Θεολογία και Ζωή

15 Νοεμβρίου. Κυριακή Η’ του Λουκά

15 Νοεμβρίου 2009

Των Αγίων Γιουρία, Σάμωνα και Αβίβου Ομολογητών, Κυντίωνος Επισκόπου, Ιουστίνου & Θεοδώρας, των Αγίων Ελπιδίου Μάρκελλου και Ευστόχιου, Δημητρίου, των Αγίων Ευψυχίου, Νεάρχου και Καρτερίου, Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ

Ο Απόστολος της Κυριακής . Προς Εφέσιους Β’ 4-10

Ο Θεός όμως, ο οποίος είναι πλούσιος εις έλεος και φιλανθρωπίαν, χάρις εις την απεριόριστον αγάπην του, με την οποίαν μας ηγάπησε, μας εζωοποίησε πνευματικώς, μαζή με τον Χριστόν, και όταν ακόμη ήμεθα νεκροί ένεκα των παραβάσεων. Εχετε σωθή όχι ένεκα της αξίας σας η των έργων σας, αλλά δωρεάν δια της χάριτος.

Και μας ανέστησε μαζή με τον Χριστόν και μας έβαλε να καθήσωμεν μαζή του εις την επουράνιον δόξαν δια του Ιησού Χριστού.

Και τούτο δια να φανερώση καθαρά εις τας ερχομένας γενεάς, δια μέσου όλων των αιώνων, τον μέγαν και ακατάληπτον, εις την ανθρωπίνην διάνοιαν, πλούτον της χάριτός του με την προς ημάς αγαθωσύνην, την οποίαν έδειξε δια του Ιησού Χριστού.

Διότι πράγματι έχετε σωθή δωρεάν με την χάριν δια μέσου της πίστεως. Και αυτή η ανεκτίμητος σωτηρία σας δεν προήλθεν από σας· το δώρον είναι του Θεού.

Δεν είναι καρπός και αποτέλεσμα έργων, δια να μη ημπορή ποτέ κανείς να καυχηθή.

Διότι όλοι μας είμεθα έργον ιδικόν του, αναγεννηθέντες και κτισθέντες εκ νέου δια του Ιησού Χριστού και επί του Χριστού ως θεμελίου, δια να πράττωμεν τα αγαθά έργα, τα οποίαν από καταβολής κόσμου είχεν ετοιμάσει ο Θεός, δια να πορευθώμεν κατά το διάστημα της ζωής μας με αυτά.

Το Ευαγγέλιον της Κυριακής. Κατά Λουκάν Ι’ 25-37.

Και ιδού, κάποιος νομοδιδάσκαλος εσηκώθηκε και με τον σκοπόν να πειράξη τον Χριστόν και να αποδείξη εις αυτόν ότι δεν γνωρίζει τον νόμον του είπε· “διδάσκαλε, τι πρέπει να κάμω, δια να κληρονομήσω την αιωνίαν ζωήν;”

Ο Κυριος δε του είπε· “στον νόμον τι είναι γραμμένον; Πως αντιλαμβάνεσαι αυτό που διαβάζεις στον νόμον;”

Ο νομικός δε αποκριθείς είπε· “στον νόμον είναι γραμμένον, να αγαπάς Κυριον τον Θεόν σου με όλην σου την καρδίαν και με όλην σου την ψυχήν και με όλην σου την δύναμιν και με όλον σου τον νουν. (Ολος δε ο ευατός σου, ο νους, η καρδία, η θέλησις, η δραστηριότης σου, το πνεύμα και το σώμα, να πλημμυρίζουν από την αγάπην προς τον Θεόν). Να αγαπάς δε και τον πλησίον σου, όπως τον ευατόν σου”.

Είπε δε προς αυτόν ο Κυριος· “πολύ ορθά απήντησες· έτσι να κάνης και θα κληρονομήσης την αιώνιον ζωήν”.

Εντροπιασμένος ο νομικός διότι εφάνηκε εις τα μάτια των άλλων ότι δια ζήτημα πολύ γνωστόν ηρώτησεν τον Χριστόν, ηθέλησε να δικαιολογηθή και είπε προς τον Ιησούν· “και ποιός είναι ο πλησίον μου, που πρέπει να αγαπώ σαν τον ευατόν μου;”

Επήρε δε ο Ιησούς, εξ αφορμής αυτής της ερωτήσεως, πάλιν τον λόγον και είπε την παραβολήν· “Ενας άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ εις την Ιεριχώ και έπεσε εις τα χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού του επήραν τα χρήματα, τον εγύμνωσαν, τον επλήγωσαν και έφυγαν, αφήσαντες αυτόν μισοπεθαμένον.

Κατά σύμπτωσιν ένας ιερεύς κατέβαινε στον δρόμον εκείνον και, μολονότι είδε τον τραυματίαν, τον επροσπέρασε, χωρίς να του δώση καμμίαν βοήθειαν.

Το ίδιο και κάποιος Λευΐτης, όταν έφθασε στο μέρος εκείνο, επλησίασε τον πληγωμένον, τον είδε, αλλά τον επροσπέρασε ασυγκίνητος.

Ενας όμως Σαμαρείτης, ο όποιος περνούσε από τον δρόμον εκείνον, ήλθε στο μέρος, όπου κατέκειτο μισοπεθαμένος ο τραυματίας, τον είδε και τον εσπλαγχνίσθηκε.

Επλησίασε κοντά του, έδεσε με προσοχήν πολλήν τα τραύματά του, αφού προηγουμένως τα έπλυνε και τα άλειψε μα λάδι και κρασί, τον ανέβασεν στο ζώον του, τον επήγε εις κάποιο πανδοχείον και τον επεριποιήθηκε ο ίδιος.

Την άλλην δε ημέρα εβγήκεν από το δωμάτιον του τραυματίου, όπου είχε διανυκτερεύσει, έβγαλε δύο δηνάρια, τα έδωσε στον ξενοδόχον και του είπε· Περιποιήσου τον, με όσην επιμέλειαν ημπορείς. Και ο,τι εξοδέψεις παραπάνω, εγώ, όταν επιστρέψω από την πατρίδα μου, θα σου το πληρώσω σαν προσωπικόν μου χρέος.

Λοιπόν, ηρώτησε τότε ο Κυριος τον νομοδιδάσκαλον, ποιός από τους τρεις αυτούς νομίζεις, ότι εφάνηκε πραγματικός πλησίον και αδελφός δια τον άνθρωπον αυτόν, που είχε πέσει στα χέρια των ληστών;”

Εκείνος δε είπε· “αυτός που έκαμε πράξιν ευσπλαγχνίας και αγάπης προς εκείνον”. Είπε λοιπόν εις αυτόν ο Ιησούς· “πήγαινε και συ και πράττε όμοια με αυτόν. (Κανε το καλόν με αγάπην προς όλους, είτε Ιουδαίοι είναι είτε Σαμαρείται είτε φίλοι είτε εχθροί”).