Ορθόδοξη πίστη

Ο δρόμος των νηπτικών

10 Δεκεμβρίου 2009

Το Άγιο Όρος. Πίνακας του Τσέχου Alphonse Maria Mucha 1926

Σε κρίσιμους καιρούς, σαν τους δικούς μας, που η προσοχή και το ενδιαφέρον των ανθρώπων αστροθεάμονες αθεράπευτοι ταξιδεύουν χωρίς καμιά πνευματική ζεστασιά στους ανεξερεύνητους ουρανούς του σύμπαντος, είναι πολύ παρήγορο να επανεκδίδονται στον τόπο μας βιβλία, που φωτίζουν και ζεσταίνουν μέσα μας όλους τους δρόμους για να φτάσουμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Που μας αποκαλύπτουν ένα μυστικό σύμπαν: «η Βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι»! Και το πρώτο απ’ αυτά τα βιβλία, μετά την Άγ. Γραφή, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία είναι η «Φιλοκαλία».

Μέσα στη «Φιλοκαλία» βρίσκεται ενσωματωμένος, σαν σε μια λάρνακα χρυσή, όλος ο πλούτος των Ιερών Νηπτικών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και αν Μυστικισμός -περά απ’ τα νοητικά και φιλοσοφικά επικίνδυνα παιχνίδια του σύγχρονου στοχασμού- είναι η θεία γνώση, η φωτεινή εσωτερική οδός και η διαρκής μυστική ένωση μας με τον Ηγαπημένο, η «Φιλοκαλία» είναι η αγία κιβωτός, που διέσωσε με τα συγγράμματα των Μυστικών Πατέρων της ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, άφθορο κι ανέγγιχτο από οθνείες επιδράσεις το θείον και άρρητον κάλλος του πραγματικού Μυστικισμού. Και τούτο εδώ το σημειώνουμε, αρχή – αρχή και κάπως βιαστικά, γνωρίζοντας από τα πράγματα, αλίμονο, το πόσοι νέοι, προικισμένοι με εσωτερική ποιητική διάθεση, με δύναμη καρδίας και νου και φλόγα μες στα στήθια ασυνήθιστη, ζητώντας πάντα κάτι το ψηλότερο και το καλύτερο, «χαρίσματα κρείττονα», χάνονται κάθε τόσο μέσα στις δαιδαλώδεις ατραπούς των πολυώνυμων μυστικισμών· μυστικισμών, που καμιά πνευματική λύτρωση και θέωση, ούτε επαγγέλλονται -σοβαρά τουλάχιστον- ούτε μπορούν να προσφέρουν. Οι ιδρυταί και οι συνεχισταί αυτών των μυστικισμών, δίχως μεταφυσικά στηρίγματα, γράφουν και διδάσκουν χίλια δυό, «από λογολεσχίας νουθετούντες» και με τους πονηρούς κι αποδειγμένα πια ατελεσφόρητους συλλογισμούς, καταπονούν το πολυπόρευτον της διανοίας του ανθρώπου μέσα σε ζοφερά υπόγεια, όπου η ζείδωρη πνοή του πνεύματος ποτέ δεν φύσηξε. Οι «φαντασμένοι» έπεσαν ανυποψίαστοι σε τρομερές παγίδες: «αιτία δε της φαντασίας των εικόνων, η ασθένεια και ουχ η καθαρότης εστί του νοός· τούτο συνέβη εν τοις έξω φιλοσόφοις, επειδή ταύτα ενόμισαν είναι πνευματικά, περί ων διδαχήν αληθινήν εκ του Θεού ουκ εδέξαντο» (αγ. Ισαάκ ο Σύρος) .

Ακριβώς αντίθετη είναι η πνευματική ατμόσφαιρα της «Φιλοκαλίας», όπου ασκητικές Πατερικές μορφές, πάμφωτες από τις ακτίνες του φωτιστικού και παναγίου Πνεύματος, ανοίγουν την παράδοση της Ορθοδόξου πνευματικότητος και μας καλούν να τους ακολουθήσουμε στους δρόμους της μυστικής ενώσεως με το Θεό. Και αν όλα τα Πατερικά συγγράμματα χαρακτηρίζονται στην εκκλησιαστική φιλολογία ως Άγια, τα έργα των μεγάλων Μυστικών, που περιέχει η «Φιλοκαλία», είναι Άγια των Αγίων.

