Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Εφραίμ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ Ησυχαστής

Αίσθησις Ζωής Αθανάτου (23) – Ομιλίες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή

14 Νοεμβρίου 2009

Elder Iosif

Συνέχεια από (22)

ΑΡΧΙΜ. ΕΦΡΑΙΜ, ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι. Μ. ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Μέλλω δι’ αγάπην σας και ωφέλειαν της

ψυχής σας σκιαγραφήσαι τον βίον μου

Πάλιν και πάλιν τη αγαπητή μου κόρη μετά πάσης της εν Χριστώ Αδελφότητος. Εύχομαι υμάς εν πλήθει δακρύων, εν αγάπη Χριστού αγνή και πεπληρωμένη…

Λοιπόν μου γράφεις ότι έχεις πολλούς πειρασμούς. Αλλά με αυτούς, παιδί μου, μας γίνεται η κάθαρσις της ψυχής. Μέσα στας θλίψεις, μέσα στους πειρασμούς, εκεί ευρίσκεται και η χάρις. Εκεί θα βρης τον γλυκύτατον Ιησούν.

Τώρα πρέπον να δείξης ότι αγαπάς τον Χριστόν, όταν υπομένης τας θλίψεις. Και πάλιν θα έλθη η χάρις και πάλιν θα φύγη. Μόνον εσύ μη παύσης με δάκρυα αυτήν να ζητής.

Έχεις προ οφθαλμών την Γερόντισσα, όλην την ιεράν Συνοδίαν. Έχεις τον Γέροντα, όπου εισέρχεται εις το ενδότερον του καταπετάσματος και, της θείας νεφέλης επιφοιτούσης, εκλιπαρεί τον Θεόν. Έχεις έσχατον και εμένα, όπου, όταν γίνεται επίσκεψις του Νυμφίου, όλα τον λέγω και θερμώς υπέρ σου και δι όλας τας αδελφάς τον παρακαλώ. Και συχνά με φωνάζει: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών». Όχι εν ανυπομονησία. Όλα θα γίνουν, όλα ακούω, αλλά σιγά σιγά!

Λοιπόν, μητέρες και αδελφές μου εν Κυρίω ηγαπημένες, ακούσατέ μου και πάλιν, ενωτίσασθέ μου τους λόγους, κλίνατε το ους υμών εις παραβολάς.

Μέλλω γάρ δι’ αγάπην σας και ωφέλειαν της ψυχής σας σκιαγραφήσαι τον βίον μου, ίνα ιδήτε και λάβετε δύναμιν και υπομονήν· ότι χωρίς της υπομονής είναι αδύνατον να κερδίση ο άνθρωπος.

Μοναχός χωρίς την υπομονήν, είναι λύχνος με χωρίς έλαιον. Τα γράφω πυκνά φειδόμενος του χάρτου, διότι δεν έχω. Μυρίζει και η κόλλα από φάρμακο διά τους κορεούς και ψύλλους. Διότι με τα έστειλεν ένας ιατρός, όπου αλληλογραφεί μαζί μου. Δι’ αυτό ας έχω συγγνώμην.

Λοιπόν εν άκροις λόγοις συντόμως σας λέγω:

Εν κόσμω ήμην και εν κρυπτώ δριμείς και αιμάτων πλήρεις αγώνας εποίουν. Ενάτην και κατά δύο ημέρας άπαξ εσθίων. Τα βουνά της Πεντέλης και σπήλαια έγνωσάν με ως νυκτικόρακα πεινώντα και κλαίοντα, ζητούντα σωθήναι. Δοκιμάζων, εάν δύναμαι να υποφέρω τους πόνους, να φύγω διά μοναχός εις το Άγιον Όρος. Και αφού καλώς εγυμνάσθην ολίγα έτη, παρεκάλουν τον Κύριον να με συγχωρή, ότι ήσθιον κατά δύο ημέρας, και έλεγον ότι, όταν έλθω εις Άγιον Όρος, θα εσθίω ανά οκτώ, καθώς γράφουν οι Βίοι των Αγίων.

