Ορθόδοξη πίστη

Το Μεσονυκτικόν-Ακολουθίες της Εκκλησίας

31 Αυγούστου 2009
Μεσονυκτικόν

Η Αγία Τράπεζα. Από το Μεσονυκτικό του Πάσχα (πριν το "Χριστός Ανέστη") στην Μονή του Σινά.

Πολύ περίεργη θα μας φανεί ίσως σήμερα η έμπνευση των ευλαβών ανθρώπων των παλαιών χριστιανικών γενεών να συνθέσουν μία ειδική ακολουθία για τα μεσάνυκτα. Σήμερα την ώρα αυτή της νυκτός οι κάτοικοι των πόλεων κυρίως δεν έχουν ακόμη αρχίσει να απολαμβάνουν την ευχάριστη ανάπαυση του ύπνου. Η ζωή έχει αλλάξει ρυθμό. Την μακάρια εκείνη εποχή των πατέρων μας η περίοδος του φωτός και η περίοδος του σκότους είχαν σαφή όρια και η ζωή ρυθμιζόταν με βάση τη φυσική αυτή διαδοχή της ημέρας και της νύκτας. Η πρώτη ήταν περίοδος εργασίας· η δεύτερη αναπαύσεως. Έτσι το μέσον της νυκτός εύρισκε τον άνθρωπο ξεκουρασμένο ψυχικά και σωματικά, με ήσυχο και ειρηνικό νου. Και μέσα στην μεγάλη σιγή και την ειρήνη της φύσεως ο άνθρωπος του Θεού εύρισκε την ευκαιρία να υψώσει τον νου και την καρδία προς τον Θεό και να δοξολογήσει το αινετό και δοξασμένο όνομα Του.

Μα δεν ήταν μόνο φυσικοί, να πούμε έτσι, λόγοι που γέννησαν την προσευχή του μεσονυκτίου. Στην ιστορία του παλαιού λαού του Θεού, του Ισραήλ, υπήρχε ένα γεγονός συνταρακτικής σημασίας, που έμεινε αλησμόνητο. Κατά τη νύκτα εκείνη της απελευθερώσεως από το ζυγό των Αιγυπτίων, της Εξόδου, «μεσούσης της νυκτός», έδειξε ο Θεός την δυναμική Του επέμβαση· πέρασε ο ολοθρευτής άγγελος και επάταξε τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων. Κατά την ανάμνηση του γεγονότος αυτού κατά τη νύκτα του εβραϊκού Πάσχα, οι Εβραίοι της εποχής του Χριστού περίμεναν και πάλι τον ελευθερωτή, που θα συνέτριβε τους εχθρούς του λαού του Θεού. Ο τύπος όμως έγινε πραγματικότης στο νέο λαό του Θεού. Ο λυτρωτής του ανέστη κατά τη νύκτα του Πάσχα, «οψέ Σαββάτων». Η χριστιανική παράδοση εντόπιζε χρονικά το γεγονός αυτό στο μεσονύκτιο. Να λοιπόν ένα βασικό χριστολογικό θέμα που έδωσε ιδιαίτερο νόημα στην ακολουθία του μέσου της νυκτός.

Αλλά τα μεσάνυκτα συνδέθηκαν και με την ώρα της ελεύσεως του Κυρίου, της δευτέρας ενδόξου παρουσίας Του. Ο ίδιος ο Κύριος συνιστούσε στους μαθητές Του να γρηγορούν, να αγρυπνούν και να προσεύχονται, γιατί δεν γνωρίζουν ποια ώρα θα έλθει «ή οψέ ή μεσονύκτιον ή αλεκτροφωνίας ή πρωΐ, μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καθεύδοντας». Και οι απόστολοι τονίζουν ότι ο Κύριος έρχεται «ως κλέπτης εν νυκτί». Ιδίως στην παραβολή των δέκα παρθένων προσδιορίζεται το μεσονύκτιο ως η ώρα της ελεύσεως του Νυμφίου. Όπως τότε «μέσης νυκτός» ακούσθηκε η κραυγή «Ιδού ο νυμφίος», έτσι και την ώρα εκείνη «μέσης νυκτός» θα αντηχήσει η σάλπιγγα της παρουσίας Του. Οι πιστοί δεν θα ζήλευαν τον ρόλο των μωρών, των κοιμωμένων παρθένων· διακαής των πόθος ήταν να ανήκουν στον κλήρο των φρονίμων, να γρηγορούν και να αναμένουν μαζί με αυτές, να έχουν έλαιον στις λαμπάδες τους. Ο απ. Παύλος και ο Σίλας στη φυλακή των Φιλίππων «κατά το μεσονύκτιον…προσευχόμενοι ύμνουν τον Θεόν» (Πραξ. 16,25).

Αν έλθει όμως ή δευτέρα παρουσία του Κυρίου, τότε και «οι νεκροί οι εν Χριστώ» θα αναστηθούν, κατά τη σαφή διδασκαλία του Κυρίου, και θα επακολούθησει η γενική κρίση. Νέα λοιπόν θέματα προστίθενται στα προηγούμενα:

Η ανάσταση των νεκρών και η κρίση. Αλλά και αυτό το φυσικό ξύπνημα και η έγερση από την κλίνη δεν ήσαν εικόνες εκείνης της εγέρσεως από τον βαθύ ύπνο του θανάτου και της εξόδου από τους τάφους; Και η είσοδος στο ναό, τον οίκο του Θεού, τον επίγειο ουρανό, δεν ήταν μία ζωντανή εικόνα της παραστάσεως προ του Χριστού, της επιφανείας Του και της εισόδου μας στον ουράνιο παράδεισο, το νυμφώνα της δόξης;

Θα αναστηθούν οι νεκροί. Αυτή ακριβώς η αναμενόμενη πραγματικότητα έφερνε στο νου των πιστών και το προς τους προκεκοιμημένους πιστούς καθήκον. Ο χρόνος ήταν ιδιαιτέρως κατάλληλος για να αναπεμφθεί μία φιλάδελφος δέηση για την ανάπαυση των ψυχών των και μία ταπεινή ικεσία για να φανεί ίλεως και προς αυτούς ο Θεός κατά τη στιγμή της κρίσεως.

Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε η ακολουθία του μεσονυκτικού, με την αλυσίδα αυτή των θεμάτων που είδαμε. Πιο πλούσια σε συμβολισμούς ακολουθία δεν υπάρχει. Θέματα συνταρακτικά, που έγιναν αιτία να συγκεντρωθεί για τον καταρτισμό της ένα απαράμιλλου κάλλους λειτουργικό υλικό. Ήταν όμως από τη φύση της προορισμένη μόνο για τα μοναστήρια. Εκεί οι πατέρες έμεναν κοντά στον οίκο του Θεού και με το ζήλο και την αυταπάρνηση, που τους διέκρινε, έτρεχαν το μεσονύκτιο στο ναό του Θεού για να ενώσουν τη φωνή τους με τους χορούς των αγγέλων και να αναφέρουν στο Θεό την άυπνο δοξολογία των. Εξάλλου οι μοναχοί δεν ήθελαν να μιμηθούν τους ακοίμητους αγγελικούς χορούς και δεν είχαν ως ιδεώδες των την αγγελική πολιτεία και το αγγελικό έργο της υμνωδίας; «Διά το άγρυπνον λοιπόν των αγγέλων και την ασίγητον αίνεσιν και διά το ησύχιον και ειρηνικόν του νοός», κατά τον Συμεών Θεσσαλονίκης, έσπευδαν να διακόψουν τον ύπνο και να αντιφωνήσουν σ’ αυτούς. Το κτύπημα του ξύλου και τη συνάθροιση στο νάρθηκα του ναού παραβάλλει ο Άγιος Συμεών πρός την εσχάτη σάλπιγγα και την ανάσταση και συνάθροιση των ανθρώπων κατά τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου.

Φυσικά στους ενοριακούς ναούς δεν βρήκε κατάλληλο έδαφος να μεταφυτευθεί το απόκοσμο αυτό φυτό. Όταν από μοναχική επίδραση θέλησαν να εισάγουν την ακολουθία του μεσονυκτικού στους ναούς των λαϊκών, δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν παρά μερικά μόνο ράκη της. Και σήμερα σε πολλούς ναούς θα ακούσετε πρωί – πρωί να διαβάζεται επιτροχάδην μία μικρή εκλογή από το περιεχόμενο της παρουσία μόνον του νεωκόρου. Παραλείπεται το κύριο στοιχείο της, ο άμωμος. Αλλά και στα μοναστήρια η ασθένεια της σαρκός έκαμε να χάσει πολύ η ακολουθία αυτή από την πρώτη της λαμπρότητα. Οι ψαλμοί και τα τροπάρια της δεν ψάλλοντα πια, αλλά αναγιγνώσκονται. Και η ώρα της τελέσεως της μετετέθη, για να συναντήσει την ακολουθία του όρθρου και να αποτελέσει μαζί με αυτήν και την Α’ ώρα την πρώτη ομάδα των μοναχικών ακολουθιών. Στις αγρυπνίες δε, που θα περίμενε κανείς να έχει φυσιολογικά την κυρίαρχη θέση, το μεσονυκτικό παραλείπεται. Επικρατεί δηλαδή παμπάλαια παράδοση, έστω κι αν αυτό δεν είναι γνωστό, κατά την οποία η ακολουθία του μεσονυκτικού ήταν το πρώτο μέρος του σημερινού όρθρου, που άρχιζε παλαιότερα από τον 50ό ψαλμό.

Ας ρίξουμε μία ματιά στο περιεχόμενο της.

1. Αρχίζει με τον 50ό ψαλμό, το «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεος σου…». Για να γίνει εισακουστή η προσευχή των αμαρτωλών ανθρώπων από τον Θεό, το πρώτο που έχουν να κάμουν είναι να ζητήσουν το έλεος και την συγγνώμη Του, εξομολογούμενοι την αμαρτωλότητά των. Πιο κατάλληλος ψαλμός για το σκοπό αυτό δεν βρίσκεται άλλος. Αλλά σ’ αυτόν υπάρχει και αίτηση για την κατάπεμψη του φωτισμού του αγίου Πνεύματος· «Και Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου… Και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού… Και Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με… Κύριε, τα χείλη μου άνοιξης και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου». Το Πνεύμα το άγιον θα φωτίσει τον άνθρωπο τι και πως θα προσευχηθεί. Αυτό θα ανοίξει το στόμα του για την ευάρεστο δοξολογία.

2. Ακολουθεί το 17ο Κάθισμα του Ψαλτηρίου, ο 118ος ψαλμός, ο «άμωμος», που ονομάσθηκε έτσι από την αρκτική του φράση «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ. οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου», ο μακρότερος ψαλμός του Ψαλτηρίου (αποτελείται από 176 στίχους). Είναι διπλά κατάλληλος για το μεσονυκτικό: πρώτο για το στίχο που λέγει «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» και δεύτερο για την αναφορά στα κρίματα, στους νόμους, στα λόγια, στις εντολές και στα δικαιώματα του Θεού, που διεγείρουν στη ψυχή το φόβο και την εμπιστοσύνη στο νόμο και στη δικαία Του κρίση.

3. Απαγγέλεται το σύμβολο της πίστεως για να στηριχθεί ο άνθρωπος στην ορθή πίστη και ομολογία. Χωρίς την εμμονή στην ορθή πίστη δεν γίνεται δεκτή η προσευχή του ανθρώπου από τον Θεό. Ο Άγιος Συμεών αναφέρει ότι ότι μόλις σηκωθούμε από τον ύπνο αλλά και πριν κοιμηθούμε ( στο Αποδειπνο) λέμε το Πιστεύω, «ώστε εάν μας βρεί ο θάνατος να μας βρεί σταθερούς στην ορθή ομολογία της πίστεως».

Και να το θέμα της ελεύσεως του Νυμφίου και της κρίσεως ζωηρά περιγράφεται στα δύο τροπάρια που ακολουθούν. Το πρώτο είναι το γνωστό από τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος «Ιδού ό Νυμφίος έρχεται.. .». Αυτό, όπως και το δεύτερο, εμπνέονται από το θέμα των δέκα παρθένων του Ευαγγελίου και υπογραμμίζουν την ανάγκη της εγρηγόρσεως για την υπάντηση του Νυμφίου. Άλλα δύο τροπάρια αναφέρονται στους κεκοιμημένους και αποτελούν δέηση για τη συγχώρηση και ανάπαυση τους.

Αυτά για τα θέματα και για το περιεχόμενο του μεσονυκτικού «του καθ’ ημέραν», δηλαδή των καθημερινών της εβδομάδος έκτος Σαββάτου και Κυριακής. Το Σάββατο έχει άλλου τύπου μεσονυκτικό με θέματα νεκρώσιμα, κατά τον ειδικό χαρακτήρα της ημέρας αυτής. Τον «άμωμο» αντικαθιστά το Θ΄ κάθισμα του Ψαλτηρίου. Την Κυριακή πάλι «δια το λαμπρόν της ημέρας», κατά τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, υποχωρούν το νεκρώσιμο θέμα και το θέμα της κρίσεως και διατηρείται μόνον η μετά των αγγέλων τριαδική δοξολογία και η ανάσταση του Κυρίου. Τον άμωμο αντικαθιστά τριαδικός κανών κατά τον ήχο της Κυριακής, ποίημα του Μητροφάνους Σμύρνης, συγχρόνου του ιερού Φωτίου. Στο τέλος ψάλλονται τριαδικά τροπάρια, στα οποία δοξολογείται ο εν Τριάδι Θεός και η ανάσταση του Κυρίου.

Επεξεργασία από Α. Χ, Θεολόγο.

Βάσει των παρακάτω συγγραμμάτων του:

Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη 1971, σ. 212-218.

Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄, Θεσ/κη 2004, σ. 160-162.

Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική (1) (Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις) Θεσ/κη 1976, σ. 80-92.