Η ανθολόγηση των κειμένων της έγινε τον 18ον αιώνα, από τον επίσκοπο πρώην Κορίνθου Μακάριο Νοταρά και τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Πρωτοείδε το φώς της δημοσιότητος στη Βενετία με τον τίτλο «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, συνερανισθείσα παρά των Αγίων και θεοφόρων Πατέρων ημών, εν η διά της κατά την πράξιν και θεωρίαν ηθικής φιλοσοφίας, ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται». Οι μακάριοι ανθολόγοι της «Φιλοκαλίας» έβαλαν όλο τον άγιο ζήλο τους κ’ εσύναξαν από τον πλούσιο λειμώνα της Πατερικής γραμματείας, τα εσωτερικώτερα και μυστικώτερα έργα, που με αξιοζήλευτη σαφήνεια βοηθούν το νου και την καρδιά να καθαρθούν από κάθε γήινη αίσθηση, με την αδιάλειπτη ή νοερά προσευχή («Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ Θεού, ελέησον με»)· με τη «νήψη» και με την ακατάπαυστη μνήμη του Θεού («μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», ή «αγωνισώμεθα μηδέ το ακαρές αναπνείν έκτος μνήμης Θεού»).

Ο Μυστικισμός και η υψηλή φιλοσοφία των Ιερών Νηπτικών, βασίζεται στην Καινή Διαθήκη· είναι δηλ. απόλυτα Χριστοκεντρικός. Μετά το «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», του Αποστόλου Παύλου και το «τετρωμένη η ψυχή μου εκ της αγάπης σου, Χριστέ», του Άσματος των Ασμάτων, έρχεται το «πετεινόν του ουρανού», ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, που φθέγγεται: «εκστατικός ο θείος έρως ουκ εών εαυτών είναι τους εραστάς, αλλά των ερωμένων». Οι ανούσιες «ενδοσκοπήσεις» των Νεοπλατωνικών εξατμίζονται, μπρος στις υπερούσιες βιωματικές εμπειρίες των θείων ερώτων, που φλογίζουν τις αγιασμένες ψυχές των Μυστικών της Ορθοδοξίας.

Ο Μυστικός της Ορθοδοξίας δεν λησμονεί, πως κάθε Χριστιανός είναι ένας άγγελος «ελαύνων επί θηρίου». Γι’ αυτό και η άσκηση του σώματος του και του πνεύματος, πάνω στις κοφτερές πέτρες του ησυχασμού, με προσευχή και ταπείνωση, του στέκεται σύντροφος παντοτινός και γλυκύτατος. Μια πρόγευση του Παραδείσου. Καθώς γνωρίζει τη «γλώσσα των όντων και των πλασμάτων» και «καθαίρεται» ο νους και το σώμα του από κάθε τι το γήινο, παθαίνει, την καλή «αλλοίωση» και ανεβαίνει λίγα – λίγα τα σκαλοπάτια της ελλάμψεως και της τελειότητος· οι πόνοι της ασκήσεως σβήνουν τώρα και καταλάμπεται από τις ακτίνες του Ακτίστου Φωτός, όπως βαθύτατα αναπτύσσει και αναλύει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Αποκαλύπτεται μπροστά τους, καθώς είναι καθαρμένοι απ’ τα πάθη, όλο το ύψος και το βάθος της θείας σοφίας, και η αναμενόμενη μέθεξη δεν είναι πια μακριά· «Ου γαρ έχει πικρίαν η συναναστροφή της σοφίας του Θεού, ουδέ οδύνην η συμβίωσις αυτής, άλλα ευφροσύνην και χαράν». Οδύνη είναι όταν βρίσκεσαι μακριά της.