Αφού λοιπόν ήλθα εις το Άγιον Όρος και ζητήσας επιμελώς δεν ηύρα πλέον παρά το άπαξ της ημέρας –όσον διά την τροφήν– ιλιγγιώ να σας ειπώ τα δάκρυα και της ψυχής μου, τον πόνον, τας φωνάς, όπου ραγίζουν τα όρη· ημέραν και νύκτα κλαίων, διατί δεν ευρήκα καθώς διαλαμβάνουν οι Άγιοι το Άγιον Όρος.

Τα σπήλαια ολοκλήρου του Αθωνος με υπεδέχοντο επισκέπτην· βήμα προς βήμα, ωσάν τας ελάφους όπου ζητούν νοτίδα υδάτων να δροσίσουν την δίψαν τους, εζήτουν να εύρω πνευματικόν να με διδάξη ουράνιον θεωρίαν και πράξιν.

Επιτέλους, κατόπιν δύο ετών πολυμόχθου ερεύνης και κολυμβήθρας δακρύων, απεφάσισα να καθίσω εις ένα απλούν, αγαθόν και άκακον Γεροντάκι μαζί με ένα έτερον αδελφόν. Μοι έδωκε λοιπόν την ευλογίαν ο Γέροντας, όσον δύναμαι να αγωνισθώ και εις όποιον πνευματικόν αναπαύομαι να κάμω εξομολόγησιν.

Έκαμα λοιπόν τελείαν υπακοήν.

Προτού δε να καθίσω εις τον Γέροντα, είχον συνήθειαν, κάθε απόγευμα δύο τρεις ώρες μέσα εις την έρημον –όπου είναι μόνον θηρία– εκαθήμην και απαρηγόρητα έκλαιγα, ώσπου εγένετο λάσπη το χώμα από τα δάκρυα· και με το στόμα έλεγα την ευχήν. Δεν εγνώριζα με τον νουν να την λέγω, αλλά παρεκάλουν την Παναγίαν μας και τον Κύριον να με δώσουν την χάριν να λέγω νοερώς την ευχήν, καθώς γράφουν εις την Φιλοκαλίαν οι Άγιοι. Καθότι διαβάζοντας εννοούσα ότι κάτι υπάρχει, αλλ’ εγώ δεν το είχον.

Και μίαν ημέραν με έτυχαν πολλοί πειρασμοί. Και όλην αυτήν την ημέραν εφώναζα με μεγαλύτερον πόνον. Και πλέον το βράδυ, δύοντος του ηλίου, κατέπαυσα· νηστικός, παϊλτισμένος από τα δάκρυα. Εκοίταζα την εκκλησίαν, την Μεταμόρφωσιν εις την κορυφήν, και παρεκάλουν τον Κύριον μαραμένος και πληγωμένος. Και απ’ εκείθεν μου εφάνη ότι ήλθε μία βιαία πνοή. Και εγέμισεν η ψυχή μου άρρητον ευωδίαν. Και ευθύς ήρχισεν η καρδία μου ωσάν ωρολόγι να λέγη νοερώς την ευχήν. Ηγέρθην λοιπόν πλήρης χάριτος και απείρου χαράς και εμβήκα στο σπήλαιον. Και κύψας την σιαγόνα μου εις το στήθος ήρχισα να λέγω νοερώς την ευχήν.

Και μόλις είπον ολίγας φοράς την ευχήν, ευθύς ηρπάγην εις θεωρίαν. Και ενώ ήμην μέσα στο σπήλαιον –καί φραγμένη η θύρα του– ευρέθην έξω στον ουρανόν, εις ένα θαυμάσιον μέρος, εν άκρα ειρήνη και γαλήνη ψυχής. Τελειωμένη ανάπαυσις. Τούτο μόνον διενοούμην: «Θεέ μου, ας μην γυρίσω πλέον εις τον κόσμον, εις την πληγωμένην ζωήν, αλλά ας μείνω εδώ». Κατόπιν, αφού με ανέπαυσεν όσον ο Κύριος ήθελε, τότε ήλθα πάλιν στον εαυτόν μου και ευρέθην μέσα στο σπήλαιον.

