Γέρ. Εφραίμ ΒατοπαιδινόςΟρθόδοξη πίστη

Δύο δρόμοι προς την αληθινή Θεολογία (1)

3 Δεκεμβρίου 2009

+ Ιερομονάχου Ευσεβίου Βίττη.

 α.  Είναι για όλους η Θεολογία;

Οι γραμμές, που ακολουθούν, δεν έχουν την πρόθεση να απασχολήσουν τον ευλαβή αναγνώστη με ειδική ιστορικοφιλολογική έρευνα γύρω από τους όρους θεολογία και θεολογείν. Άλλοι αρμοδιότεροι έγραψαν και γράφουν σχετικά με το θέμα αυτό. Όσα θα ακολουθήσουν, αποσκοπούν κυρίως στο να υπογραμμίσουν τόσο ως υπόμνηση κάποιων αληθειών γύρω από αυτό το θέμα όσο και ως ταπεινή προσφορά οικοδομής και στηριγμού, που μπορεί αναμφιβόλως να αποτελεί το πλούσιο πνευματικό περιεχόμενο τους. Και η αλήθεια που θέλουν να τονίσουν όσα θα γραφούν στη συνέχεια αποσκοπούν στο να συνειδητοποιηθεί μια αλήθεια γνωστή παλαιότερα, αλλά άγνωστη στους πολλούς, ότι δηλαδή κάθε πιστός καλείται να γίνει θεολόγος, όχι με τη συνηθισμένη χρήση του όρου σήμερα, αλλά με την αληθινή έννοιά του, για την οποία μιλούν, και την οποία αναπτύσσουν οι άγιοι Πατέρες. Και η έννοια αυτή αποτελεί μια αλήθεια, που πρέπει να την εγκολπωθούμε όσοι πιστοί, αν θέλουμε να γίνουμε περισσότερο πιστοί και βαθύτερα «επιγνώμονες» της ιδιότητος του να είναι κανένας συνειδητός χριστιανός.

Το φαινόμενο της εκπτώσεως της θεολογίας και του θεολογείν από το επίπεδο, στο οποίο τοποθετεί η πατερική σκέψη στους όρους αυτούς, σε τεχνολογία είναι πολύ παλιό. Ήδη ο Μ. Βασίλειος με οδύνη παρατηρεί:

«Έχουν, λέει, καταφρονηθεί οι πατερικές διδαχές και έχουν εξουθενωθεί οι αποστολικές παραδόσεις και κυριαρχούν στις Εκκλησίες επινοήματα νεωτέρων ανθρώπων. Οι άνθρωποι σήμερα τεχνολογούν και δεν θεολογούν. Τα πρωτεία τα έχει η κοσμική σοφία παραγκωνίζοντας το καύχημα του Σταυρού».

Τί σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν, ότι ακριβώς είναι εύκολο να χαθεί το αληθινό νόημα της θεολογίας και του θεολογείν και είναι επιτακτική ανάγκη κάθε τόσο να ξαναβρίσκουμε το αληθινό νόημά τους όλοι, είτε είμαστε ειδικοί θεολόγοι, με την τρέχουσα σήμερα έννοια του όρου, είτε απλοί πιστοί, δεδομένου, ότι ο κάθε πιστός καλείται να είναι εν πολλώ ή εν ολίγω θεολόγος με την πατερική και βιωματική έννοια του όρου.

Και πρώτα πρώτα τίθεται ένα βασικό ερώτημα εξ αφορμής αυτών που σημειώνονται πιό πάνω: Τί είναι θεολογία και θεολογείν; Στο ερώτημα αυτό θα μπορούσαμε να απαντήσουμε με κάθε δυνατή συντομία και απλότητα, για να γίνει καταληπτή από όλους η απάντηση, τα εξής: Η θεολογία ως έκφραση της γνώσεως του Θεού, που βιώνεται με άσκηση και τήρηση των εντολών του Θεού, δεν ασχολείται με την περιγραφή κάποιου αντικειμένου, αλλά μαρτυρεί εσώτατη εμπειρία της βιώσεως της ζωντανής σχέσεως με το Θεό, όσο βέβαια αυτή είναι δυνατή στην ανθρώπινη φύση γενικά και στην κάθε ατομική περίπτωση ειδικά. Όποιος θεολογεί, έρχεται να μαρτυρήσει για την καινή ζωή, που τον εμπεριέχει και που διά μέσου της γνωρίζει το Θεό γνωριζόμενος ήδη από το Θεό. Για το ζήτημα αυτό μας λέει ο θείος απόστολος Παύλος πως ο πραγματικός πιστός «έγνωσται υπό του Θεού» και καλείται να «επιγινώσκη τον Θεόν καθώς και επεγνώσθη» και αυτός από το Θεό.

