετός· όποιος δεν είναι δειλός ή θρασύς, είναι ανδρείος· όποιος δεν είναι ακόλαστος, έχει σωφροσύνη· όποιος δεν είναι άδικος, είναι δίκαιος». Ο Θεός δε ως δημιουργός ολόκληρης της ανθρώπινης φύσης είναι αιτία όλων των αρετών. Είναι η αρχή και το τέλος της αρετής. « Διότι ουσία όλων των αρετών είναι αυτός ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός». Είναι αυτονόητο, λοιπόν, ότι οι αρετές κάνουν τον άνθρωπο μακάριο γιατί τον ενώνουν με την πηγή της μακαριότητας, τον Θεό. Αυτός όμως είναι και ο τελικός σκοπός του ανθρώπου.

Για την κατάκτηση της αρετής, εκτός από τον αγώνα της ανθρώπινης θέλησης, απαραίτητη είναι και η βοήθεια του Θεού. Ο άνθρωπος της πτώσεως δεν είναι ικανός μόνος του να βλαστήσει και να αυξήσει τις αρετές. Πολύ επιτυχημένα ο άγιος Μάξιμος λέει: « προϋπόθεση της αρετής είναι η ένωση με τη θεία δύναμη λόγω της συναίσθησης της ανθρώπινης αδυναμίας». Μόνον, όταν η θεία παντοδυναμία γονιμοποιήσει την ανθρώπινη αδυναμία συλλαμβάνεται στον άνθρωπο και αναπτύσσεται η αρετή. Στην προσπάθεια να υποταχθεί το σώμα στη ψυχή συλλαμβάνεται η αρετή. Στη συνέχεια πραγματοποιείται πολύ σύνθετη εξέλιξη, που είναι η ίδια σε όλες τις αρετές. Η αρχή αυτή είναι αντίθετη πρός την αρχή της εξέλιξης των παθών. Τα πάθη αρχίζουν από τους εσωτερικούς μυστικούς λογισμούς και αναπτύσσονται μέχρι την πρακτική αμαρτία. Στην ανάπτυξη της αρετής πρώτα αποκτάται η εξωτερική μορφή της ( ο τρόπος της έκφρασής της, σαν εξωτερική άσκηση) έπειτα δε φθάνει κάποιος στο εσωτερικό νόημα της. Μόνον έτσι, με την ανάπτυξη των αρετών φθάνει «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού».

Σαν πρώτο κίνητρο στην ανάπτυξη των αρετών, αφετηρία έναρξης της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, θεωρεί τον φόβο του Θεού και μάλιστα τον φόβο της τιμωρίας. Κατά τον άγιο πατέρα « ο φόβος του Θεού είναι διπλός. Ο μεν ένας γεννιέται στη ψυχή μας από τις απειλές της κολάσεως και από τον οποίον αρχίζει η εγκράτεια και στη συνέχεια βλαστάνουν η ελπίδα στον Θεό, η απάθεια και ύστερα η αγάπη. Ο άλλος φόβος είναι δεμένος με την αγάπη. Αυτός γεμίζει τη ψυχή πάντοτε δέος και σεβασμό πρός τον Θεό. Και έτσι δεν αφήνεται η ψυχή, με το θάρρος και την παρρησία της, που έχει από την ενέργεια της αγάπης, να φθάσει σ’ ένα είδος υπερβολικής και αρρωστημένης οικειότητας».

Ο φόβος του θεού γεννιέται από την πίστη διότι «όποιος πιστεύει τον Κύριο φοβάται την τιμωρία· όποιος φοβάται την τιμωρία είναι εγκρατής στα πάθη…». Κατά τον άγιο Μάξιμο, ο φόβος της τιμωρίας, τον οποίον η τέλεια αγάπη «έξω βάλλει» ( Α΄Ιω. 4,18) αντικαθίσταται με τον αγνό φόβο (σεβασμό, ευλάβεια) της μεγαλωσύνης του Θεού. Η πίστη όμως είναι γεννήτρια και όλων των άλλων αρετών στην κορύφη των οποίων είναι η αγάπη.