Έκτοτε δεν έπαυσε μέσα μου να λέγεται νοερώς η ευχή.

Όταν κατόπιν ήλθα στον Γέροντα, τότε ήρχισα τους μεγάλους αγώνας – πάντοτε με την ευλογίαν του.

Μίαν νύκτα λοιπόν, όπως ηυχόμην, ήλθον πάλιν εις θεωρίαν και ηρπάγη ο νους μου εις ένα κάμπον. Και ήσαν κατά τάξιν –κατά σειράν– μοναχοί συνταγμένοι εις μάχην. Και ένας υψηλός στρατηγός ήλθε πλησίον μου και μου λέγει: «Θέλεις, μου λέγει, να εισέλθης, να πολεμήσης εις την πρώτην γραμμήν»; Και εγώ τον απάντησα ότι σφόδρα επιθυμώ να μονομαχήσω με τους αντίκρυ αιθίοπας, όπου ήσαν κατέναντι ωρυόμενοι και πνέοντες πυρ ως άγριοι σκύλοι, όπου μόνον η θεωρία τους σου επροξένει τον φόβον. Αλλ’ εις εμένα δεν ήτο φόβος, διότι είχον τοσαύτην μανίαν, όπου με τα δόντια μου να τους σκίσω. Είναι δε αληθές ότι και ως κοσμικός ήμην τοιαύτης ανδρείας ψυχής. Τότε λοιπόν με χωρίζει ο στρατηγός από τας γραμμάς, όπου ήτον η πληθύς των πατέρων, και αφού διήλθομεν τρεις ή τέσσαρας γραμμάς συνταγματικώς, με έφερεν εις την πρώτην γραμμήν, όπου ήσαν ένας ή δύο ακόμη κατά πρόσωπον των αγρίων δαιμόνων, όπου αυτοί ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν και εγώ έπνεον εναντίον τους πυρ και μανίαν. Κακείθεν με άφησεν επειπόντος ότι· ει τις επιθυμεί να πολεμήση ανδρείως με αυτούς, εγώ δεν τον εμποδίζω, αλλά βοηθώ.

Και ήλθον πάλιν εις τον εαυτόν μου. Και διελογιζόμην· άραγέ τί πόλεμος θα είναι αυτός;

Έκτοτε λοιπόν ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ησυχίαν ημέρα και νύκτα. Αγριοι πόλεμοι! Μήτε ώραν να ησυχάσω. Επίσης και εγώ με μανίαν εις αυτούς.

Έξ ώρας καθήμενος εις προσευχήν τον νουν δεν εσυγχώρουν να ’βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχε βρύσις. Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία άκρα και ολονύκτιος αγρυπνία. Και επιτέλους κατέπεσα.

Όλα έτη οκτώ κάθε νύκτα μαρτύριον. Έφευγαν οι δαίμονες και εφώναζαν. Μας έκαψε! Μας έκαψε! Όπου έτυχε μίαν νύκτα και τους ήκουσε και ο πλησίον μου αδελφός ξενιζόμενος, ποίοι ήσαν αυτοί που εφώναζαν.

Και όμως, την τελευταίαν ημέραν που θα τους δίωκεν ο Χριστός, εγώ πλέον διελογιζόμην απεγνωσμένος ότι, αφού το σώμα μου έπεσε τελείως νεκρόν και τα πάθη μου ενεργούν ως εν τελεία υγεία, οι δαίμονες είναι οι νικηταί. Αυτοί με έκαψαν ασφαλώς και ενίκησαν και όχι εγώ. Επιτέλους, καθώς εκαθήμην νεκρός, πληγωμένος, απεγνωσμένος, αισθάνομαι ότι ηνοίχθη η θύρα και ήλθε κάποιος· πλην δεν εστράφην να ιδώ, αλλά έλεγα την ευχήν. Και αίφνης αισθάνομαι ότι κάτω μου κάποιος με ερεθίζει προς ηδονήν. Και στρέφομαι και βλέπω τον δαίμονα, όπως είναι κασίδης· πληγωμένη η κεφαλή του βρωμάει! Και ώρμησα θηριωδώς να τον πιάσω. Και, όπως τον έπιασα, είχε τρίχες του χοίρου, και έγινεν άφαντος. Εις δε την αφήν μου με άφησε την αίσθησιν των τριχών του και την βρώμα στην όσφρησιν. Και επιτέλους απ’ αυτήν την στιγμήν ερράγη ο πόλεμος και έπαυσαν όλα. Και ήλθεν ειρήνη εις την ψυχήν. Και απαλλαγή τελεία των ακαθάρτων παθών της σαρκός.

