Άγ. Ιουστίνος ΠόποβιτςΆγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστηΣυναξαριακές Μορφές

Συν πάσι τοις Αγίοις – Ο Πρόλογος και ο Επίλογος στους «Βίους των Αγίων» (1)

20 Ιουνίου 2009

agioi_pantesτου Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Πριν από τον ερχομό του Σωτήρα Χριστού στον επίγειό κόσμο μας, εμείς οι άνθρωποι ξέραμε μόνο τον θάνατο και ο θάνατος εμάς. Κάθε τι το ανθρώπινο ήταν διαποτισμένο με το θάνατο, αιχμαλωτισμένο και κατανικημένο απ᾽ αυτόν. Ο θάνατος ήταν πιο κοντά και από τον εαυτό μας και περισσότερο πραγματικός από εμάς τους ίδιους· δυνατώτερος, ασυγκρίτως δυνατώτερος, από κάθε άνθρωπο χωριστά και από όλους τους ανθρώπους μαζί. Η γη ήταν μία φρικαλέα φυλακή του θανάτου και εμείς ανίσχυροι δέσμιοι και δούλοι του (πρβλ. Εβρ. 2, 14-15). Μόνο με την έλευση του Θεανθρώπου Χριστού «η ζωή εφανερώθη»· φανερώθηκε «η ζωή η αιώνιος» σε εμάς τους απελπισμένους θνητούς, τους άθλιους δούλους του θανάτου (πρβλ. 1 Ιωάνν. 1, 2). Αυτή τη «ζωήν αιώνιον» «εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών και αι χείρες ημών εψηλάφησαν»· αυτήν εμείς οι χριστιανοί «μαρτυρούμεν καί απαγγέλλομεν» προς όλους (1 Ιωάνν. 1, 1-2). Διότι ζώντες «εν κοινωνία» με το Σωτήρα Χριστό, ζούμε ήδη εδώ στη γη την αιωνία ζωή (πρβλ. 1 Ιωάνν. 1, 3). Από προσωπική μας εμπειρία το γνωρίζουμε: Ο Ιησούς Χριστός είναι «ο αληθινός Θεός καί ζωή αιώνιος». Γι αυτό και ήλθε Αυτός στον κόσμο: για να μας δείξει τον αληθινό Θεό και «εν Αυτώ» την αιωνία ζωή (1 Ιωάνν. 5, 11). Σ’ αυτό και μόνο υπάρχει η αληθινή, η πραγματική φιλανθρωπία: «ότι τον Υιόν αυτού τον Μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι᾽ Αυτού» (1 Ιωάνν. 4, 9) και εν Αυτώ την αιωνία ζωή. Γι᾽ αυτό «ο έχων τον Υιόν έχει την ζωήν· ο μη έχων τον Υιόν του Θεού την ζωήν ουκ έχει» (1 Ιωάνν. 5, 12), αλλά βρίσκεται όλος μέσα στο θάνατο. Η μόνη αληθινή ζωή μας, είναι η ζωή στον μόνο αληθινό Θεό και Κυρίον Ιησού Χριστό, επειδή είναι ολοκλήρωτικά αιωνία και ισχυρότερη από το θάνατο. Διότι, πως μπορεί να ονομασθεί ζωή εκείνη, που είναι μολυσμένη από τον θάνατο και τελειώνει σ’ αυτόν; Όπως το μέλι, όταν το ανακατέψουμε με το δηλητήριο δεν είναι πλέον μέλι, διότι μεταβάλλεται όλο σε δηλητήριο, έτσι και η ζωή, η οποία τελειώνει με τον θάνατο, δεν είναι πλέον ζωή.

Η φιλανθρωπία του Θεανθρώπου Χριστού δεν έχει όρια και τέλος. Διότι, για να αποκτήσουμε εμείς οι άνθρωποι την αιωνία ζωή, την εν Αυτώ και να τη ζήσουμε, δεν μας ζητείται ούτε μόρφωση, ούτε δόξα, ούτε πλούτος, ούτε τίποτε από εκείνα τα οποία μπορεί κάποιος από μας να μην έχει, αλλ᾽ απαιτείται εκείνο μόνο, το οποίον μπορεί καθένας μας να έχει: η πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό. Για τούτο Αυτός – ο Μόνος Φιλάνθρωπος – ανήγγειλε στο ανθρώπινο γένος το θαυμαστό ευαγγέλιο: «Ούτω ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον Μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ᾽ έχη ζωήν αιώνιον… Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάνν. 3, 16, 36). Από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, μόνος ο Χριστός, ως μόνος αληθινός Θεός, που δίνει στον άνθρωπο εκείνο που κανένας από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν μπορεί να δώσει, Αυτός μόνος είχε την εξουσία και το κύρος να δηλώσει: «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 47) και «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. 5, 24) ακόμη και σ’ αυτή τη ζωή.

