Ορθόδοξη πίστη

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ (3)

18 Μαρτίου 2009

Ηλία Μηνιάτη (1669-1714), Επισκόπου Κερνίκης και Καλαβρύτων. 

Λιθοβολισμός μάρτυρα

Ο λιθοβολισμός του αγίου Στεφάνου

Πηγαίνουμε να μεταστρέψουμε τον κόσμο σε άλλη πίστη και σε άλλη ζωή. Να κάνουμε τους ειδωλολάτρες χριστιανούς, τους ασεβείς αγίους».

– «Καλά είναι όλα αυτά. Μπαίνετε σ’ ενα μεγάλο και δύσκολο επιχείρημα. Όμως που είναι τα στρατεύματά σας»;

– «Εμείς είμαστε μόνον δώδεκα».

– «Που είναι τα όπλα σας»;

– « Εκείνος που μας έστειλε, μας παρήγγειλε να μη πάρουμε μαζί μας ούτε ενα ραβδί».

– « Εσείς, λοιπόν, έχετε κατά νου να τραβήξετε στη γνώμη σας τους ανθρώπους με το πλήθος των χρημάτων»;

– «Όχι είμαστε τόσο πτωχοί, όπου κι αυτά τα ολίγα υπάρχοντα που είχαμε, τ’ αφήσαμε όλα».

– «Μα, μήπως έχετε τουλάχιστον τη δύναμη του λόγου; Είσθε τόσον εύγλωττοι ρήτορες, ώστε να πείσετε τους ανθρώπους να δεχθούν διδασκαλίες τόσον παράδοξες και ενάντιες σε κάθε φυσικό λόγο»;

– «Μήτε αυτό· εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η σοφία του κόσμου. Δεν ομιλούμε άλλη γλώσσα, παρά αυτή του γένους μας».

– «Και με τι νομίζετε ότι θα επιστρέψετε στην πίστη πού διδάσκετε ενα ολόκληρο κόσμο»;

– « Εμείς δεν πιστεύουμε σε καμμιά ανθρώπινη δύναμη, παρά μόνο στη δύναμη του Διδασκάλου που μας εξαπέστειλε. Έτσι ελπίζουμε να κατορθώσουμε τα πάντα. Πάντα δυνάμεθα εν τω ενδυναμούντι ημάς Χριστώ».

Τι ακούω, ακροατές μου, τι ακούω;

Όσα είπαν ότι θα κατορθώσουν αυτοί οι άνθρωποι τα κατόρθωσαν.

Τώρα πείτε μου, σας παρακαλώ.

Ποιος άλλος θα μπορούσε να κάνει τέτοιο κατόρθωμα, να κτίσει αυτή την Ορθόδοξη Εκκλησία από το τίποτα, με τέτοιους ανθρώπους μηδαμινούς, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει παρά ενας παντοδύναμος Θεός; Ναι! «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν».

Όχι αγγέλου, όχι ανθρώπου, αλλ’ εκείνη η πανσθενής δεξιά του Θεού, αυτή που δημιούργησε απ’ το μηδέν τη φύση, αυτή είναι που δημιούργησε από το τίποτε, «εκ του μη όντος», το νέο κόσμο της Χάριτος.

Να, λοιπόν, που η Ορθοδοξία είναι όλη θεία ως προς την αρχή της.

Είναι όμως θεία και στήν αύξηση. Γιατί και ο τρόπος με τον οποίον αυξήθηκε είναι θείος.

Η πίστη των χριστιανών είναι μία διδασκαλία ουράνια, υπέρ φύσιν, υπέρ λόγον, υπέρ έννοιαν. Περιέχει μυστήρια που δεν αποδεικνύονται, που δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε.

Είναι η πίστη «ελπιζομένων υπόστασις, έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων», όπως την ορίζει ο Απόστολος Παύλος.

Πιστεύουμε εις ενα Θεόν, απλούστατον και αδιαίρετον, πλην όμως Θεόν Τρισυπόστατον, Θεόν Πατέρα, Θεόν Υιόν, Θεόν Πνεύμα Άγιον, τρεις κατά τις υποστάσεις και ενα κατά την ουσία και φύση.

Πιστεύουμε πάλι εις ενα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ομού άνθρωπον, ομού Θεόν, διπλούν στή φύση και ενα στην υπόσταση.

«Τις σοφός και συνήσει ταύτα»;

Βλέπουμε εκεί στην αγία Τράπεζα άρτο και πιστεύουμε ότι εκεί είναι αληθώς το σώμα του Ιησού Χριστού. Δηλαδή σώμα έμψυχον, σώμα ολόκληρο, που ορίζεται σ’ ενα τόπο, μα δεν περιγράφεται, που μερίζεται μα δεν διαιρείται, που εσθίεται (τρώγεται) μα δεν δαπανάται που πολλαπλασιάζεται στον ουρανό και στη γη σε όλες τις εκκλησίες των Ορθοδόξων και είναι ενα και το αυτό σώμα.

Βλέπουμε εκεί, στην αγία Κολυμβήθρα, νερό φυσικό, που βρέχει το σώμα και πιστεύουμε πως αυτό είναι πνευματικό λουτρό, που καθαρίζει τη ψυχή.

Στα Μυστήρια άλλα βλέπουμε με τα μάτια και άλλα πιστεύουμε νοητώς με τη ψυχή.

Αρνείται ο νους τις αισθήσεις, τόσο που και ο νους να μη πιστεύει στον εαυτό του.

« Τις σοφός και συνήσει ταύτα»!

Αυτά είναι δόγματα που δεν μπορεί να χωρέση ο ανθρώπινος νους.