Εν τέλει την νύκτα εκείνην ήλθα πάλιν εις έκστασιν. Και βλέπω ένα μέρος ευρύχωρον, και θάλασσα το εχώριζε. Και εις αυτήν την ευρυχωρίαν ήτον παγίδες εστρωμένες παντού και κρυμμένες να μην φαίνωνται. Εγώ δε ήμην εις ένα μέρος πολύ υψηλόν, και όλα ως εν θεάτρω τα έβλεπα. Από δε το μέρος αυτό έπρεπε να διέλθουν όλοι οι μοναχοί. Από δε της θαλάσσης ήτον ένας δράκων –δαίμονας φοβερός– όπου έβγαζαν φλόγες τα μάτια του, εξαγριωμένος. Και έβγαζε το κεφάλι του και εκοίταζε: «Πιάνονται στες παγίδες»; Οι δε μοναχοί περνώντας χωρίς φόβον και προσοχήν, άλλος επιάνετο από τον λαιμόν, άλλος από την μέσην, άλλος από το πόδι, άλλος από το χέρι. Και βλέπων ο δαίμων εγελούσε χαίρων και αγαλλώμενος. Εγώ δε ελυπούμην σφόδρα και έκλαιον. Αχ! έλεγα, πονηρέ δράκον! Τί μας κάμεις και πως μας πλανάς! Και ήλθα πάλιν εις τον εαυτόν μου, και ήμην μέσα στο καλυβάκι μου.

Η τάξις μου ήτο να εσθίω άπαξ της ημέρας ολίγον· με μέτρον ψωμί και φαΐ. Και καν Πάσχα ή Απόκρηες, ένα ήτον εις ημάς το φαγητόν. Άπαξ.

Και εις όλον το έτος ολονύκτιος αγρυπνία.

Την τάξιν αυτήν παρελάβαμε με τον Γέρο-Αρσένιον από ένα νηπτικόν και άγιον Γέροντα, τον Παπα-Δανιήλ. Είχε και άλλους ετότε αγίους πολλούς. Αυτός ήτον ο ένας. Και ιερεύς και ησυχαστής άκρον. Δεν εδέχετο εις την Λειτουργίαν του κανένα. Βαστούσε η Λειτουργία του τρισήμισυ και τέσσαρες ώρες. Από τα δάκρυα δεν ημπορούσε να δώση τάς εκφωνήσεις. Εγένετο λάσπη το έδαφος. Δι’ αυτό και αργούσε πολύ. Αυτός ήτον πενήντα και πλέον έτη ιερουργός. Μίαν ημέραν δεν εννοούσε να αφήση την Θείαν Λειτουργίαν. Και την Σαρακοστή όλες τες ημέρες έκαμε Προηγιασμένες. Και μέχρι τέλους χωρίς ασθένειαν εκοιμήθη.

Ένας δε άλλος ήτον Ρώσος. Αυτός νύκτα και ημέραν είχε τα δάκρυα αδιάλειπτα. Όλος μετέωρος και θεωρίας ανάπλεως. Επέρασε και πολλούς πρώην Αγίους. Έλεγεν: “Όταν βλέπη κανείς τον Θεόν, δεν έχει να τον ειπή· μόνον από χαράν κλαίει”. Αυτός είχε και προορατικόν, διότι εγνώριζε τους ερχομένους.

