Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ ΗσυχαστήςΈργα Γέρ. Ιωσήφ

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (3)

4 Αυγούστου 2009

osios iosif o isihastis2

Συνέχεια από (2)

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

2. Το καθημερινόν μοναστικόν πρόγραμμα της συνοδίας.

Από την πρώτην ημέραν συμμορφώθηκα με τον τρόπον της ζωής των, που ήτο πράγματι ησυχαστικός. Από το πρωί έως το μεσημέρι εργαζόμεθα, έπειτα εκάμναμεν Εσπερινόν και ανάγνωσιν και ύστερα ετρώγομεν κοινώς. Όταν ετελειώναμεν η ώρα ήτο εννέα κατά το αγιορειτικόν τυπικόν. Ύστερα έκοιμώμεθα έως το ήλιοβασίλευμα και μετά αγρυπνούσαμεν ο κάθε ένας χωριστά. Πολύ με ενθουσίαζε ο τρόπος αυτός, γιατί πράγματι όταν κανείς έτσι βιασθή, πολύ γρήγορα βρίσκει κατάστασιν πνευματικήν. Και αν μου επιτρέπεται να εκφρασθώ, δεν θα ξεχάσω ποτέ μου τας ημέρας αυτάς, αι οποίαι τόσον συνετέλεσαν εις την ευτέλειάν μου να γνωρίσω διά της πείρας ότι ο μοναχισμός, εις την πραγματικότητα του, δεν είναι παρά η απ’ εντεύθεν αίσθησις της βασιλείας των ουρανών. Και αν αυτά είναι αποτελέσματα μιας αρχικής ζωής, τα τέλη δύναται καθείς να τα φανταστή.

Έτσι εμέναμεν κατά μόνας και μετά το μεσονύκτιον ή και πρωτύτερα εγώ πήγαινα εις τον Γέροντα που η καλύβη του ήταν μακρύτερα από μας, και λέγοντας του τους λογισμούς μου και ό,τι άλλο μου συνέβαινε, μου έλεγε πνευματικά και ό,τι άλλο απαιτούσε για την διόρθωσίν μας και την πνευματικήν ζωήν. Αυτό το τυπικόν το κρατήσαμεν και οι άλλοι αδελφοί, όταν εγίναμεν περισσότεροι. Πριν όμως από την ώραν αυτήν δεν δεχόταν ο Γέροντας κανέναν, και αυτό, όπως μου έλεγε, το φύλαξε από την αρχήν.

Ήτο πάντοτε πολύ παρηγορητικός και γλυκύς. Το δε πατρικόν του ενδιαφέρον ήτο τόσον καταφανές, που δεν χρειαζόταν κανένα άλλο μέσον να δημιουργήση μεταξύ των υπ’ αυτού χειραγωγουμένων έναν σύνδεσμον ισχυρά πνευματικόν, που καμμία περίπτωσις δεν θα ημπορούσε να τον χαλάρωση.

Είχε πολλήν προσπάθειαν να μας μεταδώση ωφέλειαν πνευματικήν, και που δεν τον κούραζε κανένας κόπος ή θυσία γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπόν. Η πλέον εξαιρετική του προσπάθεια ήτο να μας παρακινή εις την ευχήν, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Συνάμα παρακολουθούσε την διαγωγήν μας όλην την ήμέραν· τον τρόπον της υποταγής και υπακοής μας, των αποκρίσεων μας, της συνομιλίας μας, της προθυμίας προς τας εργασίας και εν γένει όλης μας της διαγωγής.

Την νύκτα, όταν πηγαίναμεν να μας ομιλήση πνευματικά, μας διεσάφιζε με τόσην ακρίβειαν τα ελατήρια των παραβάσεών μας, που ενομίζαμεν ότι ζει αυτός μέσα μας περισσότερον από εμάς. Ήτο τόσον έμπειρος εις το ζήτημα της πρακτικής, καθώς την ονομάζομεν εμείς οι μοναχοί, που δεν του διέφευγε κανένα δικό μας παράπτωμα από όλην μας την αναστροφήν. Ειχε δε και τούτο ως κανόνα εις όλην του την ζωήν, να μη επιχειρή τίποτα χωρίς πρώτον να πληροφορηθή διά της προσευχής, και δεν απεφάσιζε τόσον εύκολα, εάν δεν ειχε πληροφορίαν. Εις όσα μας πρόσταζε να κάμωμεν πήγαιναν καλά, παρ’ όλον που πολλάκις τα σημεία έδειχναν ότι θα αποτύχωμεν. Εις όσα πάλιν έδειχνε δισταγμόν και υποχωρούσε, για να μη πρόκυψη από μέρους μας φιλονικία ή γογγυσμός, συναντούσαμεν τόσα εμπόδια, που ήτο αδύνατον να το τελειώσωμεν χωρίς υπερβολικούς κόπους και συντριμμούς. Απέφευγε πολύ επίσης την σύγχυσιν και την ταραχήν και προτιμούσε ολοψύχως κάθε υλικήν ζημίαν, παρά να πρόκυψη διαφωνία η ταραχή.

Τόσον δε αψηφούσε τα χρήματα και τα υλικά πράγματα, που νόμιζε κανείς ότι από κάπου περιμένει εκ του ασφαλούς – παρ’ όλον που είμεθα πτωχοί – εις την πραγματικότητα δε ήτο η πίστις του εις την πρόνοιαν του Θεού. Ανεπαύετο πολύ εις την πτωχείαν και τα λιτά μέσα και εν γένει σε κάθε τι που επετυγχάνετο με ολιγοτέραν μέριμναν. Πάντοτε μας έλεγε για την μέριμναν, ότι είναι ο πραγματικός όλεθρος του μοναχού και την χαρακτήριζε με το ευφυές παράδειγμα της φυματιώσεως. Είχε δε και πολλήν ακρίβειαν εις το τυπικόν του και ποτέ του δεν το παρέβαινε και εις την πλέον δύσκολον περίστασιν. Ακόμη και εις τας συναντήσεις του με ανθρώπους ήτο πολύ αυστηρός, ιδίως εις τας ώρας όπου ησυχάζαμεν.