Ορθόδοξη πίστη

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (3)

8 Μαΐου 2009

MotherofGodGrowerofCrops

Επισκόπου Διοκλείας Κάλλιστου Γουέαρ.

Ωρίμανση

Τέτοιο είναι το αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο: ελεύθερο, ευχαριστιακό, κοινωνικό – αυτό που, σύμφωνα με το παράδειγμα του στάρετς Ζωσιμά του Ντοστογιέφσκι, καθιστά τον εαυτό του «υπεύθυνο για όλους και για όλα». Σ’ αυτά τα τρία χαρακτηριστικά πρέπει να προστεθεί και ένα τέταρτο: η ωρίμανση, η πορεία προς τα εμπρός, η συνεχής πρόοδος. «Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού εσμέν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα» (Α´ Ιω. 3,2). Το ανθρώπινο πρόσωπο δεν είναι στατικό ή στάσιμο, αλλά είναι δυναμικό. Είναι ένας οδοιπόρος, ένας ταξιδευτής – homo viator.

Αυτή η δυναμική όψη της ανθρώπινης προσωπικότητας συχνά εκδηλώνεται κάνοντας μία διάκριση μεταξύ της εικόνας και της ομοίωσης του Θεού. Ο συγγραφέας της Γεν. 1,26, όταν έγραψε τις λέξεις «κατ’ εικόνα ημέτεραν και καθ’ ομοίωσιν» πιθανόν δεν είχε την πρόθεση να δημιουργήσει αντίθεση μεταξύ των δυο όρων. Απλώς εκατανοούντο ως δυο παράλληλοι. Οι Έλληνες όμως Πατέρες – ιδιαίτερα ο Άγιος Ειρηναίος, ο Ωριγένης, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός4 – τους ερμηνεύουν ως να έχουν διαφορετικό νόημα. Η εικόνα, σύμφωνα με τη δική τους εξήγηση, δηλώνει αυτό που ο άνθρωπος κατέχει από την αρχή και το οποίο, παρά την Πτώση, ποτέ δεν χάθηκε εντελώς. Η «ομοίωση» δηλώνει τον έσχατο σκοπό μας, την πληρότητα του αγιασμού και της ζωής εν Θεώ, τη θέωση. Εικόνα είναι τα αρχικά χαρίσματα που δόθηκαν στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία, ομοίωση ο τελικός σκοπός που πρέπει να εκπληρωθεί μέσω της ορθής χρήσης της ελευθερίας, με τη χάρη πάντοτε του Θεού. Εικόνα είναι η δυνατότητα για πραγματοποίηση της ομοίωσης, η αφετηρία και το τέρμα. Η Εικόνα δεν είναι ποτέ αυτάρκης. Πάντοτε κοιτά προς τα εμπρός, κατευθύνεται πάντα προς την ομοίωση για να εκπληρωθεί. Ο άνθρωπος ταξιδευτής, ο homo viator, σε όλη του τη ζωή βρίσκεται σ’ ένα ταξίδι από την εικόνα στην ομοίωση.

Οι χριστιανοί συγγραφείς συχνά μίλησαν για το «πρωτόκτιστον κάλλος» του ανθρωπίνου γένους, στον Παράδεισο. Ο Αδάμ κατά τη δημιουργία του, με μια τέτοια θεώρηση, προικίστηκε με όλο το πλήρωμα της αγιότητας και της γνώσεως. Για μας σήμερα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθούμε τι σημαίνει αυτό. Είναι λοιπόν σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν είναι ο μοναδικός τρόπος που εξετάζεται η προπτωτική κατάσταση του ανθρώπου στη χριστιανική παράδοση. Υπάρχει ακόμη μια προσέγγιση που βρίσκεται σε συγγραφείς του δευτέρου αιώνα, όπως για παράδειγμα οι Θεόφιλος Αντιοχείας και Ειρηναίος, και η οποία προσαρμόζεται πολύ καλύτερα στη δυναμική διάκριση που κάναμε μεταξύ εικόνας και ομοίωσης. Ο άνθρωπος στην πρώτη δημιουργία, εισηγούνται αυτοί οι συγγραφείς, ήταν σαν νήπιο – τέλειος όχι τόσο ενεργεία, όσο δυνάμει. Δεν ήταν προικισμένος με την πληρότητα της σοφίας και της δικαιοσύνης αλλά βρισκόταν απλώς σε μια κατάσταση απλότητας και αθωότητας. «Ήταν ένα παιδί που δεν είχε ακόμη αναπτυγμένη τέλεια την αντίληψή του», σημειώνει ο Ειρηναίος. «Απαραίτητα έπρεπε να ωριμάσει και να φτάσει στην τελειότητα».5 Ο Δημιουργός Θεός έβαλε τα πόδια του Αδάμ στο σωστό δρόμο, όμως ο Αδάμ είχε μπροστά του πολλή απόσταση να διανύσει ώσπου να φτάσει στο τέρμα του ταξιδιού του. Ο homo viator δεν ταξιδεύει σ’ ένα κλειστό κύκλο αλλά κατά μήκος μιας γραμμής που οδηγεί προς τα πάνω.