Την τάξιν λοιπόν επήραμε από τον πρώτον. Αυτός δεν εδέχετο κανένα, ως είπομεν· αλλ’ εγώ, επειδή ήμην πολύ επιτήδειος να ερευνώ διά να μάθω, δι’ αυτό, ή και οικονομία Θεού, όπου θερμώς τον εζητούσα, εσυγκατέβη και με εδέχετο. Και εις κάθε φοράν με έλεγεν ολίγα πλήρη χάριτος λόγια. Και εβάδιζα όλην την νύκτα, διά να πάω εκεί μόνος, να ιδώ την όντως θείαν εκείνην παράστασιν, και να ακούσω ένα δύο λογάκια.

Αυτοί και οι δύο ήσαν τελείως έγκλειστοι. Ήσαν και άλλοι πολλοί. Έχοντες έκαστος ίδιον χάρισμα και πάντες ηγιασμένοι, ευωδιάζοντες ως κρίνα την έρημον.

Μίαν φοράν βαδίζων την νύκτα –ούσα πανσέληνος– επήγαινα εις τον Γέροντα να ειπώ τους λογισμούς και να κοινωνήσω. Αφού έφθασα, εστάθην ολίγον μακράν απεπάνω εις ένα βραχάκι,να μην τους ανησυχήσω την νοεράν αγρυπνίαν τους. Και καθήμενος και ευχόμενος νοερώς ήκουσα μία γλυκείαν φωνήν, όπου εκελαϊδούσε ένα πουλί. Θα ήτον ώρα τέσσαρες της νυκτός. Και ηρπάγη ο νους μου εις την φωνήν. Και ηκολούθουν οπίσω να ιδώ που είναι αυτό το πουλί. Και προσεκτικά παρετήρουν εδώ και εκεί, όπου ερευνώντας εισήλθον εις ένα ωραίον λιβάδι. Και προχωρών, ήτον χιονόλευκος δρόμος με αδαμάντινα και κρυστάλλινα τείχη. Μέσον δε από τα τείχη ήτον άνθη πολυποίκιλα και χρυσόχρωμα, όπου ο νους μου αλησμόνησε το πουλί και όλος ηχμαλωτίσθη εις την θεωρίαν του Παραδείσου εκείνου.

Και προχωρών, ήτον ένα παλάτι υψηλόν και θαυμάσιον, εκπλήττον νουν και διάνοιαν. Και εις την θύραν ίστατο η Παναγία μας βαστάζουσα ως βρέφος τον γλυκύτατον Ιησούν εις την αγκάλην της. Όλη ωσεί χιών κατάλευκος και απαστράπτουσα. Και προσεγγίσας εγώ ησπασάμην ως εν απείρω αγάπη. Και ως βρέφος με ενηγκαλίσθη και κάτι με είπε. Δεν αλησμονώ την αγάπην, όπου με έδειξεν ως γνησία Μητέρα. Τότε χωρίς φόβον ή συστολήν ήλθον πλησίον της, καθώς πλησιάζω εις την εικόνα της. Και ό,τι κάμνει ένα μικρό και αθώον παιδάκι, όταν ιδή την γλυκειά του μανούλα, τα όμοια και εγώ. Πως δε έφυγα από κοντά της, μήτε τώρα δεν το γνωρίζω, καθότι ο νους μου άνωθεν είχεν όλος καταποθή.

Κακείθεν αναχωρήσας από άλλην οδόν ήλθον πάλιν εις το λιβάδι, όπου ήτον κατοικία ωραία. Και μοι έδωκαν ευλογίαν τινά και με είπαν ότι εδώ είναι ο κόλπος του Αβραάμ, και είναι συνήθεια, όποιος διέλθη απ’ εδώ, να τον δίδομεν ευλογίαν. Και ούτως παρήλθον και από εκεί και ήλθον εις τον εαυτόν μου, και ήμην πάλιν εις το βραχάκι ακουμπισμένος.