Η πίστη στον Χριστό «ενώνει τον άνθρωπον με τον αιώνιο Κύριο, ο Οποίος κατά το μέτρο της πίστεως του ανθρώπου γεμίζει τη ψυχή του με την αιωνία ζωή και τότε αισθάνεται και κατανοεί τον εαυτόν του ως αιώνιο. Αυτό γίνεται τόσον περισσότερο, όσο ο άνθρωπος ζει κατ᾽ αυτήν την πίστη, η οποία αγιάζει σταδιακά τη ψυχή του, την καρδιά του, τη συνείδησή του, όλη την ύπαρξη του με τις θείες ενέργειες της χάριτος. Ανάλογα προς την πίστη του ανθρώπου αυξάνει και ο αγιασμός της φύσεώς του·καθώς γίνεται αγιώτερος ο άνθρωπος, αποκτά όλο και περισσότερο δυνατή, περισσότερο ζωντανή αίσθηση της προσωπικής του αθανασία· αποκτά επίγνωση της δικής του και της αιωνιότητας των πάντων. Πράγματι, η αληθινή ζωή του ανθρώπου αρχίζει με την πίστη του στόν Χριστό, η οποία πίστη παραδίδει στόν Κύριο όλη τη ψυχή, όλη την καρδιά, όλον τον νουν, όλη τη δύναμή του, – Αυτός δε αγιάζει, μεταμορφώνει και θεώνει όλα αυτά βαθμιαίως. Με αυτό τον αγιασμό, τη μεταμορφώση και θεώση, διαχέει ο Κύριος στόν άνθρωπο τις θείες ενέργειες της χάριτος, οι οποίες του δίνουν την παντοδύναμη αίσθηση και επίγνωση της προσωπικής του αθανασίας και αιωνιότητας. Πραγματικά: Η ζωή μας είναι τόσο ζωή, όσο είναι ζωή εν Χριστώ. Πόσο δε είναι εν τω Χριστώ; Αυτό φανερώνεται από την αγιότητά της· όσον περισσότερο αγία η ζωή, τόσον περισσότερο αθάνατος και αιώνια.

Τό αντίθετο προς αυτό συμβαίνει με τον θάνατο. Τι είναι ο θάνατος; Θάνατος είναι η «αποτελεσθείσα» αμαρτία (Ιακ. 1, 15)· η «αποτελεσθείσα» αμαρτία είναι ο χωρισμός από τον Θεό, στον Οποίον και μόνον βρίσκεται η ζωή και η πηγή της ζωής. Ευαγγελική, θεία αλήθεια είναι: Η αγιότητα είναι η ζωή, η αμαρτωλότης θάνατος· η ευσέβεια είναι ζωή, η ασέβεια θάνατος · η πίστη είναι ζωή, η απιστία θάνατος · ο Θεός είναι ζωή, ο διάβολος είναι θάνατος. Ο θάνατος είναι χωρισμός από τον Θεό, η δε ζωή επιστροφή προς τον Θεό και ζωή εν τω Θεώ. Αυτό ακριβώς είναι η πίστη: η αναζωοποίηση της ψυχής από τη νέκρα, η εκ νεκρών ανάσταση της ψυχής: «νεκρός ην, και ανέζησε» (Λουκ. 15, 24). Αυτήν τήν εκ νεκρών ανάσταση της ψυχής, την έζησε ο άνθρωπος γιά πρώτη φορά με τον Θεάνθρωπον Χριστόν · και τη ζει διαρκώς στην αγίαν Εκκλησία Του, διότι ολόκληρος ο Θεάνθρωπος βρίσκεται σ’ αυτήν, μεταδίδοντας τον Εαυτό του σε όλους τους πιστούς με τα άγια μυστήρια και τις άγιες αρετές. Όπου είναι Αυτός, εκεί πλέον δεν υπάρχει θάνατος, εκεί ο άνθρωπος «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», εκεί ζει ήδη την αιωνία ζωή. Με την ανάσταση του Χριστού εμείς «θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άλλης βιοτής τής αιωνίου απαρχήν».

Συνεχίζεται…