Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Εφραίμ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ Ησυχαστής

Αίσθησις Ζωής Αθανάτου (16) – Ομιλίες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή

29 Οκτωβρίου 2009

Καντουνάκια

Συνέχεια από (14)

ΑΡΧΙΜ. ΕΦΡΑΙΜ, ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι. Μ. ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

Οπότε, για να μην φθάσει ο μοναχός να τρυγήσει τα δεινά αποτελέσματα της παρακοής, πρέπει να αποπέμπει αμέσως την προσβολή των λογισμών εναντίον του Γέροντος, που διαχωρίζουν τον Γέροντα από τον υποτακτικό. Όταν ο μοναχός βλέπει ότι διά του νου του χαράζει διαφορετικές γραμμές πνευματικής ζωής απ’ ό,τι του έχει δοθεί από τον Γέροντα, αυτό ήδη αποτελεί ένα σημείο διαστάσεως.

Ο Γέροντας, επειδή έχει αναλάβει να οδηγήσει τον υποτακτικό του σε αίσιο πνευματικό τέλος, λυπάται πολύ, θλίβεται, πονά πνευματικά για κάθε παρακοή του. Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ομολογούσε ότι «ο Γέροντας, διά κάθε μίαν ψυχήν που αναλαμβάνει, μία βαρυτάτη άλυσος περιτίθεται εις τον τράχηλόν του… Χρήζει αγάπης πολλής και ανοθεύτου· όχι παρακοής και αντιλογίας». Η αγάπη του Γέροντος είναι ανιδιοτελής, αγνή, πνευματική. Κατά την έκφραση του Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτου· «η πατρική αγάπη (του Γέροντος) είναι πολύ ψηλά». Θα λέγαμε ότι η αγάπη του Γέροντος δεν είναι πατρική, αλλά μητρική· ομοιάζει της σαρκικής μητέρας, απαλλαγμένη όμως του συναισθήματος και εμφορούμενη του Πνεύματος. Ο Γέροντας Ιωσήφ προτιμούσε να θυσιασθεί αυτός, για να ωφεληθεί ο υποτακτικός. Βίωνε αυτήν την αγάπη, γι’ αυτό και έλεγε σε πνευματικό του τέκνο: «Μαζί θα πάμε εις τον Παράδεισον. Και αν δεν βάλω εσένα, μήτε εγώ δεν καθέζομαι μέσα». Ενώ με πόνο καρδίας σύστηνε σε μοναχή: «Γνωρίζεις, παιδάκι μου, όταν εσύ παρακούς πόσον λυπείς την Γερόντισσα»; «Από τον εαυτό μου και από τα ιδικά μου βάσανα γνωρίζω καλώς τους πειρασμούς της Γερόντισσας. Ότι πολύ πάσχει και υποφέρει, φέρουσα καθ’ εκάστην τα βάρη σας, διά την ευθύνην που έχει ενώπιον του Θεού».

Ο υποτακτικός στην αρχή του αγώνα του προς τήρηση της υπακοής δικαιολογημένα θα δει «έτερον νόμον εν τοις μέλεσι αυτού αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός του», τον «παλαιόν άνθρωπον», που συγκροτείται κυρίως από το θέλημα και το δικαίωμα. Το θέλημα ως δείκτης της φιλαυτίας και το δικαίωμα ως δείκτης της υπερηφανείας του ανθρώπου έχουν μεγάλη δύναμη στην σύγχρονη κοινωνία, όπου όλες οι επιθυμίες και τα θελήματα καλύπτονται με το πρόσχημα της ανάγκης. Ενώ το δικαίωμα έχει πάρει θέση κυριότητος και εξουσίας ακόμη και για τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου σε βάρος των οφειλομένων καθηκόντων. Η υπακοή είναι αυτή, πού συντρίβει το θέλημα και το δικαίωμα. Ενώ αντίθετα, όπως λέγουν οι Πατέρες, ο μοναχός που συνταιριάζει θέλημα μαζί με δικαίωμα βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση, θεωρείται νεκρός πνευματικά.

