Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΟρθόδοξη πίστη

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ (4)-ΑΣΚΗΣΗ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ

18 Μαρτίου 2009

ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ «ΕΝ ΘΕΩ» ΑΣΚΗΣΕΩΣ

josef13Διπλή είναι η υπόσταση της φύσης μας. Διπλός και ο αγώνας της άσκησης. Εγκράτεια σωματική και βιολογική. Εγκράτεια ηθική και πνευματική. Εγκράτεια βιολογική με εγκράτεια και αποχή όσων όρισε η Εκκλησία, αλλά εγκράτεια και στις υπόλοιπες αισθήσεις που προκαλούν. «Ο εμβλέψας προς το επιθυμήσαι» (πρβλ. Ματθ. ε’ 28) ήδη αμάρτησε. Όπως ο άνθρωπος ισορροπεί με την εγκράτεια, όταν παραφέρεται με την αίσθηση της γεύσης, έτσι πρέπει να πράττει και στις υπόλοιπες αισθήσεις για να μη επικρατήσει η ορμή του παραλόγου. Πόσα παραδείγματα ανθρώπων δέν συναντούμε στην ιστορία, που άφησαν αφύλακτη την όραση να ορμά και παρασύρθηκαν σε λάθη και πάθη ασύγγνωστα που μέχρι και πολέμους πολυάριθμους και κοινωνικές αναστατώσεις προκάλεσαν! Αναφερθήκαμε στην άσκηση από την πλευρά της εμπάθειας του ανθρώπου. Εκεί όπου το σύστημα του παλαιού ανθρώπου ερεθίζει τους δικούς του και όσοι θέλουν με την ανάλογη αντίσταση απαλλάσσονται από αυτό.

Η θετική όμως αξία της άσκησης βρίσκεται στην αναμόρφωση του χαρακτήρα, στην απόκτηση των αρετών, στην κάθαρση της καρδιάς, στην ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, οπότε στο «κατ΄ είκόνα» προστίθεται το « καθ’ ομοίωσιν» και ολοκληρώνεται ο σκοπός του ανθρώπινου προορισμού.

Οι πραγματικοί εραστές αυτής της τελειότητας δεν θα χρειαστούν αναζητήσεις και παραδείγματα αν ατενίσουν τη ζωή και το παράδειγμα του λυτρωτή και σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Πέρα από την ακριβέστατη διαγωγή του πανάρετου βίου του θα κερδίσουν την ευλογία του για την ευγενική προτίμηση της μίμησης. Και αυτό μας επισημαίνει ο Παύλος ότι το κέρδισε. «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. ια’ 1). Και πόσοι μετά τον Παύλο αντέγραψαν υπέρ εκ περισσού τον Κυριό μας!

Θά μας επιτραπεί να σχολιάσουμε εκτενέστερα το είδος αυτό της άσκησης για να γίνει καταληπτή, ιδιαίτερα σ’ αυτούς που απορούν για την επιμονή και τη σχολαστικότητα αυτών που άσκούνται εν Χριστώ σε αυστηρότερα επίπεδα.

Το σφάλμα των πρωτοπλάστων επέφερε τη διπλή παράβαση και ενοχή τους. Ανέτρεψε την ορθή κρίση του δημιουργού -με την αθέτηση της εντολής- και οδήγησε σε πρακτική χρήση του απαγορευμένου πράγματος. Ο άνθρωπος αχρείωσε το ψυχικό κάλλος και την ακεραιότητά του με την παρακοή, αφού αθέτησε το θείο θέλημα και απόφαση και συνέτριψε ταυτόχρονα και το αισθητό μέρος του εαυτού του με τη γεύση και μετοχή του απαγορευμένου.

Από τότε η ταλαίπωρη φύση μας δέν έχει ελευθερία να εφαρμόσει τη δική της θέληση αλλά σύρεται βίαια όπου τη συναντήσει το παράλογο.

