Ορθόδοξη πίστη

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ (2)

15 Μαρτίου 2009

road2520to2520emmaus1Ηλία Μηνιάτη (1669-1714), Επισκόπου Κερνίκης και Καλαβρύτων.

Αρχίζω απ’ το πρώτο:

Πριν να δημιουργηθεί τούτος ο φυσικός κόσμος, δηλαδή ο ουρανός και η γη, τι υπήρχε;

Χάος, άβυσσος, μηδέν.

Λοιπόν· το να δημιουργηθεί απ’ το χάος, απ’ την άβυσσο, απ’ το μηδέν, αυτός ο υπέροχος κόσμος των θαυμάτων, αυτό δεν θα μπορούσε να το κάμει άλλος, παρά μόνον η παντοδύναμος δεξιά του Υψίστου: «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν».

Και πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος της χάριτος, ήγουν η Εκκλησία του Χριστού, πριν να αρχίσει η πίστη και η Ορθοδοξία, τί υπήρχε;

Χάος ασεβείας, άβυσσος απωλείας, τίποτε από δικαιοσύνη και αγιότητα.

Αν εξαιρέσετε ενα μικρότατο μέρος της γης, την Ιουδαία, όπου επροσκυνείτο ο αληθινός Θεός (αν και ο τόπος εκείνος ήταν πολύ μολυσμένος απ’ τα γειτονικά εθνη), όλος ο κόσμος ήταν γεμάτος από ειδωλολάτρες και είδωλα. Η Αίγυπτος, η Ελλάς, η Ρώμη που ήταν τα ευγενέστερα μέρη του κόσμου· βασιλείς και λαοί, σοφοί και αγράμματοι, άνδρες και γυναίκες, γέροντες και παιδιά, ηθέτησαν τον Κτίστη και προσκυνούσαν τα κτίσματα. Άλλος τον ήλιο, άλλος τη σελήνη, άλλος τ’ άστρα, άλλος ζώα, άλλος φυτά. Ο καθένας λάτρευε ό,τι ήθελε.

Μάλιστα εθεοποίησαν και τα δικά τους πάθη. Και αφού η πίστη είναι ό πρώτος κανών ζωής, αν πίστευαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, φανταστείτε πως ζούσαν. Ποιος φοβόταν να φονεύσει; Ποιος ντρεπόταν να πορνεύσει ή να μοιχεύσει;

Αφού προσκυνούσαν θεούς αιμοβόρους σαν τον Άρη και τον Ηρακλή, θεούς πόρνους και μοιχούς σαν το Δία και την Αφροδίτη.

Ποιος θα παρεκινείτο να κάμει το καλό, αφού δεν υπήρχε ελπίδα για τον Παράδεισο; Ποιος θα απέφευγε το κακό, αφού δεν υπήρχε ο φόβος της αιωνίου κολάσεως; Ποια ήθη θα μπορούσαν να υπάρξουν ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν τον Θεό και που αν τον γνώριζαν δεν τον ήθελαν;

Το κακό ήταν γενικό και παμπάλαιο, οπότε έγινε φύσις, έξη.

Ο θρόνος του Εωσφόρου ήταν πολύ καλά στερεωμένος στη γη. Σ’ αυτόν ήσαν εντελώς αφιερωμένοι και δουλωμένοι οι άνθρωποι.

Τότε πράγματι «ο Θεός εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων, του ιδείν ει εστι συνιών ή εκζητών τον Θεόν. Πάντες εξέκλιναν, άμα ήχρειώθησαν, ουκ εστι ποιών αγαθόν, ούκ εστίν εως ενός».

Τώρα, μετρήστε με το νου σας τα βάθη της πλάνης και της απώλειας στην οποία ήταν βυθισμένος ο κόσμος. Μετρήστε το ύψος της θεογνωσίας και της αγιότητος στον όποιον επρόκειτο να αναβεί αυτός ο κόσμος με την πίστη του Χριστού.

Επρόκειτο να παύσει η ειδωλολατρία που ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη στις καρδιές των ανθρώπων και να πιστευθεί ενας και μόνον Θεός. Και όχι απλώς ενας Θεός, αλλά Θεός που βρίσκεται στους ουρανούς με μία φύση και τρεις υποστάσεις, αλλά και που οι τρεις αυτές υποστάσεις να είναι ενας Θεός.

Και ακόμη, να είναι Θεός στη γη με δύο φύσεις και μία υπόσταση. Θεός ομού και άνθρωπος, πεθαμένος πάνω σ’ ενα σταυρό.

Επρόκειτο να γκρεμισθούν όλοι οι ναοι των ειδώλων που είχαν σκεπάσει όλη τη γη και να χτιστεί μια νέα Εκκλησία, μέσα στην οποία σαν σε ποίμνη θα συνάζονταν όλα εκείνα τα απολωλότα πρόβατα.

Επρόκειτο να κηρυχθεί μια νέα διδασκαλία εκ διαμέτρου εναντία στη φιλοσοφία του κόσμου τούτου. Αυτή θα έκανε τους ανθρώπους επίγειους αγγέλους στην άρετή, αυτούς που ήσαν πρόηγουμένως στην κακία επίγειοι δαίμονες.

Επρόκειτο με λίγα λόγια, ο κόσμος που είχε πια γεράσει μέσα στην αμαρτία να ανακαινιστεί στην αγιότητα, να γίνει άλλος εξ άλλου, ν’ αλλάξει και πίστη και ζωή.

Και αληθινά άλλαξε.

