Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη

Από τη ζωή του Αγίου Σάββα

5 Δεκεμβρίου 2009

Ένας Γέροντας από τη Βηθανία, που τον έλεγαν Άνθιμο και που με τη σκληρή ασκητική ζωή που έκανε, είχε καταστολίσει μ’ αρετές τη ζωή του, έκτισε κάποιο κελί αντίκρυ από τη σκήτη του αγίου Σάββα, πέραν  από την ποταμιά και προς το ανατολικό της μέρος, κι’ έμεινε εκεί τριάντα χρόνια. Στα τελευταία του όμως αρρώστησε και ήτανε κατάκοιτος.

Όταν λοιπόν τον είδε ο μακάριος Σάββας να βασανίζεται έτσι από την αρρώστια κι’ από τα γηρατειά, του είπε, να θελήσει να τον μεταφέρουνε σ’ ένα από τα κελιά του Μοναστηρίου του, για να μπορούν, έτσι, να τον περιποιούνται οι αδελφοί καλύτερα και ευκολότερα. Ο Γέροντας όμως δεν το δέχθηκε, με κανένα τρόπο· κι’ έλεγε, πώς θέλει να πεθάνει εκεί που πρωτάρχισε την άσκησή του.

Κάποτε λοιπόν που ο άγιος Σάββας σηκώθηκε τη νύκτα και προτού ν’ αρχίσει ακόμη η σύναξη των αδελφών για τον όρθρο, του φάνηκε πως ακούει, μια γλυκύτατη μελωδία, σαν να έψαλλαν πολλοί μαζί. Και νομίζοντας πώς γίνεται η συνηθισμένη ψαλμωδία του Όρθρου, παραξενεύθηκε πως έγινε αυτό το πράγμα, χωρίς να τον ειδοποιήσουν προηγουμένως· και χωρίς να πάρουν τη συγκατάθεση του, όπως γινόταν τακτικά.

Έτρεξε λοιπόν γρήγορα προς την Εκκλησιά. Είδε όμως πως ήταν κλειστή, και οι πόρτες σφαλιστές, και ξαναγύρισε. Άκουσε όμως πάλι τις ίδιες ψαλμωδίες, που με μιαν άρρητη γλυκύτητα ψάλλανε το τροπάριο· «Διελεύσομαι εν τόπω σκηνής θαυμαστής· έως του οίκου του Θεού· εν φωνή αγαλλιάσεως».

Όταν λοιπόν κατάλαβε από που ερχόταν ο ήχος της θαυμαστής εκείνης ψαλμωδίας, ξύπνησε αμέσως το μοναχό που ειδοποιούσε τους αδελφούς, με το ξύλινο σήμαντρο, και τον πρόσταξε να τους καλέσει αμέσως σε σύναξη. Κι’ αφού μαζεύτηκαν όλοι, χωρίς να λείψει κανένας, πήρε ο άγιος Σάββας μερικούς μαζί του, και με λαμπάδες και με θυμιατά, τράβηξε προς το κελί του Γέροντα· γιατί από εκεί ερχόταν η μελωδία. Κι’ όταν μπήκαν μέσα σ’ αυτό δεν βρήκαν κανένα, παρά το Γέροντα μονάχα, που ήτανε πλέον πεθαμένος. Κι’ αφού τον  ασπάσθηκαν  και του έκαμαν όλα τα νόμιμα και τα πρεπούμενα, παρέδωσαν κατόπιν το άγιο του σώμα στον τάφο.

( Από τον Ευεργετινό)