Και αφήσας τον σκοπόν όπου πήγαινα, εκατέβην να προσκυνήσω περιχαρής την εικόνα της Παναγίας εις την Σπηλιάν του Αγίου Αθανασίου· διότι είχον πολλήν ευλάβειαν εις αυτήν. Και είχον καθήσει έξι μήνες εκεί εις την αρχήν δι’ αγάπην της και άναβα το καντήλι. Νύκτα ημέρα αυτή η αδολεσχία μου. Λοιπόν, καθώς ήμην όλως αιχμάλωτος εκείνην την νύκτα εις την θείαν αγάπην, εκατέβην να την ευχαριστήσω. Και μόλις εμβήκα και την προσκύνησα, εστάθην αντίκρυ και την ωμιλούσα ευχαριστώντας, εξήλθε τόση πολλή ευωδία, ωσάν μία αναπνοή δροσοβόλος από το γλυκύτατον στόμα της, όπου εγέμισεν η ψυχή μου και έγινα άφωνος εις δευτέραν έκστασιν ώραν πολλήν. Και όταν ασηκώθηκαν να ιδούν τα καντήλια ο εκκλησάρης, εγώ ως έξαλλος έφυγα, μην εννοήση αυτός τίποτε ή και αρχίση να με ερωτά.

Αλλην φοράν πάλιν αγρυπνώντας μόνος εις το πολύ μικρό καλυβάκι μου –διότι μόνοι μας με τον Γέρο-Αρσένιον αγρυπνούσαμε κάθε νύκτα στο κελλί ο καθένας με ευχήν και με δάκρυα– ήλθον πάλιν εις θεωρίαν. Εγέμισεν φως το κελλί μου, όπως όταν είναι ημέρα. Και εις το μέσον εφάνησαν τρία παιδάκια έως δέκα ετών το καθένα. Ένα ανάστημα, μία μορφή, μία ενδυμασία, ένα πρόσωπον εις την ευμορφίαν. Και εγώ θαυμάζων εις την θεωρίαν τους ήμην όλος εκστατικός. Αυτά δε ακουμβώντας το ένα εις το έτερον με ηυλόγουν τα τρία ομού, όπως ευλογεί ο ιερεύς, και μελωδικώς έψαλλον: “Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Αλληλούϊα!” Και εβάδιζον επάνω μου, και πάλιν οπίσω-οπίσω επήγαιναν, χωρίς να κάμουν μεταβολήν, και πάλιν εβάδιζον κατ’ επάνω μου ψάλλοντας. Εγώ δε έλεγον διαλογιζόμενος· πού έμαθαν τόσον μικρά να ψάλλουν τόσον ωραία και να ευλογούν; Χωρίς να έλθη στον νούν μου ότι εις το Άγιον Όρος δεν υπάρχουν τόσον μικρά και τόσον ωραία παιδάκια. Και ούτως πάλιν, ως ήλθον, έφυγαν να υπάγουν να ευλογήσουν και άλλους. Και εγώ έκθαμβος, ημέρες παρήρχοντο να διαλυθή η χαρά, να εξαλειφθούν από την μνήμην μου. Αλλά μήτε εξαλείφονται ποτέ τα τοιαύτα.

Αλλην φοράν ήμην πολύ στενοχωρημένος. Και τούτο γνωστόν· ότι ο Θεός δεν παρακαλεί την ψυχήν μήτε δεικνύει τοιαύτα χωρίς κινδύνους και δεινούς πειρασμούς, όπου να είναι ανάγκη· όχι απλώς και ως έτυχε.

Λοιπόν εις την άμετρον θλίψιν μου, όπως άλλοτε, πλήρης φωτός επί του Σταυρού ενεφανίσθη ο Ιησούς και κλίνας την κεφαλήν με ενθύμιζε: «Ιδέ, πόσα εγώ υπέφερα δι’ εσένα!». Και όλαι αι θλίψεις μου ως καπνός διελύθησαν.