Οι Πατέρες ήταν άτεγκτοι ως προς την εφαρμογή του ιδίου θελήματος, ενώ μπορούσαν να οικονομήσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την οποιαδήποτε άλλη αδυναμία ή σωματική ασθένεια του υποτακτικού. Ο Γέροντας Ιωσήφ συνιστούσε υπακοή «χωρίς συγκαταβάσεις και οικονομίες».

Ο μακάριος Γέροντας διαχωρίζει τους μοναχούς ανάλογα με την ικανότητα που επιδεικνύουν στο να υποτάσσονται. Γράφει: «Έχει ψυχάς μαλακού χαρακτήρος, όπου πείθονται με πολλήν ευκολίαν. Έχει και ψυχάς σκληρού χαρακτήρος, όπου δεν υποτάσσονται εύκολα. Έχουν τόσην διαφοράν, όσον βαμβάκι από σιδήρου». Εμείς κατ’ επέκταση θα διακρίναμε τους δύο αυτούς τύπους μοναχών, σήμερα, στους απλούς και απερίεργους, όπου προκόπτουν εύκολα στην άσκηση της υπακοής, και στους πεπαιδευμένους στην κατά κόσμον σοφία, που έχουν αναπτυγμένο το κριτικό πνεύμα και το αίσθημα της πρωτοβουλίας. Αυτοί πιο δύσκολα υποτάσσουν το φρόνημά τους, έχοντας τον πειρασμό του υπερτροφικού λογικού τους. Όμως, αν το καταφέρουν, ανεβαίνουν πνευματικά πιο υψηλά από τους άλλους και αναδεικνύονται χαρισματικές προσωπικότητες.

Με την υπακοή βιώνει ο μοναχός θείες καταστάσεις, που δεν μπορούν να περιγραφούν και να εκφρασθούν στο πραγματικό τους βάθος με κτιστούς λόγους. Εμείς θα προσπαθήσουμε να αναφέρουμε, σύμφωνα με την διδασκαλία του μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, μερικούς από τους καρπούς της αληθινής υπακοής.

Η μοναχική υπακοή για να εφαρμοσθεί χρειάζεται δύο πρόσωπα, τον εντολοδότη και τον υπακούοντα, δηλαδή τον Γέροντα και τον υποτακτικό. Το σχήμα αυτό, Γέροντας – υποτακτικός, είναι σε αναλογία του σχήματος, δασκάλου – μαθητού, που εφάρμοσε πρακτικά ο ίδιος ο Κύριος στον επί γης βίο Του. Διά της υπακοής δημιουργείται μία σχέση πνευματικής πατρότητος, σχέση πνευματικής ενώσεως και συγκράσεως του υποτακτικού με τον Γέροντα. Η σχέση πνευματικής πατρότητος είναι σχέση προσλήψεως της προσωπικότητος του υποτακτικού και χειραγωγήσεως αυτού στα μονοπάτια της θείας Χάριτος υπό την καθοδήγηση του Γέροντος. Ο Γέροντας αποτελεί το θεσμικό όργανο της θείας Χάριτος για τον υποτακτικό. Ο υποτακτικός, που υποτάσσει το φρόνημά του στο φρόνημα του Γέροντος και προσπαθεί σε κάθε κίνησή του να είναι μέσα στο πνεύμα του Γέροντός του, αναπνέει τον Γέροντα. Ο Γέροντας Ιωσήφ προτρέπει: «Κολλήθητι εις την αναπνοήν του Γέροντός σου. Μόλις εβγαίνει ο λόγος από το στόμα του ευθύς να τον αρπάζης· να κάμης πτερά, να πετάς, να τον τελειώνης, χωρίς να εξετάζης καλώς ή κακώς». Το πνεύμα αυτό της εξαρτήσεως, που δημιουργεί η υπακοή, φέρνει την πνευματική ασφάλεια για τον υποτακτικό.

