Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ΦΤΩΧΟΣ ΑΓΙΟΣ (διήγημα) (4)

25 Σεπτεμβρίου 2009

alexandros papadiamantis

Συνέχεια από (4)

Δ΄

Τας αίγας του ο πτωχός αιπόλος τας άφησεν όπως ευρέθησαν εις το έλεος του Θεού, ουδέ είχεν καιρόν να τας οδηγήσει οπίσω εις την μάνδραν και να τας ασφαλίσει. Βοσκόν άλλον ν’ αφήσει αναπληρωτήν δεν είχε την στιγμήν εκείνην. Ο ψυχογυιός του δεν είχεν επιστρέψει ακόμη από το φρούριον. Το παλιόπαιδο θα ηύρε τας πύλας ανοικτάς και θα το έστρωσε με φίλους εις κανέν καπηλείον. Τις οίδεν αν δεν επώλησε το ήμισυ της καρδάρας, της προωρισμένης διά τον κολλήγαν, αντί ημισείας δωδεκάδος ιχθυδίων παστών;

Ο βοσκός ολίγα μόνον βήματα έτρεξεν επί της μεγάλης οδού και είτα εστράφη προς αριστερά και εχώθη εν μέσω συστάδος θάμνων. Δεν ήτο μωρός αυτός να υπάγει εις το Κάστρον διά της μεγάλης οδού, την οποίαν είχε δείξει αρτίως εις τους κλέπτας. Εγνώριζε παμπόλλας πλαγίας οδούς και μονοπάτια γνωστά μόνον εις τους ανθρώπους του επαγγέλματός του.

Εκεί μεταξύ των θάμων, ήρχιζεν ένα μονοπάτι γνωστότατον αυτώ· χιλιάκις το είχε διατρέξει. Δια του μονοπατίου τούτου θα προελάμβανε τους πειρατάς κατά χίλια τουλάχιστον βήματα. Είχε καιρόν να υπάγει, να έλθει, κι εκείνοι να μην έχουν φθάσει ακόμη!

Ήτο μονοπάτι και ήτο κρημνός. Ωμοίαζε με τον κρημνόν και με το μονοπάτι του δημώδους άσματος. Αλλ’ εγνώριζεν αυτός από κρημνούς, καθώς και από μονοπάτια. Από τέτοια «δεν ίδρωνε το μάτι του». Επάτει τόσον ελαφρά εις την γην, ώστε δεν άφηνε σχεδόν ίχνος. Εις το επίπεδον οι πόδες του έκοπτον ως τροχοί, εις το κρημνώδες προσεκολλώντο ως αρπάγαι. Οι καλώς εσφιγμένοι περί τα σφυρά και φολιδοειδώς ανερχόμενοι εις την κνήμην ιμάντες των πεδίλων του ήσαν ως πτερά εις τους πόδας.

Έτρεχεν, έτρεχεν, αναρριχώμενος εις βράχους, υπερπηδών χάνδακας, κατερχόμενος την κρημνώδη ακτήν, ταλαντευόμενος επί του πρανούς, όπου άγρια ανθύλλια και θάμνοι άζωοι και άφυλλοι ασφοδελοί εφύοντο μόνον, αιωρούμενος υπεράνω του πελάγους, προσπαίζοντος μαλθακώς προς τους βράχους της απορρώγος ακτής, έτρεχε και συχρόνως εμελέτα νοερώς το σχέδιόν του. Οι εν τω φρουρίω είχον την συνήθειαν, υπό της ανάγκης υπαγορευθείσαν, ν’ αναβιβάζωσι την γέφυραν καθ’ εκάστην μικρόν προ της δύσεως του ηλίου, να την καταβιβάζωσι δε το πρωί άμα τη ανατολή. Εάν εύρισκε την γέφυραν υψωμένην ακόμη, αν και προ πολλού είχεν εξημερώσει ήδη, θα εφώνει εις τον φύλακα της πύλης του φρουρίου να μη την καταβιβάσει, δι’ όνομα Θεού· εάν την εύρισκε καταβιβασμένην, ως ήτο πιθανόν, θα τον εξώρκιζε να την σηκώσει, να την υψώσει, να την μεταρσιώσει, κόπτων πάσαν συγκοινωνίαν με την ξηράν, αν αγαπά τον Θεόν, άλλως το Κάστρον χάνεται.

Και τοιαύτας σκέψεις ανεκύκλου εν τω νω, και τοιούτους φόβους έτρεφε κατερχόμενος την αγρίαν εκείνην βορειοδυτικήν ακτήν, όπου αίγες μόνον δύνανται να πατώσι.

Φθάσας αντικρύ του παρεκκλησίου του Αγίου Σώζοντος, του εγειρομένου ιδιορρύθμως επί τινος σκοπέλου ολίγας οργυιάς από του αιγιαλού, έκαμε τρις το σημείον του Σταυρού κι επεκαλέσθη τον Άγιον τώρα να το δείξει, να μη ψεύσει το όνομά του.

Είτα διά το ασφαλέστερον κατήλθεν ακόμη χθαμαλώτερον προς τον αιγιαλόν και πάλιν ήρχισεν ελαφρά και γοργά πατών ν’ανέρχηται προς την γέφυραν του Κάστρου. Ευρίσκετο ενώπιον του φρουρίου.

Φοβερόν βραχώδες βάραθρον, όπου ίλιγγος και σκοτοδίνη κυριεύει τον άνθρωπον, άβυσσος ξηρά, αιωρουμένη υπεράνω της υγράς αβύσσου, χάσκει υπό την γέφυραν.

Η γέφυρα ήτο υψωμένη ακόμη, αν και ο ήλιος είχεν ανατείλει προ μικρού.

Ο βοσκός δεν ηδυνήθη την ώραν εκείνην να μη ενθυμηθεί τον παραγυιόν του και ηπόρει τι να έγινε. Μην έπαθε τυχόν τίποτε, μην έπεσε (Θεός φυλάξει) εις τας χείρας των κορσάρων, μήπως τον συνέλαβον ούτοι περιπλανώμενον και τον επήραν σκλάβον; Διότι ο βοσκός ενόει αμυδρώς ότι, αν αυτού εφείσθησαν οι βάρβαροι, το έκαμαν εκ περισσής προφυλάξεως, διά να μη προδοθώσι πριν φθάσωσιν εις το Κάστρον. Αλλ’ όχι, ο παραγυιός του δεν είχε πάθει (σίδερο στη μέση του!) τίποτε. Εκ της απορίας έμελλε να εξαχθεί ο βοσκός πριν μάλιστα ερωτήσει.

Ασμαίνων ο πτωχός Τσομπάνος εστάθη αριστερόθεν, κρυπτόμενος παρά την βάσιν του υψηλού πετρίνου θριγκού, και ήρχισε μεγαλοφώνως να καλεί τον πυλωρόν του φρουρίου:

– Ε! απ’ το Κάστρο! ε! πορτάρη!

Ουδεμία φωνή απήντησεν.

Ο βοσκός έκραξε με όσην δύναμιν είχε, διά της κεφαλικωτέρας και βραχνοτέρας φωνής του:

– Ε! πορτάρη! ε! απ’ την Ταράτσα! ε! απ’ το Κιόσι!

Ταράτσα ήτο υψηλός ακρόδομος υπεράνω της σιδηράς πύλης κτισμένος, με τας πολεμίστρας και με την απαραίτητον ζεματίστραν του, την ύπερθεν της πύλης μακράν οπήν, δι’ ης ως τελευταίον όπλον και καταφύγιον , ηπείλουν να ζεματίσωσι πάντα επιδρομέα κατορθώσαντα να ζυγώσει εις την σιδηράν πύλην κι επιχειρούντα να την βιάσει. Κιόσι (κιόσκι) ήτο το μικρόν περίπτερον, όπου συνερχόμενοι εβουλεύοντο ή απλώς ηργολόγουν οι προεστοί με την μακράν τσιμπούκαν, με τας ποικιλτάς μανίκας και τας κεντητάς ζώνας των.

Και πάλιν εκ τρίτου επανέλαβεν:

– Ε! πορτάρη! ε! σεις οι προεστοί!

Την φοράν ταύτην ηκούσθη βραχνός ο βαρύς και οξύς τριγμός των σιδηρών μοχλών. Αλλ’ ουχ ήττον παραδόξως η πύλη έμεινε κλειστή, ως να μετενόησεν εκείνος, όστις έμελλε να την ανοίξει.

Συγχρόνως διά τινος πολεμίστρας από του ύψους του ακροδόμου ηκούσθη φωνή:

– Ε! συ, πώς βιάζεσαι τόσο, Τσόμπανε; Έχε υπομονή να κατεβάσουμε το γεφύρι. Ή θέλεις να σ’ ανεβάσω και σε με το παλάγκο, καθώς ανέβασα τον παραγυιό σου την αυγή;

– Τον ανέβασες με το παλάγκο; είπεν αυτομάτως ο βοσκός.

– Έφερε το γάλα του κυρ Αναγνώστη του προεστού, και ο κυρ Αναγνώστης το θέλει φρέσκο, κατάλαβες. Εγώ κατέβασα το παλάγκο, για να περάσει την καρδάρα στον γάντζο, κι η αφεντιά του εδέθηκε ο ίδιος, χωρίς να μου πει. Σα βαρύ το γάλα, είπα, σαν άρχισα να τραβώ το παλάγκο. Σαν τον ανέβασα ως το μισό ύψος, βλέπω τη μούρη του ψυχογυιού σου, και μ’ εκοίταζε και γελούσε σαν μαϊμού. Είπα να του παίξω καμμιά δουλειά, ν’ αφήσω μια το σκοινί, που να του φανεί ο ουρανός σφοντύλι… να σου τον φτιάσω εγώ κοπανιστή… Μα ας έχει χάρη, λυπήθηκα το γάλα του κυρ Αναγνώστη, ειδεμή, ένα τσομπανόπουλο ολιγώτερο, ένα περισσότερο, θελά χάσει, κατάλαβες, η Πόλη…

– Δε με μέλει εμένα γι’ αυτά, του εφώνησεν απ’ αντικρύ ο βοσκός αρχίσας να δυσφορεί επί τη πολυλογία του φύλακος, όστις αόρατος όπισθεν του τοίχου, διά της πολεμίστρας βλέπων τον βοσκόν, ευχαριστείτο να τον πειράζει, καπνίζων το βραχύ τσιμπούκι του, έχων αξιώσεις δημογεροντικάς και τρέφων περιφρόνησιν προς το γένος των ποιμένων.

– Και για τι πράματα εσένα σε μέλει; απήντησεν ο πυλωρός μιμούμενος την επίρρινον φωνήν του αιπόλου.

– Άκουσε να σου πω! πού είσαι! έκραξεν ανυπόμονος ούτος, τρέχα να πεις στους προεστούς, το καλό π’ σας θέλω, να μην κατεβάσετε σήμερα το γεφύρι! Το καλό π’ σας θέλω! Ακούς;

– Να μην κατεβάσουμε το γεφύρι; επανέλαβε μηχανικώς ο πυλωρός όπισθεν της πολεμίστρας.

– Να μην το κατεβάσετε! εφώνησεν εμφαντικώτερον ο βοσκός.

– Και γιατί; Εσύ θα μας προστάξεις; Να μην ωνειρεύτηκες τίποτε;

Και ήτο έτοιμος, όπως πρότερον ανέβαλε ν’ ανοίξει τας πύλας του φρουρίου, απλώς διά να βασανίσει τον βοσκόν, διότι τον ενόμισε θέλοντα να εισέλθει εις το φρούριον δι’ ιδιαιτέραν του υπόθεσιν, ούτω τώρα ν’ ανοίξει την πύλην και να σηκώσει διά του αρχετύπου μοχλού την γέφυραν μίαν ώραν αρχύτερα, εις το πείσμα του αιπόλου, κελεύοντος να μείνει υψωμένη η γέφυρα.

Ο μπαρμπα-Δήμος (ούτως εκαλείτο ο πυλωρός του φρουρίου) ήτο η παραξενιά και η αντιλογία εμπρόσωπος.

– Ήρθαν κλέφτες! επανέλαβεν η φωνή του βοσκού. Ήρθαν κορσάροι! Τους είδα με τα μάτια μου!

– Κλέφτες; Κορσάροι; επανείπε και ο μπαρμπα-Δήμος.

– Σύρε να πεις στους προεστούς, πες και του κυρ Αναγνώστη του κολλήγα μου χαιρετίσματα πολλά από μένα, ήρθαν κορσάροι! Τους είδα απάν’ στο Σταυρό! Έτσι να έχω καλό τέλος! Είδα παραπάν’ από δέκα-δωδεκα. Θα είναι κι άλλοι κρυμμένοι. Δεν ξέρω πού έχουν αραμένο το καΐκι τους… Ως τόσο τους είδα. Ήρθαν να ερωτήσουν το δρόμο του Κάστρου από μένα…

Ο μπαρμπα-Δήμος ήρχισε να λαμβάνει υπό σπουδαιοτέραν όψιν το πράγμα. Εν τούτοις όπως μη αφήσει εξ ολοκλήρου την αντιλογίαν του:

– Μην είδες όνειρο, άνθρωπε; εφώναξε. Πού θελά βρεθούν οι κορσάροι;

– Τους είδα, σου λέω, με τα μάτια μου. Όπου κι αν είναι έφτασαν! Μην κατεβάζεις το γεφύρι, πριν σου δώσουν την άδεια οι προεστοί. Ας βάλουν βάρδια και στο Πρεγάδι κι αλλού, για να μη σας πατήσουν νύχτα!

Και ταύτα λέγων, ο βοσκός ήρχισε ν’ απομακρύνεται από την γέφυραν.

– Είσαι στα συγκαλά σου; του εφώναξε διά τελευταίαν φοράν ο μπαρμπα-Δήμος.

– Εγώ είμαι στα λογικά μου, ησύχασε· τώρα θα ιδείς.

– Και συ πού θα πας; τον ηρώτησεν ο πυλωρός.

– Εγώ έχω τα γίδια μου και ξέρω κι όλες τις σπηλιές να κρυφτώ, απήντησεν ο βοσκός.

Τω όντι, την τελευταίαν στιγμήν του ήλθε του μπαρμπα-Δήμου η απορία: διατί, αν πράγματι είχαν έλθει πειραταί, ο Τσόμπανος δεν εφρόντιζε και περί της προσωπικής ασφαλείας του. Αλλ’ ο βοσκός εξηκολούθησε ν’ απομακρύνεται και μετ’ ολίγον έγινεν άφαντος.

Ο μπαρμπα-Δήμος ήρχισε να σταυροκοπήται αφειδώς όπισθεν της πολεμίστρας, είτα έσπευσε να καταβεί από την Ταράτσαν και εισήλθεν εις το Κιόσκι και μετέδωκε την είδησιν εις τους δημογέροντας του φρουρίου.

Συνεχίζεται…