Άγ. Ιουστίνος ΠόποβιτςΆγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη

Σχόλια πάνω στην έννοια της αμαρτίας (+Αρχιμανδρίτη Ιουστίνου Πόποβιτς)

30 Ιουλίου 2009

justinΑρχιμανδρίτη Ιουστίνου Πόποβιτς

«Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον, εστίν αμαρτία προς θάνατον ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση» (Α’ Ιωάν. ε’ 16).

Ευαγγελικός, δηλαδή σύμφωνος με το Ευαγγέλιο, είναι οποίος επιθυμεί για τον καθένα την σωτηρία και εργάζεται γι’ αυτό. Αυτή είναι η επιθυμία του Χρίστου απέναντι στον καθένα και αύτη πρέπει να γίνει και δική μας επιθυμία. Και αυτό σημαίνει: Δεν θέλουμε σε κανέναν να είναι στην αμαρτία και σε ό,τι είναι αμαρτωλό, αλλά επιθυμούμε στον καθένα να βρίσκεται στο καλό και σε ό,τι είναι θεάρεστο.

Δεν επιθυμούμε σε κανέναν τον θάνατο και ό,τι είναι θανατηφόρο, αλλά πάντα επιθυμούμε την αθανασία και αυτό που οδηγεί στην αθανασία. Δεν επιθυμούμε σε κανένα να είναι με τον διάβολο και με ό,τι είναι διαβολικό, αλλά επιθυμούμε ο καθένας να είναι με τον Χριστό και με ό,τι είναι του Χριστού. Οι άνθρωποι οι όποιοι αγαπούν την αμαρτία επιθυμούν για τον εαυτό τους τον θάνατο. Αν κάποιος ανεπιστρεπτί είναι «ερωτευμένος» με την αμαρτία, τότε αυτός είναι ήδη νεκρός, είναι αυτόχειρας (αυτοκτόνησε).

Αν θέλει κάποιος την αμαρτία για τον άλλον, τότε θέλει γι’ αυτόν τον θάνατο. Γιατί «η αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α’ 15).

Υπάρχουν δύο είδη αμαρτίας: Η «αμαρτία μη προς θάνατον» και η «αμαρτία προς θάνατον». Η αμαρτία μη προς θάνατον είναι η αμαρτία εκείνη για την οποία ο άνθρωπος μετανοεί. Κάθε αμαρτία φέρει τη ψυχή σ’ ένα μικρό θάνατο. Με την μετάνοια ο άνθρωπος εκδιώκει την αμαρτία από τον εαυτό του, εκδιώκει τον θάνατο και ανασταίνει τη ψυχή του «εκ νεκρών». Η μετάνοια δεν είναι μόνο δεύτερο βάπτισμα αλλά είναι και πρώτη ανάσταση, είναι ανάσταση «εκ νεκρών». Η μετάνοια κονιορτοποιεί τον τάφο της ψυχής, θανατώνει το ψυχικό θάνατο οδηγώντας τον άνθρωπο στην αιώνια ζωή. Μα αν έχει διαπράξει τέτοια αμαρτία ο άνθρωπος και μετανοεί «εγείρεται εκ νεκρών» «ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη» (Λουκ. ιε’ 24, 32). Έτσι κάθε αμαρτία για την οποία έχει μετανιώσει ο άνθρωπος είναι «αμαρτία μη προς θάνατον» γιατί και «εάν επτάκις της ημέρας αμάρτη εις σε και επτάκις της ημέρας επιστρέψη προς σε λέγων, μετανοώ, αφήσεις αυτώ» (Λουκ. ιζ’ 3-4). Και η «αμαρτία προς θάνατον» είναι κάθε «αμετανόητη» αμαρτία και αυτό σημαίνει ότι κάθε αμαρτία που γι’ αυτήν και ένεκα αυτής και σ’ αυτήν μένει ο άνθρωπος θεληματικά, ευχάριστα και αμετάπειστα, είναι αμαρτία «προς θάνατον».

