Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940. (1)

26 Οκτωβρίου 2009

Alexandrakis Ξαφνικά μες τη νύχτα

1. «…Η 28η Οκτωβρίου θα παραμείνει εσαεί γραμμένη με ανεξίτηλα γράμματα στις δέλτους όχι μονάχα της Ελληνικής, αλλά και της παγκοσμίας Ιστορίας. Τη σημασία αυτή της εχάρισε μια, υπέροχη έξαρση του Λαού, πυροδοτούμενη από την ιερή φλόγα της ελευθερίας και από το ιερό καθήκον της προασπίσεως των προγονικών εστιών και τάφων. Η εποποιία των βουνών της Βόρειας Ηπείρου ανανέωσε και προσεπικύρωσε την εγγύηση της εμπνευσμένης και καρποφόρου μέσα στους αιώνες διάρκειας του Ελληνικού Έθνους. Το πολεμικό εκείνο έπος, χάραζε το ίδιο το χέρι του Θεού σε μιαν απέραντη τοιχογραφία, που θα καλύπτη αιώνια, σαν δεύτερος γαλαξίας, τον παγκόσμιο ουρανό των ηθικών αξιών, την υπερίσχυση του πνεύματος στη σύγκρουση του με την ύλη… Έχει τόσο μεγαλοπρεπή εμφάνιση το έπος της Αλβανίας, με τις άπειρες λεπτομέρειες του, που είναι αδύνατον να ύπαρξη εκφραστικός τρόπος για να το απεικόνιση πιστά. Κάθε επίτευγμά του ένα ανθρώπινο θαύμα…».

Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ – ΝΟΒΑΣ, ΙΕΡΗ ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ. Άρθρο στο περιοδικό «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», Τεύχος 1ης Νοεμβρίου 1980 (Αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου).

2. «…Ο Ελληνισμός πάλι κάτω απ’ τη σκέπη της Παρθένου βρίσκει την Παρηγοριά, το θάρρος και τη δύναμι να εξευτελίση τους δαίμονας της κολάσεως. Η χάρις της Παναγίας ευλογεί και πάλι τον αγώνα των αδικουμένων. Αυτή θερμαίνει τις πονεμένες ψυχές κι απ’ τον άσπιλο κρίνο Της χαρωπή και μυρωμένη ξεχύνεται η δόξα, η ελπίδα, η… ιστορία.

Το είδαμε και το βλέπουμε στα γράμματα των πολεμιστών μας. Η Παναγία της Τήνου, όλοι το γράφουν, είναι μαζί μας και θα νικήσουμε. Την Παναγία βλέπει μπροστά του ο στρατός που πολεμά και προς το Ιερόν της στρέφει την προσοχή του σε κάθε στιγμή. «Παναγιά μου βοήθα με». «Παναγιά μου» και πριν και κατά τη μάχη και μετά. «ΣΥ Μεγαλόχαρη μου σκέπαζε με…» Η θαυματουργή Εικόνα πάει μπροστά και πάλι, όπως τότε…

Στρατιώται της Πατρίδος. Η Αγία Εύρεσις σας σκεπάζει. Μπροστά της, πάνω από το ίδιο Άγιο Σώμα, που τόσο στοργικά χιλιάδες χρόνια φύλαξε την Εικόνα Της, σε θρησκευτική ολονυκτία, με αληθινή κατάνυξι προσευχήθηκε κόσμος και κόσμος και λες, πως ο καθένας χωριστά έκανε μια κρυφή Παράκλησι για Σας, που με το πολύτιμο αίμα, που χύνετε, χαρίσατε τη λευτεριά και σώσατε την πίστη των πατέρων σας».

ΚΩΝ. Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ, τ. Βουλευτής, Εφ. «Ακρόπολις», 30/1/1941.

3.«…Ανήμερα της Παναγίας, Αυγούστου 15, ο λαός των βουνών και των ψαράδων της Ελλάδας, πήγε με πολλά καράβια να προσκυνήσει τη μητέρα του Θεού σ’ ένα νησί στο Αρχιπέλαγο. Ήταν συνήθεια σαν τέτοια μέρα να πηγαίνει στο νησί μαζί με τα καράβια κι ένα πολεμικό. Έφτασε στο νησί το πολεμικό καράβι, έριξε άγκυρα και στάρισε τις παντιέρες του. Τότες ο κακός γείτονας που ήθελε να βάλει σε μπελά τους Έλληνες, κρυμμένος μες τη θάλασσα, έριξε τορπίλα και βούλιαξε το πολεμικό, σκότωσε κάμποσους κι απ’ τους ναύτες. Έριξε και στα καράβια των προσκυνητάδων, και πολύς θρήνος θα γινόταν ανάμεσα σε γυναίκες και παιδιά, αν δεν τύχαινε ένας μώλος του λιμανιού, όπου πήγαν και σκάσανε οι τορπίλες.

Τότες ο λαός των Ελλήνων θύμωσε, θύμωσε κι η Παναγία. Όμως είπαν, ας κάμουμε πως δε βλέπουμε, να μείνουμε σε ειρήνη.

[…] -Ε! λέγανε οι ξένοι άνθρωποι που βλέπανε τα γινόμενα, τί θα κάμη τόσο μικρός λαός με τόσον μεγάλο γείτονα; θα γονατίση σε

μια μέρα!

