Ορθόδοξη πίστη

Μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης για τη θέση της γυναίκας (2)

23 Μαΐου 2009

Ο Χριστός με την Μάρθα και την Μαρία. Μικρογραφία από δυτικό χειρόγραφο (1410).

Συνέχεια από (1)

Όχι μόνο στην κοινωνική του συμπεριφορά, αλλά κατ’ εξοχήν στη θεολογική του επιχειρηματολογία αναφορικά με τη γυναίκα, μπορούμε ανεπιφύλακτα να ισχυριστούμε, ότι ο Ιησούς „πρωτοτύπησε“. Πέρα από το αδιάψευστο γεγονός, ότι ο Χριστός με την τοποθέτησή του έναντι των γυναικών παραβίασε πολλές κοινωνικοπολιτιστικές διατάξεις της εποχής του, πρέπει να τονισθεί ότι στα λόγια του εμφαίνεται μια καινούρια χροιά αναφορικά με την μέχρι τούδε επικρατούσα θέση και αξία της γυναίκας. Μέσα λοιπόν στα πλαίσια της εσχατολογικής αξιολογήσεως της πίστεως στο νέο κόσμο που θεμελιώνεται, ο Ιησούς ασφαλώς εξισώνει γυναίκες και άνδρες σχετικοποιώντας το θεσμό της οικογένειας. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα στο Μκ 3,31-35, όπου μεταξύ των άλλων ο Χριστός αντιπαρέρχεται τη μητέρα του και προβάλλει ως κύριο κριτήριο τη χειροπιαστή πίστη: „ος αν ποιήση το θέλημα του θεού, ούτος αδελφός μου και αδελφή και μήτηρ εστίν“. Στη ίδια τροχιά κινείται και η απάντησή του στο Λκ 11,27-28, όταν κάποια άγνωστη γυναικεία φωνή τού επαινεί τη μητέρα που τον γέννησε και τον θήλασε: „μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του θεού και φυλάσσοντες“. Ακριβώς την ίδια σχετικοποίηση των κοινωνικών δομών εν όψει της ερχόμενης βασιλείας του Θεού διακηρύσσει περιληπτικά και ο Παύλος σε μία βαπτιστήρια διατύπωση της Γαλ 3,28: „ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού“.

Ο Ιησούς πλησιάζει, εμπνέει και συνδιαλέγεται με τις γυναίκες του καιρού του πολλές φορές κατά τρόπο σκανδαλιστικό για τους άλλους, συμπεριλαμβανομένων και των δώδεκα μαθητών του. Ο κύριος της ζωής και του θανάτου διδάσκει αιώνια ρήματα τη σαμαρίτιδα, όπως „πνεύμα ο θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν“ (Ιν 4,24) και περαιτέρω έκπληκτοι „οι μαθηταί αυτού εθαύμαζον ότι μετά γυναικός ελάλει“ (Ιν 4,27). Επίσης προκαλεί με τον τρόπο του τη συροφοινίκισσα γυναίκα από την Τύρο να αποκαλύψει και στους άλλους την παγκόσμια αποστολή του μεσσιανικού κηρύγματος: „κύριε και τα κυνάρια υποκάτω της τραπέζης εσθίουσιν από των ψιχίων των παιδίων“ (Μκ 7,28). Ανατρέπει κοινωνικά δεδομένα υπερασπίζοντας την αξία της γυναίκας που κατεπιέζετο από την ανδρική εξουσία της εποχής. Σ’ αυτή τη συνάφεια υπάγεται και το λόγιο του Ιησού από την επί του όρους ομιλία: „εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού“ (Μτ 5,27), καθώς επίσης και ολόκληρη η συνοπτική παράδοση περί των δυνατοτήτων διαζυγίου (Μκ 10,2-12; Μτ 19,3-9; Λκ 16,18).