Η σχέση Γέροντος και υποτακτικού δεν δημιουργεί κάποιο είδος ανθρωπολατρίας, ούτε στηρίζεται σε κάποια συναισθηματική προσκόλληση, όπως μπορεί να φανεί σε μερικούς που δεν γνωρίζουν την ορθόδοξη πνευματική ζωή και την Πατερική Παράδοση. Θα θέλαμε εδώ να τονίσουμε την διαφορά της μοναχικής υπακοής από την χριστιανική υπακοή των λαϊκών πιστών. Η υπακοή ως ένα μυστήριο, που ενώνει τον Γέροντα και τον υποτακτικό με αδιάρρηκτους δεσμούς, διακρίνεται από την υπακοή, την οποία οφείλουν οι πιστοί μέσα στον κόσμο προς τους πνευματικούς τους πατέρες. Ο μοναχός κατά την Ακολουθία του Μεγάλου Σχήματος υπόσχεται ότι δεν θα αποχωριστεί ποτέ από τον Γέροντά του και την συνοδία. Δεν υπάρχει όμως τέτοια δέσμευση για τον λαϊκό που εξομολογείται σε πνευματικό πατέρα. Γι’ αυτό και μπορεί να αλλάξει πνευματικό, αν κάποιος δεν τον βοηθά πνευματικά, δεν τον αναπαύει, αν και δεν συνιστάται η εύκολη αλλαγή του πνευματικού δίχως σοβαρούς πνευματικούς λόγους. Ο μοναχός όμως δεν μπορεί να αλλάξει Γέροντα. Όποιος το κάνει αυτό, ομοιάζει με κάποιον, που προσπαθεί να πείσει την πραγματική σαρκική μητέρα του ότι δεν είναι αυτή η γυναίκα που τον γέννησε αλλά κάποια άλλη.

Ο Γέροντας προσπαθεί να ταυτίσει το θέλημα του υποτακτικού με το θέλημα του Θεού. Οδηγεί με ασφαλή τρόπο τον υποτακτικό του ενώπιον του Χριστού. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εγκατάλειψη του Θεού προς τον άνθρωπο, από το να τον αφήσει να κάνει το ίδιον θέλημα. Ο υποτακτικός πλεονεκτεί στην εξεύρεση του θελήματος του Θεού μέσω του Γέροντός του. Η υπακοή εκφράζει το κατ’ ευδοκίαν θέλημα του Θεού.

Ο μοναχός που αγωνίζεται με την νόμιμη άθληση της υπακοής έχει έναν πολύ μεγάλο σύμμαχο, τον Γέροντά του, που μπορεί να ελκύει το έλεος του Θεού για τον υποτακτικό. Ο Γέροντας Ιωσήφ θεωρεί τον Γέροντα ως πρεσβευτή ενώπιον του Θεού, που μπορεί να Τον εκλιπαρήσει, ακόμη και στην περίπτωση που ο μοναχός για κάποιον λόγο λύπησε, εναντιώθηκε με τον Θεό.

Η υπακοή, η οποία φαίνεται ως σκλαβιά, δουλεία στους πολλούς, είναι μία ελεύθερη πνευματική πράξη, που ενεργεί ο μοναχός για να λυτρωθεί από τα δεσμά των παθών και των δαιμόνων· να αναπνεύσει τον αέρα της πραγματικής ελευθερίας του πνεύματος. Η πραγματική δουλεία είναι η υποταγή, η αιχμαλωσία στα πάθη. Ο Γέροντας τονίζει: «Υπακοή είναι να γίνης δούλος, διά να γίνης ελεύθερος. Αγόρασε με τίμημα μικρόν την ελευθερίαν σου. Γίνου ανεύθυνος και χαρούμενος». «Όπου υπακοή, ταπείνωσις και αγώνας, οι δαίμονες δεν ισχύουν ποτέ να αιχμαλωτίσουν τον άνθρωπον. Σκληρότης, παρακοή και υπερηφάνεια γεννούν την ακηδίαν και την αμέλειαν». Θεωρούσε ότι ο κύριος σκοπός της διδαχής των Πατέρων είναι να μας εντάξουν στην «μακαρία και θεομίμητο υπακοή, με την οποία παιδοτριβόμενοι και οδηγούμενοι θα καθαρισθούμε από τα διάφορα πάθη φρονήσεως και αυταρεσκείας του ιδίου θελήματος».

Συνεχίζεται…