Μα ο λαός πίστευε πως θα τον βοηθήση η προσβλημένη Παναγία.

– Καλά, περιμένετε να δήτε. Περιμένετε υστέρα από ένα μήνα, τα εισόδια της Θεοτόκου!

Οι μητέρες στέλναν τους γιους τους να πολεμήσουμε και λέγαν:

– Να μη γυρίσετε αν δεν ρίξετε τον αντίχριστο στη θάλασσα.

Οι εκκλησίες δώσανε τα αναθήματα των πιστών, χρυσά καραβάκια και αγγέλους και ασημένια χέρια, κι οι γραμματικοί που γράφανε πριν βιβλία για τα δεινά του πολέμου, στείλανε μήνυμα στις άλλες χώρες και είπανε πως τέτοιο άδικο δεν ξαναστάθηκε, λοιπόν θα υπερασπίσουμε τη γης μας και την ελευθερία μας.

Πέρασε μια μέρα και οι βάρβαροι που λέγαν πως με τα φουσάτα τους θα πατήσουν τη χώρα, δεν μπόρεσαν να μπουν. Πέρασε κι άλλη μέρα και πάλι δεν μπόρεσαν, επειδή στα περάσματα των βουνών είχαν φτάσει οι Έλληνες και τους πολεμούσαν. Πέρασαν έτσι πολλές μέρες, ο λαός έβλεπε οράματα με αρχαγγέλους και μαυροντυμένες γυναίκες, κι έλεγε ο ένας στον άλλο: ‘Περιμένετε τα εισόδια της Θεοτόκου’. Και όταν ξημέρωσε η μέρα αυτή, μεγάλη χαρά ήρθε στους Έλληνες. Ήρθε μήνυμα πως οι βοσκοί και οι ψαράδες που ξεσηκώθηκαν να σταματήσουν τους βαρβάρους, τους κυνήγησαν μες τη χώρα τους και τους πήραν πολλά λάφυρα, άρματα και φυσέκια, και μια μεγάλη πολιτεία, την Κορυτσά. Τα γυναικόπαιδα κουβαλούσαν στους πολεμιστές βόλια και θροφές και κατρακυλούσαν πάνω στους οχτρούς πέτρες και τους σκότωναν. Όσοι οχτροί γλύτωσαν, πήραν τ’ άγρια βουνά και τους φάγανε οι λύκοι.

Τότε έγινε μεγάλος εορτασμός στη χώρα των Ελλήνων. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν χαρμόσυνα τρεις μέρες, και τα σπίτια βάλανε σημαίες, και ο Αρχιεπίσκοπος φόρεσε άμφια καμωμένα με ασήμι, και γύρω του έβαλε μαυροφορεμένους αρχιμανδρίτες και δοξάσανε το Θεό. Ο λαός έψελνε «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ», και οι γυναίκες κλάψανε σιωπηλά όταν μνημόνεψαν τους σκοτωμένους πολεμιστές…».

Ηλίας Βενέζης, Χρονικό του 1940, στο τόμο «28 Οκτωβρίου 1940», Εκδ. Ευθύνη.

 

4. «…Στη μυστικότατη, στην υπερούσιαν αυτήν ώρα, της μετάστασης των πάντων προς τις σφαίρες του υπέρτατου αγνισμού και λυτρωμού που μας προσφέρει η Κοίμηση της Χάρης της, ο Ιταλός σα νάθελε να πλήξει αντάμα με το ακήρατο της σώμα και το σώμα της βαθιά συναγιασμένης τη στιγμή εκείνη Ελλάδας, ξαφνικά χτυπάει στην Τήνο, δολοφονικά και καίρια, το Ιερό απ’ την ώρα αυτή πολεμικό καράβι μας, την «Ελλη».

Αργά τ’ απόγεμα μονάχα ήρθε το μήνυμα στη Φτέρη. Ο ξωμάχος λαός που τόφερε είχε κιόλας πάνω στη μορφή του όλη την προεικόνιση του αγώνα, που ξεκίναε τόσο δόλια απ’ τα βάθη του Άδη να προσβάλλει τις κορφές της Λευτεριάς του και της ζωής του. Αλλά στη μορφή του αντιφεγγούσε κιόλας από τότε η Αλβανία, αντιφεγγούσε η κορυφαία του Νίκη. Και τεράστιο Σύμβολο αμετάσειστο κι απόρθητο, η Κοιμημένη Παναγιά, μετουσιωμένη τώρα στον υπέρτατον αυτόν αγώνα απ την Ελλάδα, αναστημένη πια, βάδιζε μπροστά του, Α ρχησ τρατηγούσα, ακοίμητη Υπέρμαχη ακατάβλητη του Οδηγήτρα.

Όταν το ίδιο βράδυ ωστόσο αποτραβήχτηκα από τον ξώμαχο λαό και γύρισα στο σπίτι μου, εμπήκα στη μικρή μου κάμαρα, που πάνω απ το κρεβάτι μου κρεμόταν μια παλιά εικόνα της Θεοτόκου – Ενωμένη στην ψυχή μου άρρηκτα από την ώρα αυτή με την Ελλάδα – κι όπως όταν είμουνα παιδί, κλειδώθηκα και προσευχήθηκα μπροστά της…».

Άγγελος Σικελιανός. Περιοδ. Νέα Εστία 1/11/1945.