Και οι αρετές χωρίζονται σε σωματικές και ψυχικές. «Σωματικές είναι, η νηστεία, αγρυπνία, χαμευνία (το να κοιμάται κανείς στο έδαφος), διακονία, εργασία για να μην επιβαρύνουμε κανένα ή για να ελεούμε κλπ. Ψυχικές είναι η αγάπη, η μακροθυμία, η πραότητα, η εγκράτεια, η προσευχή κλπ». Μεταξύ των σωματικών και ψυχικών αρετών υπάρχει στενός δεσμός συγγενείας. Οι σωματικές αρετές είναι η εξωτερική άσκηση που αποτελεί έκφραση και στήριγμα των ψυχικών αρετών.

Κατα τον άγιο Μάξιμο η ταπείνωση είναι η υπόσταση όλων των αρετών. Χωρίς την ταπείνωση όλες οι άλλες αρετές αποτελούν μάταιους κόπους γιατί δεν ευαρεστούν τον Θεό. Γι’ αυτό λέει: « Όποιος έχει χρυσάφι είναι πλούσιος· όποιος έχει ταπείνωση έχει αρετή· όπως όταν κάποιος δεν έχει χρυσάφι είναι φτωχός, έστω και αν δεν το γνωρίζουν οι άλλοι, έτσι όποιος δεν έχει ταπείνωση δεν είναι ενάρετος έστω και αν αγωνίζεται». Οι αρετές εμποτιζόμενες με την ταπείνωση, έχουν χαρισματικές και σωτηριώδεις συνέπειες για τον άνθρωπο. Χωρίς αυτές ο άνθρωπος είναι ολόκληρος μια αδυναμία και αθλιότητα, έστω και αν κατέχει όλα τα επίγεια αγαθά, διότι αυτά δεν μπορούν να τον υψώσουν πάνω από τα βρομερά τέλματα της ματαιότητας και της αμαρτίας.

Όταν αποκτήσει ο άνθρωπος όλες τις αρετές και με αυτές αποπνίξει τα πάθη, παίρνει από τον Θεό σαν αμοιβή των κόπων του το χάρισμα της απάθειας, που αποτελεί τον ύψιστο σκοπό της πρακτικής φιλοσοφίας. Η απάθεια είναι η μακάρια εκείνη κατάσταση, στην οποία ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από κάθε επίγειο και όλη την κτίση και θεωρεί όλα τα γεγονότα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας. « Όταν δεν πείς ούτε πράξεις κάτι αισχρό κατά διάνοια, όταν δεν μνησικακήσεις σε αυτόν που σε ζήμιωσε και σε κακολόγησε, όταν στον καιρό της προσευχής έχεις άϋλο και ασχημάτιστο πάντοτε το νού, γνώριζε ότι έφθασες στη απάθεια και την τέλεια αγάπη».

Και στην κατάσταση της απάθειας, ο άγιος Μάξιμος, διακρίνει κάποια διαβάθμιση. Υπάρχουν τέσσερεις βαθμοί απάθειας. Ο πρώτος που υπάρχει στους εισαγόμενους, είναι η τέλεια αποχή από την πρακτική αμαρτία. Ο δεύτερος, είναι η αποβολή των εμπαθών λογισμών από τη διάνοια και ανήκει στους ενάρετους. Τον τρίτο βαθμό κατέχουν οι θεωρητικοί και φανερώνει ακινησία στα πάθη και στις επιθυμίες. Και ο τέταρτος βαθμός είναι η κάθαρση και από την απλή φαντασία των παθών, που εμφανίζεται «σ’ αυτούς που έκαναν το νού τους με τη γνωση και τη θεωρία καθαρό και διαυγή καθρέφτη του Θεού».

Με την είσοδο στη τέλεια απάθεια κατά την οποία «ο άνθρωπος γίνεται δυσκίνητος προς την κακία» δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες για το δεύτερο και χαρισματικό δώρο, το φωτισμό με τη γνώση ή θεωρία. Αυτά όμως ανήκουν στον Θεό και όχι στον άνθρωπο.
Α. Χ.