«Η γαρ αμαρτία αφορμήν λαβούσα δια της εντολής (μάλλον παρακοής) εξηπάτησέ με και δι’ αυτής απέκτεινεν… ο γαρ κατεργάζομαι ου γινώσκω. ου γαρ ο θέλω τούτο πράσσω, αλλ’ ο μισώ τούτο ποιώ… οίδα γαρ ότι ουκ οικεί εν εμοί, τούτ’ έστιν εν τη σαρκί μου, αγαθόν. το γαρ θέλειν παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουκ ευρίσκω. ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω… συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμα λωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου» (Ρωμ. ζ’ 11-23). (Γιατί η αμαρτία εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που της πρόσφερε η εντολή, με εξαπάτησε και με θανάτωσε μ’ αυτήν… Ετσι δέν ξέρω ουσιαστικά τι κάνω· δέν κάνω αυτό που θα ‘θελα να κάνω, αλλά αντίθετα, ότι θα ‘θελα να αποφύγω… γιατί γνωρίζω ότι δέν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή στο είναι μου, το καλό. Απόδειξη, πως θέλω να κάνω το καλό, δέν βρίσκω όμως τη δύναμη να το μετατρέψω σε πράξη. Κι’ έτσι δέν κάνω το καλό που θα ‘θελα, αλλά υπηρετώ το κακό, που δέν θέλω… Εσωτερικά συμφωνώ και χαίρομαι με όσα λέει ο νόμος τον Θεού. Διαπιστώνω όμως πως η πράξη μου ακολουθεί έναν άλλο νόμο, που αντιστρατεύεται στο νόμο με τον οποίο συμφωνεί η συνείδησή μου. είναι ο νόμος της αμαρτίας που κυριαρχεί στην ύπαρξή μου και με κάνει αιχμάλωτό της).

Η ακριβής ανατομική περιγραφή, που μας κάνει ο Παύλος, αποκαλύπτει την περιεκτική διαστροφή που μας προκάλεσε η πτώση δια της παρακοής. Όσοι θέλουν να απαλλαγούν από την καταδίκη του θανάτου και να επιστρέψουν στα αγαθά των θείων επαγγελιών του σωτήρα μας Χριστού, μόνο με την άσκηση και τη φιλοπονία θα επιτύχουν αυτόν το σκοπό.

Σημειώσαμε το διπλό τρόπο της ήττας και υποταγής στο νόμο του παραλόγου. Ο αγώνας τώρα έγινε και έμεινε διπλός. Και κατά το σώμα, τη σάρκα και κατά την ψυχή. «Οι γάρ κατά σάρκα όντες τα της σαρκός φρονούσιν, οι δε κατά πνεύμα τα του πνεύματος. Το γάρ φρόνημα τις σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. η’ 56).

Και κατά τη δημιουργία το σώμα προηγήθηκε της ψυχής και γι’ αυτό τα έργα της σαρκός τα λεγόμενα «πρακτικά» προηγούνται της «θεωρίας». Με βάση αυτήν τη διάκριση όλοι οι μέχρι τώρα αγωνιστές ξεκινούσαν από την πρακτική μορφή, των έργων του σώματος.

Στη σωματική δραστηριότητα λειτουργούν οι αισθήσεις από τις οποίες εξαρτάται και συνίσταται η βιολογική μας υπόσταση. Είμαστε απόλυτα εξαρτημένοι από τις σωματικές μας αισθήσεις και ευκολώτερα υποχωρούμε στους ερεθισμούς τους, γιατί η ζωή μας συνδέεται με αυτές. Αυτό το γνωρίζει και ο παμπόνηρος εχθρός μας διάβολος και γι’ αυτό επιμένει περισσότερο πιέζοντας στον τομέα των αισθήσεων. Και γίνεται πιστευτός προφασιζόμενος τους νόμους της ζωής η της υγείας η και αυτής ακομα της ανάπαυσης χωρίς την τήρηση των οποίων είναι αδύνατο να ζήσουμε. Έτσι με τις προφάσεις στο θέμα ζωή και υγεία μας πείθει να υποχωρούμε σε δήθεν οικονομίες. Και το δόλωμα τον εχθρού επιτυγχάνει, ιδιαίτερα αν η φυση και ο χαρακτήρας είναι αδύνατος.

Είναι γεγονός ότι ο εχθρός μας διάβολος, ο οποίος ανύστακτα και ακούραστα μας πολεμά δεν μπορεί κατ’ ευθεία να μας παρασύρει παρά μόνο με κάποιο μέσο. Επομένως είναι απαραίτητη η προσοχή μας στα διάφορα μέσα της ζωής και αναστροφής μας. Σ αυτό το σημείο οι θεόσοφοι Πατέρες φανέρωσαν όλη την ευφυΐα και προσοχή τους ώστε να εκμηδενίσουν σχεδόν όλα τα μέσα η τεχνάσματα του πονηρού. Στην υμνολογία της Εκκλησίας περιγράφεται το πρώτο αίτιο της καταδίκης μας. «Δια βρώσεως εξήγαγε τον Παραδείσου ο εχθρός τον Αδάμ» (Μακαρισμοί Α’ ήχου). Και στην αναγκαιότητα της τροφής, που συνδέεται με την επιβίωση επικάθεται το δόλωμα του εχθρού. Ολοι όμως «οι του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» (Γαλ. ε’ 24) και με αθλητική αντίσταση και επιμονή διέφύγαν τις παγίδες.