Τέτοια αμαρτία προκαλεί τον θάνατο στη ψυχή και ο θάνατος της ψυχής δεν είναι τίποτε άλλο από το χωρισμό της ψυχής από τον Θεό, είναι η στέρηση της ψυχής του Θεού και των «παναγίων» Του δωρεών και δυνάμεων.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ευαγγελίζεται: «εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον, εστί αμαρτία προς θάνατον ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση», «αιτήσει και δώσει αυτώ ζωήν» έκανε την αμαρτία και γι’ αυτό θανατώθηκε, σκότωσε τον εαυτό του, θανάτωσε τον εαυτό του, αν «αιτήσει» θα δοθεί σ’ αυτόν μετάνοια και με την μετάνοια η ανάσταση «εκ των νεκρών», η ζωή. Έτσι η προσευχή, η μετάνοια είναι η νικήτρια του θανάτου είναι η «ανασταίνουσα εκ των νεκρών». Και αυτό γίνεται όταν καθένας προσεύχεται ειλικρινά και μετανιώνει ειλικρινά Για την αμαρτία «προς θάνατον» ας μη παρακαλέσει κανείς. Γιατί; γιατί ο άνθρωπος με όλο του το είναι, με όλη του τη ψυχή, με όλη του την ισχύ, με όλη του τη βούληση, εισέρχεται στην αμαρτία και μένει θεληματικά και ευχάριστα σ’ αυτήν. Δεν θέλει να την αρνηθεί αλλά ούτε και να την μισήσει. Και είναι αυτή πλέον ένας «δεύτερος θάνατος» από τον οποίο δεν μπορεί να αναστηθεί Σε τέτοιον άνθρωπο ο Θεός δεν επιθυμεί αλλ’ ούτε και θέλει με τη «βία» να του δώσει μετάνοια. Δεν επιθυμεί, ούτε θέλει, ούτε μπορεί, γιατί ο «Θεός αγάπη εστί» και η αγάπη θεοποιεί και ζει και υπάρχει. Ο Θεός από αγάπη δημιούργησε τον άνθρωπο με θεοειδή ελευθερία. Όταν θα έδινε «με τη βία» στον άνθρωπο το θέλημα Του, το ευαγγέλιο Του, τη σωτηρία Του, τη βασιλεία Του, τότε Αυτός θα κατέστρεφε την ανθρώπινη ελευθερία, το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Τότε ο άνθρωπος θα έπαυε να είναι άνθρωπος και θα γινόταν ανδρείκελο, μηχανή, ρομπότ. Και ο Θεός επειδή είναι αγάπη δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί αυτό – απλά – δεν είναι στην φύση της αγάπης. Αν θα το έκανε αυτό ο Θεός θα έπαυε να είναι και Θεός. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Άγιος «μυστηριογνώστης» συμβουλεύει ότι δεν πρέπει να γίνεται προσευχή για τον «αμαρτάνοντα προς θάνατον». Και με αυτό τον τρόπο μάς δίνει την οδηγία του Θεού, γιατί το τι πρέπει να ζητάμε, με την προσευχή, από τον Θεό και τι δεν πρέπει.

«Πάσα αδικία αμαρτία εστι· και έστιν αμαρτία ου προς θάνατον» (Α’ Ιωάν. ε’ 17).

Μπορούμε να γνωρίζουμε τι είναι αδικία, μόνο αν γνωρίζουμε τι είναι «δικαιοσύνη». Το ανθρώπινο γένος ποτέ δεν θα ήξερε «ευκρινώς», με σαφήνεια και με ακρίβεια τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι η «μόνη δικαιοσύνη του Θεού», αν αυτή δεν εμφανιζόταν στο πρόσωπο τού Θεανθρώπου Χριστού.