Σύμφωνα με αυτά η θεολογία δεν είναι απλώς ομιλία για το Θεό και για ό,τι θεϊκό, στηριζόμενη σε λογικές κατηγορίες και διεργασίες του ανθρώπινου μυαλού, πράγμα, που συμβαίνει σε σχέσεις και αντικείμενα του κόσμου τούτου, αλλά αποτέλεσμα «υπερφυούς γνώσε­ως» του Θεού, που αποκαλύπτεται σε όποιον έχει φθάσει σε μέτρα μεγάλα αγιασμού και έχει επιτύχει την εσωτερική ειρήνη και την υπέρβαση των παθών του διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Μιλώντας για μεγάλα μέτρα αγιασμού, ας μη μας καταλάβει πανικός και απογοήτευση, γιατί εμείς οι συνηθισμένοι χριστιανοί δεν βλέπουμε κι ούτε πρόκειται ίσως να γνωρίσουμε οι περισσότεροι τέτοια μεγάλη πρόοδο και προχώρηση σε υψηλές βαθμίδες πνευματικότητος, που χαρακτηρίζουν τους αγίους της Εκκλησίας μας και τις ακατάληπτες για μας πνευματικές τους εμπειρίες.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει σχετικά: «Δεν είναι για τον καθένα, να ασχολείται με τα περί Θεού. Όχι, δεν είναι για τον καθένα. Δεν είναι τόσο ασήμαντο το ζήτημα αυτό και τόσο εύκολο και δεν είναι για όσους είναι προσκολλημένοι στα γήινα. Και θα προσθέσω κι ετούτο· δεν είναι κάτι, που μπορεί να γίνεται πάντοτε ούτε για όλους ούτε για όλα, αλλά κάποτε για ορισμένο χρόνο και ανάλογο ακροατήριο και ορισμένες πλευρές του. Δεν είναι για όλους, γιατί είναι θέμα, που μπορούν να ασχοληθούν με αυτό, όσοι είναι δόκιμοι και έχουν αναχθεί σε ιερή θεωρία και έχουν πριν από αυτά αποκαθαρμένη ψυχή και σώμα ή τουλάχιστον προσπαθούν να αποκαθαρθούν».

Όσα λέγει ο άγιος, φανερώνουν το μεγαλείο της θεολογίας, αλλά και το ανέφικτο για μας τους πολλούς αυτών που νοούνται με τον όρο θεολογία και θεολογείν. Αλλά δεν είναι απόλυτος και δεν αποκλείει το δρόμο και για μας τους ελάχιστους υπό ορισμένες βέβαια προϋποθέσεις. Γι’ αυτό και προσθέτει τα επόμενα παρήγορα:

«Ανέβα, λέει, ψηλά πνευματικά με τον τρόπο της ζωής σου. Απόκτησε την καθαρότητα με κάθαρση ανάλογη. Θέλεις κάποτε να γίνεις θεολόγος και άξιος του Θεού; Εφάρμοζε τις εντολές του Θεού και προχώρα με την πράξη, γιατί επάνω στη πράξη βασίζεται η ιερή θεωρία».

Και προσθέτει πάλι ο ίδιος:  «Το ξέρω λοιπόν αυτό και ξέρω ακόμη πως δεν είναι άξιος του μεγάλου Θεού, που υπήρξε και θύμα και αρχιερέας, δηλαδή του Χριστού, όποιος δεν κατέστησε και δεν παρουσίασε τον εαυτό του στο Θεό ζωντανή θυσία ή μάλλον ζωντανό ναό του ζώντος Θεού. Με βάση αυτή τη συνειδητοποίηση πώς θα αναλάβαινα εγώ ο ίδιος τους λόγους περί Θεού ή πώς να δεχτώ εκείνον, που με θράσος το επιχειρεί αυτό; Γι’ αυτό πρέπει κανείς πρώτα να καθαρίσει και να εξαγνίσει τον εαυτό του και έπειτα να ασχοληθεί με τον Καθαρό».

Με βάση όλα αυτά και όσα άλλα αναφέρονται από Πατέρες της Εκκλησίας και Εκκλησιαστικούς συγγραφείς, τονίζει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Σκουτέρης τα ακόλουθα: «Η θεολογία ως Ευαγγέλιον, το θεολογείν, δεν είναι έργον του οιουδήποτε, αλλά παρά ταύτα είναι πραγματικότης καθολική. Διά να εισέλθη τις εις τον «θείον γνόφον», εις την περιοχήν δήλα δη της θεολογίας, απαιτείται κάματος εσωτερικός. Η άνοδος εις «το δυσπρόσιτον όρος» της θεολογίας προϋποθέτει υπαρξιακήν τοποθέτησιν του θεολογούντος έναντι του αντικειμένου της θεολογίας, είναι, θα ελέγομεν, το θεολογείν απόρροια μιας εσωτερικής πορείας. Η κατεύθυνσις αυτή, μολονότι δεν είναι «πράγμα εύωνον», εντούτοις παραμένει ανοικτή δι’ όλους».

Η θεολογία ως ευαγγέλιο σωτηρίας… είναι ο «εκ Θεού λόγος» ο ανάγων τον άνθρωπον εκ των φυσικών και δρωμένων προς τον Θεόν. Αυτή εν τέλει είναι η αποστολή της θεολογίας. «Να υμνείτε τον Κύριο. Να δοξάζετε με δυνατή φωνή το όνομα του. Και βοή είναι πολύ δυνατή φωνή, που μπορεί να φτάσει και μακριά. Με την προτροπή του «βοάτε», θέλει να πει ο προφήτης να μην έχετε μικρή ιδέα και φρόνημα για τον Θεό».(Μ. Βασιλείου, Εις τον Προφήτην Ησαΐαν).

Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί για μας μια πρόκληση, αλλά και μια πρόσκληση, που θα μπορούσαμε να τη διατυπώσουμε με το ερώτημα· πώς θα μπορούσαμε και εμείς οι ασήμαντοι και κοινοί πιστοί να βιώσουμε τη θεολογία, στο βαθμό βέβαια, που μπορεί ο καθένας μας, αφού θέλουμε να είμαστε πιστοί και οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε το «θεολογείν», τη βίωση με άλλα λόγια του Θεού; Γιατί βέβαια η θεολογία και το θεολογείν δεν αποτελούν προνόμιο κάποιων λίγων εκλεκτών, αλλά κάθε πιστού, που θα θελήσει να γίνει και αυτός «θεολόγος» με όλη του την καρδιά. Κάθε πιστός, το ξέρουμε, αποτελεί μέλος του Σώματος του Χριστού και καλείται τελικά να θεωθεί.

Συνεχίζεται…