Ορθόδοξη πίστη

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΟΣ

28 Ιουνίου 2009

 

A-Ω

Όλα τα αντικείμενα, όλα τα φυσικά φαινόμενα, ολόκληρος ο κόσμος υπόκειται στην επιστημονική γνώση του άνθρωπου. Ο άνθρωπος με την παρατήρηση και τη συστηματική σκέψη (έρευνα) γνωρίζει τη φύση των διαφόρων πραγμάτων και φαινομένων του κόσμου. Η πλήρης και απόλυτη γνώση (επιστημονική γνώση) ενός πράγματος, αποτελεί ταυτόχρονα και απόδειξη, μια βεβαίωση για την ύπαρξη του. Οι γνώσεις επομένως του ανθρώπου είναι ταυτόχρονα και αποδείξεις για την ύπαρξη, τη φύση και τη λειτουργία των διαφόρων πραγμάτων του φυσικού κόσμου.

Ο Θεός όμως δεν ανήκει στο φυσικό κόσμο. Ο Θεός είναι μια υπερφυσική ύπαρξη. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι έξω και πέρα από το χώρο και τη μεθοδολογία της επιστήμης. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι πιο πάνω από τη δυνατότητα του ανθρώπου να τον ερευνήσει συστηματικά και έτσι να τον γνωρίσει, να αποδείξει δηλαδή με επιστημονικό τρόπο τη φύση και την ύπαρξή του. Αν μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, αν δηλαδή ο άνθρωπος μπορούσε να αποδείξει επιστημονικά τη φύση και την ύπαρξη του Θεού, τότε ο Θεός δεν θα ήταν Θεός, αλλά ένα μέρος του φυσικού, του κτιστού κόσμου. Ο Θεός δεν θα ήταν πάνω από τη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τον Άκτιστο από τα κτιστά, αλλά κάτω και επομένως όμοιος με όλα τα φυσικά και κτιστά όντα…

Γι’ αυτό και ο Κλήμης Αλεξανδρείας γράφει: «Ο Θεός αναπόδεικτος ων, ουκ εστίν επιστημονικός (Θεός)» (ΡG 8. 1365 Α).

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποδείξει με τα δικά του σχετικά γνωστικά μέσα και μεθόδους τη φύση και την ύπαρξη του Θεού. Ο Θεός μόνος του φανερώνει και αποκαλύπτει την ύπαρξή του στον άνθρωπο.

Και ο Θεός φανερώνει και αποκαλύπτει την ύπαρξή του μέσα από τη φυσική και υπερφυσική Αποκάλυψη. Ο Θεός φανερώνει την ύπαρξή του με όλα όσα δημιούργησε (φυσική Αποκάλυψη) και με όσα απ’ ευθείας φανέρωσε στους ανθρώπους (Αγία Γραφή, Ιησούς Χριστός).

Δεν αποδεικνύω εγώ την ύπαρξη του Θεού. Ο ίδιος ο Θεός φανερώνεται σε μένα. Η γνώση του Θεού δεν είναι επίτευγμα και κατόρθωμα ανθρώπινο. Αν ήταν έτσι, τότε εγώ ο άνθρωπος θα είχα ένα ακόμη λόγο να καυχώμαι: ότι ανεκάλυψα και απέδειξα την ύπαρξη του Θεού. Έτσι ο Θεός θα ήταν μια ακόμη, η μεγαλύτερη ίσως, ανακάλυψη του ανθρώπου!

Συνήθως ζητώ να βρω και να ανακαλύψω τον Θεό με το δικό μου τρόπο. Θέλω να βάλω τον Θεό κάτω από το μικροσκόπιο του εργαστηρίου μου. Να τον βρω σαν αποτέλεσμα των μαθηματικών υπολογισμών και μετρήσεων. Στις περιπτώσεις όμως αυτές επιτυγχάνω ακριβώς το αντίθετο: ο Θεός χάνεται από τα ερευνητικά μου μάτια και εξαφανίζεται μέσα από τους υπολογισμούς μου. Όσο αναζητώ τον Θεό με λαθεμένο τρόπο, Αυτός χάνεται από μπροστά μου. Αν θέλω να βρω και να γνωρίσω τον Θεό, πρέπει να τον παρακαλέσω να μου αποκαλυφθεί. Και ο Θεός αποκαλύπτεται σε όποιον του το ζητήσει. Αυτό το απλό μάθημα προσπαθεί να μας μάθει η Εκκλησία με την ωραία προσευχή της: «Σημειωθήτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ κατίδωμεν φως το άπρόσιτον» (Ευχή της Γ΄ Ώρας).

( Επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου, Η Αγάπη, Εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ.30-31)