Μόλις εμείς προσβλέψαμε σ’ Αυτόν, είδαμε τη δικαιοσύνη «εξ ολοκλήρου» και μάθαμε απ’ Αυτόν τι είναι δικαιοσύνη. Τί είναι λοιπόν δικαιοσύνη; Είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός και το ευαγγέλιο Του. Και αδικία είναι κάθε τι που δεν είναι Αυτός, είναι όλα εκείνα τα οποία δεν είναι στο ευαγγέλιο Του, και από το ευαγγέλιο Του. Γι’ αυτό και η πίστη στο Χριστό είναι υπηρεσία δικαιοσύνης (Β’ Κορ. γ’ 9), και ικανοποίηση δικαίου. Όποιος δεν υπηρετεί τον Χριστό, υπηρετεί την μη δικαιοσύνη. Όπως κάθε αδικία είναι αμαρτία, έτσι και κάθε αμαρτία είναι αδικία. Ο «άδικος» είναι και υποχρεωτικά αμαρτωλός και αντίστροφα, ο αμαρτωλός είναι και υποχρεωτικά άδικος. Μόνο η ζωή που είναι σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Χριστού μεταμορφώνει το «άδικο» σε «δίκαιο», μόνο με τον Χριστό και στο Χριστό γίνεται και είναι «δικαιοσύνη Θεού» (Β’ Κορ., ε’ 21 καί Α’ Ίωάν. β’ 29) και «ο ποιών την δικαιοσύνην δίκαιος έστι, καθώς εκείνος δίκαιος εστίν» (Α’ Ιωάν. γ’ 7).

«Οίδαμεν ότι πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού ουχ αμαρτάνει, αλλ’ ο γεννηθείς εκ του Θεού τηρεί εαυτόν, και ο πονηρός ουχ άπτεται αυτού»(Α’ Ιωάν. ε’ 18).

Οι θεϊκές δυνάμεις εκχέονται στους χριστιανούς, οι οποίοι είναι «γεννημένοι εκ Θεού», διαμέσου των ιερών μυστηρίων και των αγίων αρετών, και γι’ αυτό φυλάγονται από την αμαρτία, δεν αμαρτάνουν. Και ο «πονηρός ουχ άπτεται αυτού», γιατί αυτός (δηλ. ο πονηρός) «άπτεται» του ανθρώπου με την αμαρτία, συλλαμβάνει τον άνθρωπο με την αμαρτία, εισέρχεται στον άνθρωπο με τήν αμαρτία και υποδουλώνει τον άνθρωπο με την αμαρτία. Γιατί η αμαρτία είναι δύναμη, η οποία «λάμπει» στον μη «καθαρό» στον «κακό», είναι δε και «φαύλη», διαβολική και ακάθαρτη. Διαμέσου κάθε αμαρτίας, ο διάβολος αποσπά κάτι από τον εαυτό του, από το πνεύμα του και το μεταφέρει στον άνθρωπο. Γι’ αυτό ο χριστιανός πρέπει να βρίσκεται πάντα σε νήψη και εγρήγορση, έναντι της αμαρτίας. Πρέπει να φυλάγεται από την αμαρτία, και φυλαγόμενος απ’ αυτήν, φυλάγεται από το αντίπαλο στρατόπεδο, από το στρατόπεδο του κακού, απ’ όλα τα μαύρα και ακάθαρτα στρατεύματα του. Με ποιό τρόπο φυλάγεται; Φυλάγεται με τις ευαγγελικές αρετές, ζώντας – μέρα -νύκτα – σ’ αυτές. Γιατί μόνο έτσι (ο χριστιανός), φυλάγεται από την απώλεια, ύστερα από τη φοβερή και αδιάκοπη πολεμική του εχθρού, υστέρα από τη φοβερή πάλη που γίνεται «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ, στ’ 12). Όλοι αυτοί οι πονηροί στρατιώτες του κακού «φεύγουν» από τις αγίες, θειες αρετές και «ο πονηρός ουχ άπτεται» δεν θίγει τον στρατιώτη του Χρίστου. «Ουχ αμαρτάνει» εκείνος που είναι γεννημένος «εκ Θεού» και εκείνος που φυλάγεται. Γιατί και το ένα είναι «εκ Θεού» και το άλλο προέρχεται απ’ Αυτόν. Η «γέννηση» από τον Θεό, είναι δώρο του Θεού και ο Θεός μένει σ’ εκείνον που φυλάγεται από την αμαρτία, ζώντας και βιώνοντας την ζωή των ιερών μυστηρίων και των αγίων αρετών.

Μετάφραση: ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ Θεολόγος, Αγιογράφος

(Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, τ. 62)