Αυτό το σημείο δικαιώνεται αν δοθεί η πραγματική βαρύτητα στην Ενσάρκωση του Χριστού. Λαμβάνοντας τη δική μας ανθρώπινη φύση στη δική του κατά την ενσάρκωση και «θεώνοντας» την κατά τη Μεταμόρφωση, Ανάσταση και Ανάληψη, ο Λόγος εισήγαγε στην ανθρωπότητα ένα νέο στοιχείο, μια πιο πλήρη διάσταση που δεν υπήρξε σ’ αυτήν από την αρχή. Δεν αποκατάστησε απλώς την εικόνα αλλά χάρισε στο καθ’ ομοίωση πλατύτερες δυνατότητες. Το τέλος αξίζει περισσότερο από την αρχή· εσχατολογία δεν είναι απλώς αρχαιολογία.

Όμως όλα δεν σταματούν εδώ. Σύμφωνά με το Βίο του Μωυσέως του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης (330-395), η πορεία του ανθρώπου προς τα εμπρός και η συνεχής ωρίμανσή του – ο Γρηγόριος την αποκαλεί επέκταση, που σημαίνει την κίνηση εις το πέραν, πέρα απ’ αυτό που βρίσκεται μπροστά (ιδέ Φιλ. 3:13) – θα συνεχιστεί αδιάκοπα όχι μόνο σ’ αυτή τη ζωή αλλά και στην άλλη, στην αιωνιότητα. Όχι μόνο στη γη, αλλ’ εξ ίσου στον ουρανό, η ωρίμανση είναι ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινής μας προσωπικότητας. Αφού ο Θεός είναι ατελεύτητος, πιστεύει ο Γρηγόριος, η σεσωσμένη ανθρώπινη φύση δεν θα πάψει ποτέ να μετέχει έτι και έτι πληρέστερον στην απέραντη δόξα και αγάπη του Θεού. Η γνώση μας γι’ αυτόν, ενώ συνέχεια αυξάνεται ποτέ δεν θα εξαντληθεί. Η ουσία της τελειότητας συνίσταται παραδόξως στο γεγονός ότι ποτέ δεν γινόμαστε τέλειοι αλλά συνεχίζουμε να μεταμορφωνόμαστε από «δόξης εις δόξαν» (Β´ Κορ. 6:18). Όπως γράφει ο Jean Danielou, «κάθε τέλος είναι μία καινούργια αρχή, και κάθε άφιξη είναι μοναχά μια νέα αναχώρηση».6 Κάθε σύνορο, στη σκέψη του Γρηγορίου, προϋποθέτει ένα πέραν· κάθε περιορισμός συνεπάγεται, ότι ο ίδιος είναι πεπερασμένος7. Η αιωνιότητα όπως και η ιστορία δεν είναι ένας κύκλος αλλά μία πορεία προς τα πάνω. Δεν είναι ένα γεωμετρικό σημείο αλλά μία ελικοειδής άνοδος.

Αυτό λοιπόν σημαίνει να είσαι γνήσιος άνθρωπος: να εκλέγεις, να ευχαριστείς, να μοιράζεσαι, να ωριμάζεις. Gloria enim, Dei vivens homo, βεβαιώνει, ο Άγιος Ειρηναίος: «Η δόξα του Θεού είναι ο ζωντανός άνθρωπος».8 Ας αγωνιστούμε να κάνουμε αυτή τη δόξα ολοένα και πιο εμφανή στον εαυτό μας. Ας γίνουμε περισσότερο όμοιοι του Θεού με το να γινόμαστε ακόμη περισσότερο άνθρωποι.

________________________________________

Υποσημειώσεις:

1. Βίος του Αγίου Παχωμίου 18, έκδ. Halkin, σσ. 30-31.

2. Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Βαθμίδα 28, P.G. 88, 1132A

3. Αυτή η ερμηνεία ξεκινά ήδη από τον 2ο αιώνα. Πρβλ. Θεοφίλου Αντιοχείας, Προς Αυτόλυκον, ΙΙ18· ιδέ επίσης Επιστολή του Βαρνάβα, V.5, VI.12· Ιουστίνου Μάρτυρος, Διάλογος προς Τρύφωνα, 1 XII.2.

4. Ιδέ Ειρηναίου, Κατά των αιρέσεων, V.i.3 και V.vi.1· Ωριγένους, Περί Αρχών, ΙΙΙ.vi.1· Μαξίμου, Περί Αγάπης, iii.25· Θεολογικά Κεφάλαια, i.13· Ιωάννου Δαμασκηνού, Περί Ορθοδόξου Πίστεως, ii.12. Η διάκριση επίσης βρίσκεται στους Κλήμη Αλεξανδρείας, Μεθόδιο, Κύριλλο Ιεροσολύμων, Ιωάννη Χρυσόστομο και Διάδοχο Φωτικής. Σε άλλους όμως Πατέρες, όπως τους Ιππόλυτο, Αθανάσιο, Γρηγόριο Ναζιανζηνό, Γρηγόριο Νύσσης, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Θεόδωρο Μοψουεστίας και Θεοδώρητο Κύρου, η διάκριση είτε απορρίπτεται είτε δεν εξετάζεται με καθαρό και συγκεκριμένο τρόπο.

5. Επεξήγησις Αποστολικού Κηρύγματος, 12· πρβλ. Θεοφίλου, Προς Αυτόλυκον, ii.24 και 27.

6. J. Danielou και H. Musurillo, From Glory to Glory: Texts from Gregory of Nyssa’s Mystical Writtings, London 1962, σελ. 69.

7. Εις το Άσμα Ασμάτων, P.G. 44, 1024 BCD.

8. Κατά των αιρέσεων, IV.xx[xxxiv].7.

Πηγή: «Ανθρωπος και Κοινωνία», Δοκίμια για τη θέση του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο, εκδόσεις Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, Πάφος 1991