Ο Ιησούς εκτός των άλλων επεμβαίνει και για την αποκατάσταση γυναικών που επλήγησαν από κοινωνικές αδικίες (όπως χήρες ή γυναίκες με χρηματικά χρέη) καθώς επίσης και για τη στήριξη γυναικών που υπήρξαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης (όπως εκδιδόμενες γυναίκες). ΄Ετσι βρίσκει το θάρρος να μεσολαβήσει στον παρ’ ολίγον λιθοβολισμό μιάς μοιχευομένης γυναίκας με την αποστομωτική του πρόκληση: „ο αναμάρτητος υμών πρώτος επ’ αυτήν βαλέτω λίθον“ (Ιν 8,7). Είναι χαρακτηριστικό ότι η υποστήριξη κοινωνικών μειονοτήτων εκ μέρους του Ιησού δεν έχει απλώς μια κοινωνικοθρησκευτική σημασία, αλλά κυρίως μια βαθειά θεολογική: η θεία αγάπη εμφανίζεται και εγκαθιδρύεται ακριβώς μέσα στο βάραθρο της ταλαιπωρίας και της διαφθοράς μιας καταπιεσμένης τάξεως, όπως αυτής των γυναικών. Εκεί ακριβώς αποσκοπούν και οι ρητορικές ερωτήσεις του Χριστού προς την κατηγορουμένη γυναίκα: „γύναι, πού εισιν; ουδείς σε κατέκρινεν; η δε είπεν. ουδείς, κύριε. είπεν δε ο Ιησούς. ουδέ εγώ σε κατακρίνω. πορεύου, και από του νυν μηκέτι αμάρτανε“ (Ιν 8,10-11). Στην ίδια συνάφεια ανήκει και η διήγηση περί εκείνης της αμαρτωλού γυναίκας, η οποία ως „ποταπή“ (Λκ 7,39) εισήλθε στην οικία του Φαρισαίου Σίμωνος και „κλαίουσα τοις δάκρυσιν ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού … και κατεφίλει … και ήλειφεν τω μύρω“ (Λκ 7,38). Ο Χριστός εξέπληξε και εσκανδάλισε τους πάντες, όταν αντί για ευχαριστίες συγχώρησε τις αμαρτίες αυτής της γυναίκας „ότι ηγάπησεν πολύ“ (Λκ 7,47).

Το χαρακτηριστικότερο δείγμα του νέου ριζοσπαστικού τρόπου κατανοήσεως και αξιολογήσεως του γυναικείου φύλου εκ μέρους του Χριστού είναι το ζήτημα της μαθητείας γυναικών κοντά του. Βεβαίως ο στενός κύκλος των δώδεκα μαθητών απετελείτο αποκλειστικά από άνδρες, κάτι το οποίο ήταν φυσικό και αυτονόητο για τα ιουδαϊκά δεδομένα(4). Όμως ο Ιησούς, θα λέγαμε, αντιτίθεται στις τότε κοινωνικές συνήθειες και προκαλεί ενσυνείδητα τα ήθη της εποχής του δεχόμενος στα πλαίσια ενός ευρύτερου κύκλου μαθητών και γυναίκες, στις οποίες παραδοσιακά απεδίδετο συνήθως ο ρόλος αυτών που ασχολούντο αποκλειστικά με την εστία της κατοικίας τους. Ο όρος „μαθήτρια“, που απαντά στην Καινή Διαθήκη (Πρ 9,36) παράλληλα με το γνωστό και ευρύτατα χρησιμοποιούμενο όρο „μαθητής“, δηλώνει ακριβώς το σχηματισμό βοηθητικών τρόπον τινά κύκλων γυναικών, συνεργαζομένων με τον Ιησού και τους Αποστόλους(5). Αξιοσημείωτη είναι δε σ’ αυτή τη συνάφεια μία άκρως ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Απολογητού Ιουστίνου, ο οποίος σημειώνει: „και πολλοί τινες και πολλαί, εξηκοντούται και εβδομηκοντούται, οι εκ παίδων εμαθήτευσαν τω Χριστώ“(6) .

Οι μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης για το γεγονός αλλά και για την αξιολόγηση της μαθητείας των γυναικών είναι σαφείς. Η ομολογία πίστεως της Μάρθας, λόγου χάριν, κατά το περιστατικό της αναστάσεως του αδελφού της Λαζάρου „συ ει ο χριστός ο υιός του θεού ο εις τον κόσμον ερχόμενος“ (Ιω 11,27) αποτελεί μία ισάξια ομολογία μαθητείας με αυτή του Πέτρου „συ ει ο χριστός ο υιός του θεού του ζώντος“ (Μτ 16,16). Ένα θαυμάσιο διδακτικό παράδειγμα μαθητείας γυναικών μάς παραδίδει επίσης ο ευαγγελιστής Λουκάς κατά την περικοπή της επισκέψεως του διδασκάλου στο σπίτι των αδελφών Μάρθας και Μαριάμ (Λκ 10,38-42). Η μαθήτρια Μαριάμ εκάθησε εξ αρχής κάτω κοντά στα πόδια του Ιησού, αφουγκραζόμενη τα σωτήρια λόγια του Μεσσία, ακριβώς όπως εκάθοντο οι ιουδαίοι μαθητές κοντά στους αββάδες τους. Όταν μάλιστα η Μάρθα διαμαρτυρήθηκε στο Χριστό ότι η αδελφή της δεν τη βοηθάει στην περιποίηση των φιλοξενουμένων, πήρε από το διδάσκαλο την επιβεβαιωτική απάντηση της μαθητείας: „ενός εστιν χρεία. Μαριάμ γαρ την αγαθήν μερίδα εξελέξατο ήτις ουκ αφαιρεθήσεται αυτής“ (Λκ 10,42). Για μια ακόμη φορά υπογραμμίζει ο Χριστός την τοποθέτησή του: η μαθητεία μιας γυναίκας αξίζει πολύ περισσότερο απ’ όσο η εργασία και η προσφορά στην κουζίνα.

Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι υπήρξε κάποιος πυρήνας γυναικών που ακολούθησε το Χριστό στο μεγαλύτερο μέρος της δράσης του και μάλιστα μέχρι το θάνατο και την ανάστασή του. Αυτές τις πληροφορίες τις εμπεριέχουν με παραλλαγές όλα τα Ευαγγέλια, τα οποία, αν και συντάχθηκαν τελικά μερικές δεκαετίες μετά το θάνατο του Ιησού, ωστόσω διατήρησαν αυτή τη σπουδαία περί γυναικών παράδοση προφανώς για να ωφελήσει και τις μεταγενέστερες χριστιανικές κοινότητες. Σ’ αυτή τη συνάφεια είναι έντονα χαρακτηριστική η εικόνα που μάς δίνει το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο κατά την περιγραφή της κηρυγματικής δράσης του Ιησού και των δώδεκα δια μέσου χωριών και πόλεων. Η συντακτική επεξεργασία που επέφερε ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του, στηριζόμενος στο κατά Μάρκον, τη λεγόμενη πηγή των λογίων και το ιδιαίτερό του υλικό(7), οδήγησε σε μία για τη θεματική μας ενδιαφέρουσα περικοπή (Λκ 8,1-3) εντασσομένη σε μια εξ αρχής διαφορετική συνάφεια απ’ ότι η αντίστοιχη των άλλων δύο συνοπτικών Ευαγγελίων. Το εκπληκτικό της διήγησης αποκαλύπτεται στη συνέχεια, όπου αναφέρεται πως κοντά σ’ αυτούς ήσαν „και γυναίκες τινες αι ήσαν τεθεραπευμέναι από πνευμάτων πονηρών και ασθενειών, Μαρία η καλουμένη Μαγδαληνή, αφ’ ης δαιμόνια επτά εξεληλύθει, και Ιωάννα γυνή Χουζά επιτρόπου Ηρώδου και Σουσάννα και έτεραι πολλαί“ (Λκ 8,2-3). Όσο εκπληκτικό είναι το γεγονός της μαθητείας γυναικών κοντά σε ένα άνδρα, πράγμα αδιανόητο για τα δεδομένα της Παλαιστίνης(8) , ακόμη θαυμαστότερη και εκπληκτικότερη είναι η πληροφορία του Λουκά, ότι αυτές οι γυναίκες „διηκόνουν αυτοίς εκ των υπαρχόντων αυταίς“ (Λκ 8,3). Το ότι λοιπόν γυναίκες χρηματοδοτούσαν τις ιεραποστολικές ανάγκες ανδρών αποτελούσε το άκρο άωτο του αδιανόητου για την εποχή, εφ’ όσον είναι γνωστό ότι οι κυνικοί φιλόσοφοι και περιοδεύοντες κήρυκες εκάλυπταν τα έξοδά τους μέσω επαιτείας. Εδώ θα μπορούσαμε επίσης να αναφέρουμε κάποια παράλληλη πληροφορία από την πρώιμη Αποστολική Εκκλησία, όπως μαρτυρεί ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναίκας, που έθεσε τα υπάρχοντά της στη διάθεση του ευαγγελίου αποτελεί η Μαρία, η μητέρα του Μάρκου. Το σπίτι της στα Ιεροσόλυμα εχρησίμευε ως μυστικός τόπος λειτουργικών και περαιτέρω συνάξεων των χριστιανών, όπως π.χ. συνέβη όταν ο δραπέτης Πέτρος κατέφυγε να κρυφθεί „επί την οικίαν της Μαρίας της μητρός Ιωάννου, του επικαλουμένου Μάρκου, ου ήσαν ικανοί συνηθροισμένοι και προσευχόμενοι“ (Πρ 12,12).

Επανερχόμενοι στη σχετική διήγηση του ευαγγελιστού Λουκά θα τονίσουμε την ενιαία δομή του περιεχομένου ως προς τις γυναίκες μαθήτριες. Η ίδια λοιπόν ομάδα γυναικών, που υποστηρίζει οικονομικά τις κηρυγματικές περιοδίες του και ακολουθεί τον Ιησού μαζί με τους δώδεκα από τη Γαλιλαία μέχρι την Ιουδαία, ευρίσκεται επίσης κοντά του τις τελευταίες ώρες του πάθους. „Ήσαν δε εκεί γυναίκες πολλαί από μακρόθεν θεωρούσαι, αίτινες ηκολούθησαν τω Ιησού από της Γαλιλαίας διακονούσαι αυτώ“, μας πληροφορεί και ο ευαγγελιστής Ματθαίος (Μτ 27,55). Οι γυναίκες αυτές „αι συνακολουθούσαι αυτώ από της Γαλιλαίας“ είναι παρούσες και κατά τη σταύρωση „ορώσαι ταύτα“ (Λκ 23,49). Όμως ο ευαγγελιστής Λουκάς δεν διακόπτει εδώ τη συνολική εικόνα που θέλει να δώσει για τις γυναίκες ακολούθους. Μετά το θάνατο, την αποκαθήλωση και την ταφή του Ιησού οι γυναίκες παραμένουν κοντά στα γεγονότα. „Κατακολουθήσασαι δε αι γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι εκ της Γαλιλαίας αυτώ, εθεάσαντο το μνημείον και ως ετέθη το σώμα αυτού, υποστρέψασαι δε ητοίμασαν αρώματα και μύρα“ (Λκ 23,55-56). Είναι μάλιστα οι πρώτοι μάρτυρες και οι πρώτοι κήρυκες της αναστάσεως του Κυρίου: „Και υποστρέψασαι από του μνημείου απήγγειλαν ταύτα πάντα τοις ένδεκα και πάσιν τοις λοιποίς“ (Λκ 24,9. Βλ. επίσης Μτ 28,10. Μκ 16,7.10. Ιν 20,1). Έτσι λοιπόν οι διηγήσεις των Ευαγγελίων προσδίδουν στις γυναίκες ένα σπουδαίο και καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση και επικράτηση της χριστιανικής παραδόσεως σχετικά με την ανάσταση του Κυρίου.

Εδώ θα μπορούσαμε επιγραμματικά να αναφέρουμε πως σε αντίθεση με τις ευαγγελικές περικοπές ο Παύλος δεν μνημονεύει με σαφήνεια γυναίκες στο σημαντικό τμήμα περί μαρτύρων της αναστάσεως στο Α΄ Κορ 15,5-8. Τοιουτοτρόπως προσαρμόζεται στα τότε κοινωνικοπολιτιστικά δεδομένα μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας και ως συγγραφέας στοχεύει να προσδώσει „νομιμοποίηση“ στα συμβάντα επικαλούμενος μόνο μαρτυρίες ανδρών. Τουναντίον οι κινήσεις και πράξεις του Ιησού, έτσι όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, σαφώς διϊστανται σε μεγάλο βαθμό από τις τότε κοινωνικές καταστάσεις και συνήθειες. Ο Σωτήρας απευθύνεται εξ ίσου στον άνδρα και τη γυναίκα της εποχής (και κάθε εποχής) και τους ανοίγει ισάξια την ουράνια βασιλεία. Η Εκκλησία του συμπεριλαμβάνει την κοινωνία όλων των προσώπων, ανεξαρτήτου φύλου, όπως ακριβώς περιγράφει ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων την πρωτοχριστιανική Εκκλησία: „ούτοι πάντες ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή συν γυναιξίν και Μαριάμ τη μητρί του Ιησού και τοις αδελφοίς αυτού“ (Πρ 1,14).

Συνεχίζεται…

Πηγή : Αντιαιρετικό Εγκόλπιο