Τι είπωμεν διά την τόσην αγάπην, όπου δεικνύει ο Κύριος εις ημάς, να μας σώση! Και ημείς, διά παραμικρόν πειρασμόν, όλα τα αλησμονούμεν. Ενώ, μέσα εις τους πειρασμούς και τας θλίψεις, εκεί ευρίσκεται ο Χριστός. Αλλά θλίψεις δεν λέγονται αι στενοχώριες και μέριμνες, το πως να ζήσης· αλλά θλίψεις διά Χριστόν. Διωγμοί· το να πάσχης διά να σώσης τον άλλον. Αγώνες δι αγάπην Χριστού και εναντιώσεις των πειρασμών. Να δυστυχής έως θανάτου διά Χριστόν. Να υπομένης ύβρεις και ονείδη αδίκως. Να καταφρονήσαι από όλους ως πλανεμένος. Τότε δικαίως ο Κύριος παρακαλεί την ψυχήν και ευφραίνει αυτήν.

Μίαν φοράν ήμην τόσο θλιμμένος –καθότι όλη μου η ζωή υπήρξεν ένα μαρτύριον– και το περισσότερον υποφέρω δι’ άλλους, όπου θέλεις να τους σώσης και δεν σε ακούν και συ κλαις και προσεύχεσαι, και αυτοί χλευάζονται και τους κυριεύει ο πειρασμός. Όντος μου λοιπόν εις οδύνην και πόνον πολύν ήλθον εις θεωρίαν. Και όπως εβάδιζα, ευρέθην εις ένα κάμπον· ωσεί χιών λευκόν όλον το έδαφος. Και όλος έκθαμβος ηπόρουν, πώς ευρέθην εις τοιούτον ωραίον τοπίον; Και εζήτουν μέρος να φύγω, μην τύχη κανείς και με μαλώση, διότι χωρίς άδειαν εισήλθον εκεί. Και κυττάζων με περιέργειαν δεξιά και αριστερά να εύρω διέξοδον, είδα μίαν θύραν υπόγειον και εισήλθον εκεί. Και ήτον ναός της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου. Και εκάθηντο νέοι ωραίοι, εστολισμένοι στολήν θαυμασίαν. Και είχον σταυρόν ερυθρόν εις το στήθος και εις το μέτωπον εμπρός. Και ηγέρθη από τον θρόνον ο είς, όπου ήτον ωσάν στρατηγός και εφόρει λαμπροτέραν στολήν, και με λέγει:

«Έλα, λέγει, διότι εσένα αναμένομεν», και με προέτρεψε να καθήσω. «Συγχώρησόν με, λέγω, δεν είμαι άξιος να καθήσω αυτού, αλλά αρκεί να σταθώ εδώ εις τους πόδας σας», και μειδιάσας με άφησε και ήλθεν εμπρός εις το τέμπλον, εις την εικόνα της Παναγίας, και λέγει:

«Κυρία και Δέσποινα του παντός, Βασίλισσα των Αγγέλων, Αχραντε Θεοτόκε Παρθένε, δείξον την Χάριν σου εις τον δούλον σου τούτον, όπου τόσον πάσχει διά την ιδικήν σου αγάπην, ίνα μη υπό της θλίψεως καταποθή», και αίφνης εξήλθε τόση λαμπρότης από την θείαν εικόνα της, και εφάνη τόσον ωραία η Παναγία, ολόσωμος, όπου από την τόσην ωραιότητα –μυριάδας του ηλίου φαεινοτέρα– έπεσα κάτω εις τους πόδας της μη δυνάμενος να την ατενίσω, και κλαίων εφώναζα:

«Συγχώρησόν με, Μανούλα μου, όπου εν αγνοία μου σε λυπώ», και ούτως κλαίων εν αληθεία συνήλθον βρεγμένος στα δάκρυα και πλήρης χαράς.

Αλλά τώρα διηγούμαι μόνον τάς παρακλήσεις. Πρέπει να διηγηθώ και τι ήσαν αυτές αι τόσον αφόρητες θλίψεις, φαρμακεροί έως θανάτου πειρασμοί. Όπου εις κάθε τοιαύτην παράκλησιν προηγείτο επιθανάτιος θλίψις. Πνιγμός ψυχής και καταχθονίου σκοτίας επιφοραί…