Ορθόδοξη πίστη

Μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης για τη θέση της γυναίκας (1)

22 Μαΐου 2009

Ο Χριστός με την Μάρθα και την Μαρία. Μικρογραφία από δυτικό χειρόγραφο (1410).

Ο Χριστός με την Μάρθα και την Μαρία. Μικρογραφία από δυτικό χειρόγραφο (1410).

(υπό καθηγητού Κωνσταντίνου Νικολακόπουλου, Μόναχο)

εισήγηση στο 32ο Ιερατικό Συνέδριο της Ι. Μ. Γερμανίας, Μόναχο, 30.10 – 02.11.2001

Είναι ασφαλώς περιττό να τονισθεί, πως η προβληματική περί της θέσεως της γυναίκας στη χριστιανική Εκκλησία δεν αποτελεί κάποιο άγνωστο ούτε βεβαίως και πρόσφατο αντικείμενο ενασχόλησης των θεολόγων όλων των χριστιανικών ομολογιών. Σε ολόκληρη τη νεώτερη εποχή -μετά τη βιομηχανική επανάσταση και εντεύθεν-, όπου οι κοινωνικές δομές εξελίσσονται ραγδαία και η χειραφέτηση του γυναικείου φύλου αποκτά μία σαφέστερη θέση στο κοινωνικό γίγνεσθαι, λαμβάνουν ακατάπαυστα χώρα διάφορες συζητήσεις περί της θέσεως και συμμετοχής της γυναίκας στην οικογένεια, την κοινωνία, την παραγωγή, την πολιτική κτλ.

Έτσι λοιπόν και στο χώρο των χριστιανικών Εκκλησιών και περαιτέρω ομολογιών ακούγονται πολλές θέσεις και αντιθέσεις, τοποθετήσεις και διαξιφισμοί για τη θεολογική αξία του γυναικείου φύλου, τη δυνατότητα προσφοράς και υπηρεσίας του στα εκκλησιαστικά δεδομένα και με αποκορύφωμα αναμφισβήτητα τη γνωστή μας πια προβληματική περί του δυνατού ή όχι της χειροτονίας των γυναικών σε υψηλά αξιώματα της ιερωσύνης.

Στα πλαίσια τόσο σπουδαίων προβληματισμών, πιστεύω, ότι μια αναδρομή στις πρώτες γραπτές πηγές της πίστης μας και συνόλου του χριστιανισμού γενικότερα θα προσφέρει αρκετές διαφωτιστικές υπηρεσίες στην εν συνεχεία πραγμάτευση των υπολοίπων πτυχών της περί των γυναικών προβληματικής. Δεν νομίζουμε ότι υπάρχει λόγος μέσα από μία τέτοια μελέτη, που αναφέρεται στον τομέα της Καινής Διαθήκης, να επιχειρηθεί η βεβιασμένη προσπάθεια γρήγορων τελικών δεσμευτικών λύσεων σε σύγχρονα προβλήματα, τα οποία άλλωστε εφάπτονται και πολλών άλλων διαφορετικών παραγόντων. Στις σκέψεις, που έπονται, θα προσπαθήσουμε να σταχυολογήσουμε βασικές μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης σχετικά με το θέμα μας, αφού πρώτα αναφερθούμε σύντομα στα κοινωνικοπολιτιστικά δεδομένα της εποχής και σε αναφορική μάλιστα σχέση με το υπόβαθρο της Παλαιάς Διαθήκης. Σε ένα επόμενο βήμα θα πραγματευθούμε το θέμα της γυναίκας εν στενή αναφορά ως προς τη διδαχή και γενικότερη κοινωνική συμπεριφορά του Ιησού Χριστού, ενώ στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με τις ενδιαφέρουσες και πολυσυζητημένες μαρτυρίες και τοποθετήσεις περί της θέσεως της γυναίκας στην πρώτη Εκκλησία, έτσι όπως τις έχουν καταγράψει τα αποδιδόμενα στον Απόστολο Παύλο επιστολικά κείμενα. Ένας συμπερασματικός επίλογος θα ολοκληρώσει την παρούσα μελέτη.

Η Καινή Διαθήκη εν σχέσει προς την Παλαιά

Αναμφίβολα η θέση της γυναίκας μέσα στο βιβλικό περιβάλλον εντάσσεται πλήρως στους ισχύοντες κοινωνικοπολιτιστικούς κανόνες και τα δεδομένα της εποχής. Αν αναφερθούμε παραδειγματικά στα ιστορικά βιβλία της Καινής Διαθήκης, που η τελική τους συγγραφή τοποθετείται βεβαίως στο δεύτερο ήμισυ του 1ου αι. μ.Χ., θα διαπιστώσουμε αυτομάτως ότι τόσο τα τέσσερα Ευαγγέλια ομού όσο και οι Πράξεις των Αποστόλων περιέχουν πάμπολλα „λόγια“ και άλλες διηγήσεις, όπου γυναίκες όχι μόνο εμπλέκονται στη ροή των γεγονότων αλλά μερικές φορές μάλιστα παίζουν και καθοριστικά πρωταγωνιστικό ρόλο. Τέτοιου είδους κείμενα μάς αποκαλύπτουν συνάμα μια εσωτερικά ενυπάρχουσα αντιθετική δυναμικότητα, που προκαλείται από την αντιπαράθεση μεταξύ μιας νέας ανθρωπολογικής αντιλήψεως των θεολογικών συνισταμένων του χριστιανισμού αφενός και των μέχρι πρότινος παραδεδομένων ηθικοκοινωνικών παραμέτρων του τότε ιουδαϊκού-ελληνιστικού κόσμου αφετέρου.