Οι γενναίοι μας πρόγονοι έδωσαν την προτεραιότητα της άσκησής τους στην περιεκτική φιλοπονία, που ντύθηκαν ως θώρακα και στη λιτότητα της διατροφής· εφάρμοσαν αυστηρότατη νηστεία, ώστε ο εχθρός δεν μπόρεσε να τους παγιδέψει με καμμιά πρόφαση. Ετσι απέφυγαν τους κινδύνους της ηδυπάθειας, στην οποία βρίσκεται η λύσσα της φιλαυτίας και φιληδονίας, που αιχμαλωτίζει τα θύματά της με τις ευλογοφανείς αναγκαιότητες. Επειδή η φύση μας συνδέεται με ύλες και πράγματα στα οποία εδρεύει η ηδονή, γι’ αυτό υπάρχει ο κίνδυνος ολισθήματος προς τη φιληδονία, που είναι όπως ένας κακός γείτονας.

Οι ήρωες Πατέρες μας έκαναν διαχωρισμό μεταξύ των δύο αρχών και αιτίων που κυριεύουν τη φύση μας. Βρίσκονται σχεδόν παράλληλες αλλά απέχουν η μια από την άλλη όσο «αί άνατολαί από δυσμών» . Η μια λέγεται χρεία (ανάγκη) και η άλλη επιθυμία . Εάν δεν τις ξεχωρίσουμε κυριαρχούν στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Η πρώτη, η χρεία , είναι τα απαραίτητα στοιχεία από τα οποία συντηρείται η φύση μας. Μπορεί ο αγωνιζόμενος να την ελαττώσει τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά αλλά είναι αδύνατο να την καταργήσει. Όσοι εφάρμοσαν αυτόν τον κανόνα της λιτότητας και αυτάρκειας εξουδετέρωσαν τον εχθρό που τους πολεμούσε και που εισέβαλλε με την πρόφαση της επιθυμίας δημιουργώντας τα πάθη, στα οποία βρίσκεται η ήττα και η προδοσία.

Η δεύτερη αρχή, η επιθυμία , αν βρει έδαφος, τότε υποτάσσεται η ελευθερία και η θέληση και ολόκληρη η προσωπικότητα του ανθρώπου. Εισβάλλει το παράλογο και η διαστροφή και όπως λέει ο λαός, δεν τρώει ο άνθρωπος για να ζει, αλλά ζει για να τρώει η μάλλον να σπαταλά και να φθείρει.

Όπως στη χρήση της δίαιτας οι αληθινοί αγωνιστές απέρριψαν εντελώς την παράχρηση της επιθυμίας, ως παράλογη και διακόνησαν τη φύση μόνο με τη χρεία, έτσι ας γίνεται και για τις υπόλοιπες ανάγκες της ζωής, όπου ως «πιστοί οικονόμοι» θα χαρακτηριστούμε από τον επιστάτη Κύριό μας και θα μακαριστούμε, όπως ο ίδιος υπόσχεται. Το νόημα της περιεκτικής ομολογίας, που οφείλουμε εμείς οι πρώην αρνητές, ολοκληρώνεται στην προσοχή, να αρνούμαστε τη σπατάλη, που η ακατάσχετη επιθυμία επιβάλλει. Η παράλογη χρήση της επιθυμίας που οδηγεί στη σπατάλη είναι πάντοτε φανερή· ειδικά σήμερα στις σύγχρονες κοινωνιες όπου ξεπέρασε κάθε φραγμό και εμπόδιο, ώστε να κινδυνεύει και η ίδια η υγεία και η ζωή. Διασαλεύεται και αυτή ακόμη η φυσική αρμονια των στοιχείων, με την οικονομική λεηλασία που γίνεται, ώστε να σείονται διεθνώς τα θεμέλια της κοινωνικής ζωής.
Συνεχίζεται…