Μα μια τέτοια παράδοξη αλλαγή, μια τέτοια αλλοίωση, ποιας δεξιάς μπορούσε να είναι κατόρθωμα; Απολύτως καμμιας άλλης, παρά του Θεού: «Αύτη η άλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου».

Μόνον ο ύψιστος Θεός, που δεν εχει ανάγκη από καμμιά βοήθεια για να κάμει ό,τι θέλει, θά μπορούσε να κάμει ενα εργο τόσο θαυμαστό, απ’ το τίποτε.

Γιατί ποιο απ’ τα δημιουργήματα φάνηκε στη γη για να ιδρυσει την Εκκλησία, για να διδάξει την πίστη του Χριστού;

Δεν κατέβηκε απ’ τους ουρανούς ενας άγγελος ή ενας αρχάγγελος για να κατάπληξει τους ανθρώπους με δύναμη υπερφυσική και με εξαίσια θαύματα.

Δεν βρέθηκε εδώ στη γη ενας αντρειωμένος στρατιώτης ή ενας σοφός ρήτορας ή ενας ένδοξος πλούσιος, ώστε να εξαναγκάσει, να μεταπείσει ή να παρασύρει τους ανθρώπους σε μια νέα πίστη ή με το φόβο των όπλων ή με την τέχνη της εύγλωττίας ή με το πλήθος των δωρεών.

Συνέβει το όλως εναντίον!

Λέγει ο μακάριος Απόστολος Παύλος: Για να καταισχύνει ο Θεός τη σοφία του κόσμου διάλεξε ανθρώπους αμαθείς· για να νικήσει τη δύναμη του κόσμου διάλεξε ανθρώπους ασθενείς· για να ταπεινώσει την υπερηφάνεια του κόσμου, διάλεξε ανθρώπους εξουθενημένους, καταφρονημένους· για να καταργήσει του κόσμου την έπαρση, διάλεξε το τίποτε.

«Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση».

Και ποιοι είναι αυτοί;

Άνθρωποι Ιουδαίοι στην καταγωγή, που σημαίνει ότι ήσαν το όνειδος, η ντροπή και το έξουθένημα όλων των άλλων εθνών.

Αλιείς στο επάγγελμα, που σημαίνει πως ήσαν αγράμματοι και πένητες.

Δώδεκα στον αριθμό, δηλαδή πολύ ολίγοι.

Κι’ αύτοι είναι που διάλεξεν ο Θεός για να πάνε να κηρύξουν το ευαγγέλιο σ’ όλο τον κόσμο: «πορευθέντες κηρύξατε το Εύαγγέλιον πάση τη κτίσει».

Σαν να τους βλέπω να κατεβαίνουν απ’ το υπερώο της Ιερουσαλήμ και να ετοιμάζωνται για να πάνε άλλος στο ενα, άλλος στο άλλο μέρος της οικουμένης.

Σταθήτε, σταθήτε για λίγο, ω άνδρες Γαλιλαίοι! Περιμένετε λίγο, σας παρακαλώ. Θέλω να μου πήτε: – «Τι πάτε να κάνετε; Ποιό είναι το εργο σας»; «Εμείς, αποκρίνονται, είμαστε απεσταλμένοι να πάμε άλλος στη Ρώμη, όπου ευρίσκεται ο θρόνος της βασιλείας του κόσμου, άλλος στην Αθήνα όπου είναι η εδρα όλης της σοφίας της γης, άλλος στους Ινδούς και άλλος στους Σκύθες, σε εθνη άγρια και βάρβαρα, μέχρι τα έσχατα σημεία της οικουμένης. Να εξοστρακίσουμε κάθε άλλη θρησκεία και να παρακινήσουμε τους ανθρώπους να δεχθούν μια νέα πίστι. Να πιστεύσουν δηλαδή για Θεό ενα άνθρωπο, όπου εγεννήθη χωρίς πατέρα από μόνη τη μητέρα και αυτή παρθένο. Να πιστεύσουν σ’ ενα άνθρωπο πτωχό, ο οποίος πέθανε πάνω σ’ ενα σταυρό στα χρόνια του Ποντίου Πιλάτου, ανάμεσα σε δύο ληστές, και ο οποίος αφού πέθανε ανεστήθη, ανέβηκε στους ουρανούς και απ’ τους ουρανούς πρόκειται να κατεβει και πάλι, για να κρίνει όλο το ανθρώπινο γένος. Πηγαίνουμε να πείσουμε τους ανθρώπους, ότι για την αγάπη και την πίστι αυτού του εσταυρωμένου πρέπει να είναι έτοιμοι ν’ αρνηθούν τον κόσμο, την πατρίδα, τους γονείς, τα τέκνα, την ίδια τους τη ζωή. Να προτιμήσουν τη φτώχεια και την καταφρόνηση απ’ όλους τους θησαυρούς και απ’ όλα τα βασίλεια της γης. Τη σκληραγωγία απ’ όλες τις διασκεδάσεις. Να αγαπιούνται μεταξύ τους με τέτοιαν αγάπη, οπού ν’ αγαπούν και τους ίδιους ακόμα τους εχθρούς. Να ανταλλάσσουν τις βρισιές με ευχές, το μίσος με ευεργεσίες.

Πηγαίνουμε να κηρύξουμε αυτή τη νέα διδασκαλία, όχι μόνο σε ασήμαντους ανθρώπους, αλλά και σε στρατάρχες και βασιλείς, σε ρήτορες και φιλοσόφους. Θέλουμε να παρατήσουν τα σκήπτρα και τα διαδήματα και να πιάσουν το Σταυρό. Να υποτάξουν όλοι αυτοί το νου και την θέλησή τους στην πίστη του Εσταυρωμένου.
Συνεχίζεται…