Η βασική τοποθέτηση της Παλαιάς Διαθήκης αναφορικά με τη θέση και το ρόλο της γυναίκας επικεντρώνεται κυρίως στους τίτλους „σύζυγος“ και „μητέρα“. Πρόκειται λοιπόν για τις αξίες που ανεγνωρίζοντο στη γυναίκα μέσα στα πλαίσια του οικογενειακού περιβάλλοντος (1). Βεβαίως στην Παλαιά Διαθήκη δεν μάς είναι άγνωστα και τέτοιου είδους κείμενα, στα οποία παρουσιάζονται είτε ρομαντικά στοιχεία αγάπης (Άσμα ασμάτων) είτε ηρωικά κατορθώματα γυναικών σε κρίσιμες στιγμές του ισραηλιτικού έθνους (Εσθήρ, Ιουδίθ). Στο υπόβαθρο αυτής της παλαιοδιαθηκικής προβληματολογίας όμως αναδύεται ένα βασικό κεντρικό ερώτημα, που ταλανίζει όχι χωρίς λόγο τους μελετητές της Βίβλου: επαινείται άραγε στην Παλαιά Διαθήκη η ίδια η γυναίκα καθ΄ εαυτήν ή μήπως εκτιμούνται τα κατορθώματά της σε συσχετισμό με την ωφελιμότητα που έχουν για το σύζυγό της; Δηλαδή με άλλα λόγια, τοποθετείται η προβληματική στο σημείο, μήπως σε τελική ανάλυση κριτήριο του επαίνου της γυναίκας αποτελεί η παραδοχή της εκ μέρους του συζύγου(2) : κατά πόσον η γυναίκα του ταιριάζει, του αρέσει ή κατά πόσον τον υπηρετεί σωστά. Αποτελεί δε γενικότερα αποδεκτό ισχυρισμό, ότι, όπου στην Παλαιά Διαθήκη εξυψώνεται μία γυναίκα, αυτό γίνεται με κριτήριο τη σημασία και αξία που έχει αυτή για το σύζυγό της(3).

Αντιθέτως μέσα στις νέες διαστάσεις, που αναδύονται από τη διάδοση και εξάπλωση του χριστιανικού ευαγγελίου, διαπιστώνεται μία διαφορετική προσέγγιση. Αυτό φαίνεται διάφανα στη συμπεριφορά του ίδιου του Θεανθρώπου, ο οποίος δεν αρνείται στη γυναίκα την ιδιαίτερή της αξία. Αποκορύφωμα δε αυτής της τακτικής είναι το γεγονός, ότι ο Χριστός στην εσχατολογική συνάφεια των διδαχών του δεν κάνει διακρίσεις και προ της τελικής κρίσεως τοποθετεί στο ίδιο σκαλί άνδρα και γυναίκα.

Σαφώς λοιπόν οι ηθικοκοινωνικές –με άλλα λόγια: οι ανθρωπολογικές- παράμετροι του Χριστιανισμού δεν μπόρεσαν να εναρμονισθούν με αυτές της εποχής εμφάνισης και εξάπλωσής του, όπου κυριαρχούσε άλλη ηθική και κοινωνική κοσμοθεωρία και τάξη. Στα καινοδιαθηκικά κείμενα του 1ου αι. μ.Χ. ανακαλύπτουμε συνεπώς ότι οι πρωτοχριστιανικές κοινότητες αναγκάζονται σε ορισμένα τουλάχιστον σημεία διαβίωσης να ακολουθούν συγκεκριμένους συμβιβασμούς. Σε αρκετές επιστολές της Καινής Διαθήκης παρατίθενται για παράδειγμα συνιστώμενες φόρμες κοινωνικής συμβίωσης έναντι των κρατικών αρχών, του οικογενειακού περιβάλλοντος, των φιλικών ή αγνώστων προσώπων και φυσικά έναντι των δούλων. Ιδιαίτερα εντός της οικογένειας υπάρχουν σε μερικά βιβλία της Καινής Διαθήκης κατάλογοι ηθικών διατάξεων και συγκεκριμένες συστάσεις συμπεριφοράς ανάμεσα στη γυναίκα και τον άνδρα, στους γονείς και τα παιδιά, στους δούλους και τους κυρίους (π.χ. Κολ 3,18-22 ή Εφ 6,1-9).

Η „σιωπηλή“ δυναμική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κοσμοθεωρία του χριστιανικού ευαγγελίου και την τότε κοινωνική καθεστηκυία τάξη παρουσιάζεται με ενδιαφέροντα τρόπο στα κείμενά μας. Οι οπαδοί του Ιησού ψάχνουν αγωνιωδώς να βρουν μια ικανοποιητική λύση, ώστε μέσα στην κοινωνική διάρθρωση της εποχής να ζήσουν σεβόμενοι και πραγματώνοντας το θέλημα του Θεού. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης είχαν έντονη τη συναίσθηση της θείας αποστολής τους, γι΄ αυτό και δεν εκφράζονται ως κοινωνικοί μεταρρυθμιστές ή ταξικοί επαναστάτες, αλλά ως θεολογικοί θεμελιωτές των αληθειών που εκφράζουν τα έργα τους. Είναι δεδομένο ότι αυτές οι αλήθειες χύθηκαν στα καλούπια του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου και έτσι το ευαγγέλιο αναμίχθηκε με τις κοινωνικοπολιτιστικές δομές εκείνης της εποχής. Εδώ άλλωστε καλείται η βιβλική ερμηνευτική να ξεκαθαρίσει τις αυτούσιες κοσμοσωτήριες αλήθειες του ευαγγελίου από τα τότε σχετικά δεδομένα, τα οποία αναμφισβήτητα διαφοροποιούνται από καιρό σε καιρό.

(συνεχίζεται)

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον