Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

Οι Βλάχοι της Ελλάδας (3)

10 Οκτωβρίου 2009
Λανάρι, τσικρίκι, ανέμη

Λανάρι, τσικρίκι, ανέμη

Νίκος Α. Κατσάνης (αναπλ. καθηγητής φιλολογίας ΑΠΘ) – Κώστας Δ. Ντίνας (αναπλ. καθηγητής γλωσσολογίας πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας)

συνέχεια από Οι Βλάχοι της Ελλάδας (2)

9. Η πνευματική προσφορά των Βλάχων

Είναι δύσκολο να οριοθετηθεί η πνευματική προσφορά των Βλάχων στα πλαίσια της Νεοελληνικής Φιλολογίας για λόγους προφανείς. Οι Βλάχοι, δίγλωσσος πληθυσμός, ταύτισαν εξαρχής την παιδεία και την θρησκεία τους με τον Ελληνισμό. Η κλασική παιδεία καθώς και η βυζαντινή και νεοελληνική παράδοση στα γράμματα και τις τέχνες είναι ενσωματωμένα στην παιδεία τους, όπως αποδεικνύεται και από τα λεξιλογικά τεκμήρια της Κουτσοβλαχικής. Εξάλλου η ονοματολογία των Βλάχων είναι παρόμοια με την ελληνική, γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατη την διάκριση βλαχόφωνων – ελληνόφωνων και μόνο η γνώση του τόπου καταγωγής ενός πνευματικού ανθρώπου μπορεί να βοηθήσει στην κατάταξή του.

Γεωγραφικά δεν παρατηρείται ιδιαίτερη πνευματική ανάπτυξη ενός τόπου που κατοικείται από Βλάχους με εξαίρεση τη Μοσχόπολη, η οποία κατοικούμενη αποκλειστικά από Βλάχους ανέπτυξε μια παιδεία υψηλού επιπέδου και έδωσε έναν αστερισμό πνευματικών ανθρώπων και εξαίρετων φιλολογικών έργων. Υπάρχουν και δευτερεύουσες περιπτώσεις μικρών βλαχόφωνων πολισμάτων όπου παρατηρούμε πνευματική ανάπτυξη, όπως π.χ. το Μέτσοβο, το Λιβάδι Ολύμπου κ.λπ., χωρίς όμως να αποτελέσουν ξεχωριστές Σχολές μέσα στα πλαίσια της Νεοελληνικής

Η Μοσχόπολη, πολιτεία πολυάνθρωπη και δραστήρια με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, υπήρξε η πνευματική Μητρόπολη των Βλάχων που έδωσε ένα σεβαστό αριθμό λογίων. Περιτριγυρισμένη από βουνά, ανάμεσα σε πληθυσμούς αμαθείς, μεταξύ κακοποιών στοιχείων και υπό τη σκιά της οθωμανικής κυριαρχίας, αναδείχτηκε κατά τον 18ο αιώνα ένας πνευματικός πυρήνας που καινοτόμησε στη βαλκανική πραγματικότητα και ασπάστηκε τις νεοτερικές ιδέες της Δυτικής Ευρώπης. Άνθρωποι σαν τον Ευγένιο Βούλγαρη, τον Μεθόδιο Ανθρακίτη μετέδωσαν τις νέες ιδέες σε Μοσχοπολίτες μαθητές, που με τη σειρά τους τις διέδωσαν τόσο στον ελληνικό χώρο όσο και στη Βαλκανική. Η Μοσχόπολη, «αι Αθήναι της Τουρκοκρατίας», δεν αναφέρεται όσο της αξίζει στην ιστορία της Νεοελληνικής Φιλολογίας, αφού από τις σελίδες της λείπουν ο Θεόδωρος Καβαλιώτης και ο Δανιήλ ο Μοσχοπολίτης, που αποτέλεσαν τους προδρόμους της συγκριτικής Βαλκανικής γλωσσολογίας. Το γεγονός ίσως δικαιολογείται κυρίως από το ότι η βλάχικη γλώσσα ήταν άγνωστη και απρόσιτη στους περισσότερους ερευνητές.

Η Μοσχόπολη αναδείχτηκε στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις, στους πνευματικούς ανθρώπους της και στον ευνοϊκό κοινωνικό της περίγυρο για τα γράμματα και τις τέχνες. Για την ίδρυσή της και για τις απαρχές της πνευματικής της κίνησης δεν έχουμε πληροφορίες παρά από τον 18ο αιώνα και μετά. Μια από τις μεγαλύτερες προσφορές της ήταν η ίδρυση, από τον ιερομόναχο Γρηγόριο Κωνσταντινίδη, του πρώτου τυπογραφείου στα Βαλκάνια. Μέχρι σήμερα είναι γνωστές αρκετές εκδόσεις όπως: η Γραμματική της αρχαίας ελληνικής και το τρίγλωσσο λεξικό ελληνο-βλαχο-αλβανικό Πρωτοπειρεία του Θεόδωρου Καβαλλιώτη (1760), το τετράγλωσσο Λεξικό ελληνοβλαχοαλβανοβουλγαρικό του Δανιήλ του Μοσχοπολίτη (1802), η Ακολουθία του Οσίου Ναούμ και των εν Τιβεριουπόλει μαρτυρησάντων (1760), Κωνσταντίνου Ιερομονάχου Μοσχοπολίτου Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, Περί μεταλήψεως (1746), το γνωστό Βιβλίον καλούμενον Πίστις του Νεκταρίου Τέρπου, Ακολουθία του Αγίου Σεραφείμ, επισκόπου Φαναρίου κ.λπ.

Το κυρίως πνευματικό ίδρυμα της Μοσχοπόλεως ήταν η περίφημη Νέα Ακαδημία (1744), ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης για τον καιρό της, στην ίδρυση της οποίας πρωτοστάτησε ο Μοσχοπολίτης Αρχιεπίσκοπος Αχρειδών Ιωάσαφ. Από το 1750 διευθυντής της ορίζεται σε νεαρότατη ηλικία ο πρωτοπαπάς Θεόδωρος Καβαλιώτης. Το επίπεδο της Ακαδημίας θεωρείται υψηλότατο για την εποχή και οι απόφοιτοί της διασκορπίζονται σ’ όλο τον ελληνικό και βαλκανικό χώρο.

Διδάσκαλοι της Ακαδημίας χρημάτισαν γνωστά ονόματα της Νεοελληνικής Φιλολογίας, όπως ο Ιερομόναχος Χρύσανθος, ο Σεβαστός Λεοντιάδης, ο Γρηγόριος Κωνσταντινίδης ο τυπογράφος και έπειτα Μητροπολίτης Δυρραχίου, ο Γρηγόριος Αγιοκαστρίτης και άλλοι.

Από το κλίμα της Νέας Ακαδημίας ξεπήδησε μια πλειάδα πνευματικών ανθρώπων. Αναφέρουμε ενδεικτικά: τον Αρχιεπίσκοπο Αχρειδών Ιωάσαφ, τον Μητροπολίτη Καστοριάς Διονύσιο τον Μάντουκα, τον Ιωάννη Χαλκέα, καθηγητή του Φλαγγινιανού Φροντιστηρίου της Βενετίας, τον Νεκτάριο Τέρπο, τον Δημήτριο και τον Αμβρόσιο Παμπέρη, τον Νικόλαο Σαμσάλα, τον Ναούμ Γκούστα, τους αδελφούς Τούρτα, τον Κωνσταντίνο Τζεχάνη, τον Γεώργιο Παπα Σίμο, τον ιατροφιλόσοφο Ιωάννη Αδάμη, τον Ποσάμα και πολλούς άλλους.

Κλόπουτι (klόputi), κουδούνια

Κλόπουτι (klόputi), κουδούνια

Εκτός από την Μοσχόπολη έχουμε και βλάχικα πολίσματα που έχουν να επιδείξουν κάποια αξιόλογη πνευματική καλλιέργεια. Ένα από αυτά είναι το Μέτσοβο, το πρώτο σχολείο του οποίου ιδρύθηκε το 1759 με κληροδότημα πλουσίου Μετσοβίτη μεγαλεμπόρου. Τα σχολεία του χωριού ήταν πολλά και όλων των βαθμίδων και από αυτά αναδείχτηκαν σημαντικές προσωπικότητες· ένας από τους μαθητές τους υπήρξε κι ο Νεόφυτος Δούκας. Ο Μετσοβίτης Νικόλαος Τζαρτζούλης, μετά τα εγκύκλια μαθήματα στο Μέτσοβο, σπούδασε στη Βενετία και την Πάδοβα και διεύθυνε πολλά σχολεία, όπως την Αθωνιάδα του Αγίου Όρους, την Πατριαρχική Ακαδημία, την Ακαδημία του Ιασίου και σχολεία του Μετσόβου. Υπήρξε πολυγραφότατος (πβ. την ακολουθία του μάρτυρα Μετσοβίτη Νικολάου) με πολυάριθμες μεταφράσεις και από ξένα συγγράμματα. Άλλοι Μετσοβίτες λόγιοι: ο ιερομόναχος Τρύφων, μαθητής και διάδοχος του Βούλγαρη στην Μαρουτσαία σχολή των Ιωαννίνων και οπαδός των φιλοσοφικών ιδεών του διδασκάλου του Ευγενίου Βούλγαρη· ο Παρθένιος Κατζιούλης, ο επικαλούμενος Παροιμιογράφος, από τους προδρόμους της ελληνικής λαογραφίας.

Εξίσου σημαντική υπήρξε και η προσφορά της Κλεισούρας με προεξάρχοντα τον Δημήτριο Δάρβαρη, λόγιο και εκδότη πολλών έργων με δράση στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Υπήρξε φιλόσοφος, διδάσκαλος και συγγραφέας ποικίλων έργων μεταξύ των οποίων Γραμματική απλοελληνική, Εισαγωγή εις την ελληνικήν γλώσσαν, Νέον Αλφαβητάριον, Πρωτοπειρία απλοελληνική, κ.λπ. Αξιόλογη υπήρξε κι η συνεισφορά του Λιβαδίου Ολύμπου, το οποίο διέθετε σχολεία με άριστους διδασκάλους. Το 1700 περίπου λειτουργεί Σχολείον Κοινών Γραμμάτων στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος, όπου δίδαξε ο Ιωάννης Πέζαρος ή Κωφός. Ο Άνθιμος Ολυμπιώτης ιδρύει την Ανώτερη Σχολή Λιβαδίου όπου διδάσκει ο Πέζαρος και ο Ι. Σπαρμιώτης. Συνεχιστής του έργου του Άνθιμου είναι ο Αγαθάγγελος, ιεράρχης φωτισμένος, δυναμικός με σημαντική εκκλησιαστική και εθνική δράση ως επίσκοπος Πέτρας και αργότερα Στρωμνίτσης.

Οι παραπάνω αναφορές είναι γενικές και δεν πρέπει να παραλείπονται πρόσωπα εξίσου σημαντικά, όπως ο Ρήγας Φεραίος, οι εκδόσεις του οποίου γαλούχησαν τους τροφίμους της ελληνικής παιδείας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας  σε όλο τον Βαλκανικό χώρο. Το μεγαλύτερο πλήθος άλλωστε των Βλάχων λογίων ασπάζεται τις νέες ιδέες της Δύσης. Τέλος ένα κεφάλαιο που χρήζει ιδιαίτερης έρευνας είναι αυτό που αφορά τους λογίους των νεότερων χρόνων όπως τον Σπυρίδωνα Λάμπρου, τον Κώστας Κρυστάλλη, τον Γεώργιο Ζαλοκώστα και πολλούς άλλους.

Thourios

Ο «Θούριος» του Ρήγα Φεραίου

10. Η εθνική προσφορά των Βλάχων

Όταν γίνεται αναφορά στην εθνική προσφορά των Βλάχων, η έμφαση δίνεται στο πλήθος των μεγάλων Βλάχων ευεργετών και στα ονόματα οπλαρχηγών των κλεφταρματολών. Η εθνική προσφορά των Βλάχων, όμως, δεν εξαντλείται στα γνωστά πρόσωπα· υπάρχει μια στρατιά Βλάχων πνευματικών ανθρώπων και αγωνιστών τα ονόματα των οποίων μας είναι άγνωστα και φυσικά άγνωστα παραμένουν τα έργα και η προσφορά τους.

Οι Βλάχοι, παρά την λατινογενή γλώσσα τους, κατόρθωσαν σε δύσκολες περιόδους του ελληνισμού να διατηρήσουν και να διαδώσουν την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μοσχόπολης, που με τα σχολεία και την Ακαδημία διατηρεί άσβεστη τη φλόγα του ελληνισμού με φωτισμένους δασκάλους που αγωνίζονται να διατηρήσουν τα αγαθά του ελληνικού πολιτισμού ιδρύοντας τυπογραφεία, εκδίδοντας βιβλία και παράγοντας δασκάλους και αποστόλους της ελληνικής ιδέας και της ορθοδοξίας. Αυτοί οι άνθρωποι μέσω της διδασκαλίας μεταλαμπαδεύουν στους μαθητές τους και όλες τις καινοτόμες ιδέες της εποχής. Δεν απευθύνονται μόνο στους Έλληνες, αλλά προσπαθούν, όπως έκανε ο βλαχικής καταγωγής Ρήγας Φεραίος, να διαφωτίσουν και τους αλλόγλωσσους λαούς της Βαλκανικής με στόχο την ενσωμάτωση όλων των Βαλκάνιων στην ελληνική σκέψη.

Αυτή η πνευματική διαδικασία μέσω της παιδείας, των εκδόσεων, των εφημερίδων θα αποτελέσει τη βάση για τον ένοπλο αγώνα που θα ακολουθήσει. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν οι ελληνικές παροικίες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βιέννη, η Βουδαπέστη, το Βουκουρέστι, η Τεργέστη, το Σεμλίνο, η Λειψία κ.ά., στις οποίες κυρίαρχος είναι ο ρόλος των Βλαχόφωνων Ελλήνων. Εκεί ασπάζονται τα νέα μηνύματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ιδρύουν σωματεία, εκδίδουν βιβλία και εφημερίδες και συστήνουν εταιρίες. Επισκέπτονται συχνά τη σκλαβωμένη πατρίδα, ιδρύουν σχολεία και μεταφέρουν σ’ αυτήν τις καινούριες ιδέες. Δεν υπάρχει βλαχοχώρι που να μη δέχτηκε τα σπέρματα του Διαφωτισμού από τα ξενιτεμένα παιδιά του. Δεν υπάρχει Βλάχος αγωγιάτης που να μη μετέφερε μαζί με τα εμπορεύματά του και τις νεοτερικές ιδέες. Κορυφαία προσωπικότητα σ’ αυτή τη διεργασία είναι ο Ρήγας Φεραίος, ο οποίος έριξε τον σπόρο της επανάστασης με τη Χάρτα, τις μεταφράσεις και τα διαποτισμένα με τις ιδέες του Διαφωτισμού έργα του. Ανάλογο ρόλο στην ψυχολογική προετοιμασία των υπόδουλων Ελλήνων έπαιξαν με τα έργα τους, πρωτότυπα και μεταφρασμένα, ο Θεόδωρος Καβαλλιώτης και ο Δημήτριος Δάρβαρης.

Τσăρούχį  (tsărúx), τσαρούχια

Τσăρούχį (tsărúx), τσαρούχια

Και στον ένοπλο αγώνα του 1821 η προσφορά των Βλάχων υπήρξε αποφασιστική. Τα βουνά της Ηπειροθεσσαλίας και Μακεδονίας στάθηκαν το λίκνο των κλεφταρματολών και των άλλων επαναστατικών ομάδων προσφέροντάς τους τις κατάλληλες γεωγραφικές συνθήκες επιβίωσης. Ένα ακόμη στοιχείο για τη στήριξη ενός ένοπλου αγώνα είναι η δυνατότητα ενός τόπου να προσφέρει τροφή και ανθρώπινο δυναμικό για την επάνδρωση και διατήρηση των ένοπλων σωμάτων. Αυτές τις δυο προϋποθέσεις εκπληρώνουν στον ελληνικό χώρο κυρίως οι νομαδικοί ποιμενικοί πληθυσμοί, Βλάχοι και Σαρακατσάνοι, που κατοικοεδρεύουν στα ψηλά βουνά, διαθέτουν τροφή, μεταφορικά μέσα και ανθρώπινο δυναμικό για τη σύμπηξη επαναστατικών ομάδων. Αυτοί οι πληθυσμοί διέτρεφαν, απέκρυβαν και πληροφορούσαν κλεφταρματολούς και ληστές που αποτελούσαν την μοναδική ένοπλη δύναμη του σκλαβωμένου ελληνισμού. Η επάνδρωση των ενόπλων σωμάτων από νομάδες κτηνοτρόφους ήταν φυσικό επακόλουθο, γιατί με τον τρόπο αυτό υπερασπίζονταν τις οικογένειές τους, την περιουσία τους και τον ζωτικό τους χώρο. Άλλωστε οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στα βουνά, οι συνεχείς μετακινήσεις με τα προβλήματα που παρουσίαζαν και η διαπραγματευτική τους ικανότητα με κάθε αρχή και εξουσία αποτελούσαν την καλύτερη προπαιδεία για έναν επαναστατικό αγώνα.

Όλα αυτά συνετέλεσαν στην ανάδειξη ενός αριθμού αξιόλογων οπλαρχηγών που διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα επαναστατικά κινήματα και ανέδειξαν ορισμένα γεωγραφικά διαμερίσματα, όπως την περιοχή του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας, σε ενδιαιτήματα και φυτώρια επαναστατών.

Πολύ σύντομα, μετά την τουρκική κατάκτηση, εμφανίζεται ο θεσμός των αρματολικίων, που αποτελούσαν συνέχεια της παράδοσης από την εποχή των Μακεδόνων βασιλέων με τις συνοριακές φρουρές κατά των Ιλλυριών και Θρακών, των Ρωμαίων με τα praesidia armata και τα auxilia, των Βυζαντινών με τους ακρίτες. Πολλές οικογένειες αρματολών, βλάχικης καταγωγής, αποτέλεσαν τους πρώτους ένοπλους πυρήνες: οι Λαζαίοι του Ολύμπου, οι Ζιακαίοι των Γρεβενών, οι Βλαχαβαίοι των Χασίων, οι Στουρναραίοι, οι Ζηδραίοι, οι Ζιουρκαίοι και πολλοί άλλοι αγωνιστές όπως ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο Γιάννης Φαρμάκης από το Μπλάτσι, ο Νικόλαος Κασομούλης από το Πισοδέρι, ο Γιάννης Πρίφτης από τη Σαμαρίνα, κ.λπ. πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στον ελληνισμό. Κοντά σ’ αυτούς υπάρχει και ένας μακρύς κατάλογος μικρότερων και άγνωστων σε μας αγωνιστών που πρόσφεραν το αίμα και τις περιουσίες τους στον ένοπλο αγώνα κατά των Τούρκων.

Και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα η ένοπλη προσφορά των Βλάχων είναι σπουδαία και συνέβαλε στην διάσωση του Μακεδονικού χώρου από τη βουλιμία των Βαλκάνιων γειτόνων μας, όπως προκύπτει από έγγραφα ελλήνων προξένων και ιεραρχών που αναφέρονται στη συμβολή των Βλάχων στα κέντρα που διηύθυναν τον Μακεδονικό Αγώνα. Ορισμένοι μάλιστα ιεράρχες τονίζουν ότι η παρουσία και προσφορά τους ήταν αποφασιστικής σημασίας για την ευόδωση του αγώνα. Τα Προξενεία του Μοναστηρίου, της Θεσσαλονίκης, των Σερρών κ.λπ. χρησιμοποίησαν Βλάχους για εκτελεστικά όργανα, για τις μεταφορές και ως τροφοδότες, πληροφοριοδότες, νοσηλευτές και αγωνιστές.

Τέλος πρέπει να μνημονευθούν οι Βλάχοι μεγάλοι και μικροί ευεργέτες, καθώς η απόκτηση ενός αγαθού, όπως της ελευθερίας, είναι μεγαλειώδης και θαυμαστή προσφορά, αλλά η διατήρηση και διαχείρισή του είναι εξίσου σημαντική. Και στην περίπτωση αυτή πρωταγωνιστούν οι Βλαχόφωνοι με την οικονομική τους συμβολή στην ανάπτυξη του κράτους και της κοινωνικής ζωής. Μεγαλέμποροι και τραπεζίτες Βλάχοι προσφέρουν τεράστια ποσά και ολόκληρες περιουσίες για έργα υποδομής κατά την αναγέννηση του ελληνικού κράτους.

Μια πλειάδα ευεργετών άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στη συνείδηση του έθνους:

✓οι οικογένειες Αβέρωφ και Τοσίτσα κόσμησαν την Αθήνα με τις ευεργεσίες τους: το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Παναθηναϊκό στάδιο, το θωρηκτό Αβέρωφ, οι ομώνυμες Φυλακές, η Σχολή Ευελπίδων,

✓ο βαρώνος Σίνας, μεγαλοτραπεζίτης στη Βιέννη, και οι γιοι του έχτισαν την Ακαδημία Αθηνών, με το φίλο τους Γεώργιο Σταύρου συνίδρυσαν την Εθνική τράπεζα, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, την Φιλεκπαιδευτική εταιρεία κ.ά.

✓ο Δούμπας, ο βαρώνος Μπέλιος από το Μπλάτσι, ο Στουρνάρης και πολλοί άλλοι στήριξαν με τα χρήματά τους το νεοελληνικό κράτος στα πρώτα του βήματα,

✓υπάρχει ακόμα ένα πλήθος μικρών βλαχόφωνων ευεργετών που ίδρυσαν σχολεία στην Ήπειρο και την Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και σπούδασαν με τα κληροδοτήματά τους μεγάλο αριθμό νέων.

Bιβλιογραφία

Capidan, Th. Aromânii. dialectul Aromân, [email protected] 1932

Caragiu-Marioteanu, M. Fono-morfologie aromâna, [email protected] 1968

Hâciu A., Aromânii, [email protected] 1925

Papahagi T., Aromânii, grai si folklor, Ethnografie, Bucuresti 1932

Papahagi T., Dicţionarul Dialectului Aromân, [email protected] 1974, Editura Academiei Republicii Socialiste România

Papahagi V., Aromânii Moscopoleani @i comerţul veneţian, [email protected] 1935

Rosetti, Al. 1968. Istoria limbii romîne. [email protected]

Sandfeld K., Linguistique Balkanique, Paris 1930

Tagliavini C., Le origini nelle lingue neolatine, Bologna 1964

Wace Alan J.B. – Thompson Maurice S., Oι νομάδες των Bαλκανίων, Θεσσαλονίκη 1989, Aφοι Kυριακίδη

Weigand, G. Die Aromunen, Leipzig, I, II, 1895

Αβέρωφ-Tοσίτσας Eυάγγελος, H πολιτική πλευρά του Kουτσοβλαχικού ζητήματος, Aθήνα 1948

Κατσάνης, N. – Nτίνας, K. 1990. Γραμματική της Kοινής Kουτσοβλαχικής. Θεσσαλονίκη: Aρχείο Kουτσοβλαχικών Mελετών.

Κατσάνης, N. 1977. Eλληνικές επιδράσεις στα Kουτσοβλάχικα. Θεσσαλονίκη

Κατσουγιάννης Tηλέμαχος, Περί των Bλάχων των Eλληνικών χωρών, τ. A’ 1964, τ. B’ 1966, Θεσσαλονίκη

Κεραμόπουλος, A. 1939. Tι είναι οι Kουτσόβλαχοι. Aθήνα.

Λαζάρου Aχιλλέας, H Aρωμουνική και αι μετά της ελληνικής σχέσεις αυτής, Aθήνα 1983

Μαρτινιανού Iωακείμ Mητροπολίτου Ξάνθης, H Mοσχόπολις, Θεσσαλονίκη 1957

Μπουσμπούκης Aντώνιος, Tο ρήμα της Aρωμουνικής, Aθήνα 1982

Νικολαΐδης Kων/νος, Eτυμολογικόν Λεξικόν της Kουτσοβλαχικής γλώσσης, Aθήνα 1909

Ντίνας, Κ. 1987. Tο κουτσοβλαχικό ιδίωμα της Σαμαρίνας (Φωνολογική ανάλυση). (Διδακτορική διατριβή). Θεσσαλονίκη

Χρυσοχόου, Μιχ. Βλάχοι και Κουτσόβλαχοι