Ακόμη:

Η πίστη των χριστιανών είναι ενας εντελώς πνευματικός νόμος, αγιώτατος. Είναι νόμος που επιβάλλει πτωχεία, παρθενία, νηστεία, εγκράτεια, ταπεινοφροσύνη και μιαν αγάπη τόσον τέλεια, που παραγγέλει να αγαπάμε και τους εχθρούς μας.

Είναι ενας νόμος που θέλει τον άνθρωπο να ζει ζωή πνευματική που θέλει τον κόσμο να είναι άγιος.

Αυτός όμως ο νόμος είναι ενάντιος στο νόμο του κόσμου και της σαρκός .

Αυτές είναι διδασκαλίες που η ανθρώπινη θέληση δεν τις δέχεται με χαρά.

Και παρ’ όλα αυτά, μια διδασκαλία τόσο δύσκολη στο νου, ενας νόμος τόσο βαρύς για τη θέληση, αυξήθηκε, προχώρησε προς κάθε σημείο της γης, σε κάθε τάξη ανθρώπων.

Μα πώς;

Μήπως με κανένα όργανο ανθρώπινης δυνάμεως; Όχι! Αντίθετα μάλιστα!

Όλη η δύναμη των ανθρώπων συντροφιασμένη με όλη τη δύναμη των δαιμόνων, αντιστάθηκε και αντιπολέμησε. Συλλογισθείτε, χριστιανοί μου, το εξής:

Βλέπετε εξω, σ’ ενα κάμπο, μερικά πρόβατα. Πολεμούν με λύκους, ακόμα και με λιοντάρια, με δράκοντες και με άλλα θηρία. Είναι αναρίθμητα στο πλήθος, ανήμερα στην αγριότητα, θανατηφόρα στο φαρμάκι.

Αν βλέπατε τα λίγα εκείνα πρόβατα να νικούν, να διώχνουν και να διασκορπίζουν τους λύκους, τα λιοντάρια, τους δράκοντες και όλα τα άλλα θηρία αν τα βλέπατε κατόπιν διαμοιρασμένα σε διαφόρους τόπους, να πολλαπλασιάζωνται, να αυξάνουν και να γίνωνται μια πολυάριθμη ποίμνη τι θα λέγατε; Θα λέγατε, βέβαια, πως τούτο δεν είναι κάτι το φυσικό, μα ένα εξαίσιο θαύμα.

Ακριβώς αυτό συνέβη στην Εκκλησία του Χριστού.

Βλέπω σαν δώδεκα πρόβατα εκείνους τους δώδεκα αποστόλους, τους οποίους εξαπέστειλε ο Κύριος στο παγκόσμιο κήρυγμα, σαν να τους έστειλε για πόλεμο στον κάμπο. Τους προειδοποίησε ο ίδιος:

« Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων».

Δεν είναι λύκοι μόνον οι χριστιανομάχοι Ιουδαίοι. Είναι και οι δράκοντες, οι αποστάτες και οι αντίθεοι δαίμονες.

Αναρίθμητα θηρία ορατών και αοράτων εχθρών, που βγήκαν με ακράτητη οργή και θυμό να πολεμήσουν τα πρόβατα του Χριστού, τη νεόλεκτο Εκκλησία.

Μα τι παράδοξο είναι το θέαμα που βλέπω!

Βλέπω πως εκείνα τα λίγα πρόβατα νίκησαν, έδιωξαν, διεσκόρπισαν και λύκους και λιοντάρια, και τυράννους και δαίμονες και όλους τους εχθρούς.

Βλέπω πως αυτοί οι ταπεινοί κατενίκησαν τους υπερήφανους, οι άοπλοι τους δυνατούς, οι φτωχοί τους βασιλείς, οι αγράμματοι τους φιλοσόφους.

Οι δώδεκα έγιναν αναρίθμητοι, αυξήθηκαν, επληθύνθησαν, γέμισαν όλη τη γη.

«Εις πάσαν την γην έξήλθεν ο φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών».

Βλέπω πως πάνω στα τρόπαια του Καπιτωλίου της Ρώμης υψώθηκε ο Σταυρός του Χριστού.

Βλέπω πως στην Αθήνα επεσεν ο βωμός ο αφιερωμένος «αγνώστω θεώ» και προσκυνείται ο Εσταυρωμένος.

Βλέπω πως καθώς λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «εν χρόνω βραχεί αλιείς και τελώναι αυτής των πόλεων επελάβοντο κορυφής» και «ο σκηνοποιός την Ελλάδα, την βάρβαρον πάσαν επέστρεψε».

Βλέπω πως ό λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα.

Βλέπω παν όρος και βουνόν τεταπεινωμένον, τα σκολιά εις ευθείας, τας τραχείας εις οδούς λείας. Πάσα σαρξ βλέπει το σωτήριον του Θεου ημών.

Βλέπω έθνη βάρβαρα βαπτισμένα, πόλεις, επαρχίες, βασίλεια ορθόδοξα.

Βλέπω ερήμους γεμάτες ασκητές, μοναστήρια γεμάτα από αγίας παρθένους.

Βλέπω πλήθη αναρίθμητα μαρτύρων, τα όποια για την αγάπη του Χριστού τρέχουν ως πρόβατα επί σφαγήν, τρέχουν στο μαρτύριο.

Βλέπω τον πριν άθεο ή πολύθεο κόσμο, τον πρότερον ασεβή και ακάθαρτο να γίνεται ευσεβής, άγιος, χριστιανικός. Παντού κηρύττεται το Ευαγγέλιο, παντού νικα η πίστη «αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών».