Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη ΙΙΙ

27 Μαΐου 2009
theophilos chatzimihail

Έργο του λαϊκού ζωγράφου της ρωμιοσύνης Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1870-1934).

Δώ πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του ματιού μας

δώ πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας πού σηκώνουμε πάντα στη ράχη μας

σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ το γόνα του μεσημεριού

οι άνθρωποι πάν μπροστά απ τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια μπρός απ τα σκιαθίτικα καΐκια

ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός πού βάφει τα φτερά του στο λιόγερμα

καί πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ άστρα

όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δώ πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια

κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια

κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μία κόκκινη γοργόνα

κάθε κοπέλα έχει μία φούχτα αλατισμένο φώς κάτου απ τη φούστα της

καί τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους

σάν τα χνάρια απ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Το ξέρουμε.

Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κεί πάνου.

Όταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης

καί σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς

ανηφορίζουν ως εδώ οι γριές απ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια

κάθουνται στη Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα

κάθουνται και μετράν τ αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους κουταλοπήρουνα

κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.

Ναί, αλήθεια, ο Ελκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλειά τους

όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο πού όλο πάει να ξεκολλήσει πάνου απ το πικρό του μάτι.

Από βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα πού δεν ξέρει παρακάλια

από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.

Αχ, θα φυσήξει μία να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης

Αχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι

Αχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα

θά δώσει μία με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα

καί θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μάς χορέψει τσάμικο καταμεσίς στην τάπια

καί ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει πού να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια

αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ τη Μεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό

στό πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος

κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη

όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.

Ήρθε η ώρα, λέει. Νάμαστε έτοιμοι.

Κάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

(από τα Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)