Όμως, αυτή ακριβώς η τελειότης των Μυστικών Πατέρων, δημιουργεί γύρω απ’ τα έργα τους ένα απροσπέλαστο τείχος για μας, που είμαστε βουτηγμένοι στις λάσπες των παθών. Κι όσοι θελήσουν να εμβαθύνουν στην καταπληκτική πυκνότητα του περιεχομένου της «Φιλοκαλίας» μόνο με το μυαλό, δίχως προσπάθεια βιώσεως και πνευματικής («νηπτικής») ανατάσεως στη μέθεξη του ακρότατου των εφετών, αυτοί, χωρίς αμφιβολία, βρίσκουν στους Μυστικούς τη φιλοσοφία μόνο του Μυστικισμού, έκφραση ποιητικότατη σε πολλούς, στους πιο πολλούς δεινότητα ψυχολογική απαράμιλλη, και σ’ όλους σχεδόν βαθιά και ασύλληπτα νοήματα. Κάτι ανάλογο με κείνο που συμβαίνει στο Ευαγγέλιο: «ει δε έστι κεκαλυμμένον το Ευαγγέλιον ημών, εν τοις απολλυμένοις εστί κεκαλυμμένον» (Απόστολος Παύλος). Είναι πεσμένοι οι ξεροί ερευνηταί των Νηπτικών στη γη -και «ιδού σκότος σκληρόν εν τη απορία αυτών» (Ησαΐας). Ίσως, αυτό το σκότος να καλύπτει και τους αλλόδοξους, που κατά καιρούς μετέφρασαν, μα δεν κατάλαβαν το βάθος και το ύψος της «θεωρίας» και της «ευχής», που διδάσκει η «Φιλοκαλία». (Ανεκτίμητη, πρέπει κ’ εδώ να ομολογηθεί, είναι η συμβολή του βιβλίου, «Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητού» στη γνωριμία μας με την Προσευχή των Νηπτικών) . «Η δε της ευχής δύναμις αυτήν ιερουργεί και τελεσιουργεί την του ανθρώπου προς το θείον ανάτασίν τε και ένωσιν», όπως πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Όμως, εδώ δεν γίνεται, σήμερα, ούτε την παντοτινή επικαιρότητα, που έχει για τους πνευματικούς ανθρώπους η «Φιλοκαλία» να τονίσουμε, ούτε τους φωτεινούς ορίζοντες, να σημαδέψουμε, που για τους νέους ειδικά ανοίγει ούτε και μερικά τουλάχιστον από τα επιγραμματικά Κεφάλαια να μεταφέρουμε εδώ, προς πίστωση των λεγομένων. Ας μας συγχωρήσει ο αγαπητός αναγνώστης· αλλά νομίζουμε, πως το κείμενο της «Φιλοκαλίας» είναι τόσο πυκνό και τόσο βαθύ, που είναι προβληματικό αν μια ζωή ολάκερη έφτανε να μελετηθεί και να αναπτυχθεί όπως του πρέπει. Γι’ αυτό και μείς, για την ώρα, θα σταθούμ’ εδώ. Ας ακουστεί καλύτερα η φωνή του οσίου Νικόδημου, απ’ το μυστικώτατο Προοίμιο του στη «Φιλοκαλία»: «Έλθετε, τοίνυν, έλθετε· φάγετε τον εν αυτή γνωστικόν της σοφίας άρτον, και πίετε οίνον τον ευφραίνοντα μεν νοητώς την καρδίαν, εξιστώντα δε πάντων αισθητών ομού τε και νοητών δια την κατ’ έκστασιν θέωσιν, καί μεθύσκησθε μέθην τω όντι νηφάλιον. Έλθετε πάντες, όσοι κλήσεως ορθοδόξου τυγχάνετε μέτοχοι, συνάμα Λαϊκοί τε και Μοναχοί, οι την εντός υμών ούσαν του Θεού βασιλείαν και τον εν τω αγρώ της καρδίας κεκρυμμένον ευρηκέναι σπουδάζοντες θησαυρόν. Έλθετε, συνεχίζει ο άγιος Νικόδημος, διατί η «Φιλοκαλία» είναι το της νήψεως ταμείον· το του νοός φυλακτήριον· το μυστικόν διδασκαλείον της νοεράς προσευχής· της πρακτικής η εξαίρετος υποτύπωσις· της θεωρίας η απλανής οδηγία· ο των Πατέρων Παράδεισος· των αρετών η χρυσή σειρά· το πυκνόν του Ιησού αδολέσχημα· η ανακλητική της χάριτος σάλπιγξ, και συνελόντα φάναι, αυτό δη το της θεώσεως όργανον, χρήμα είπερ τι άλλο μυριοπόθητον, και προ πολλών ετών μελετώμενον μεν και ζητούμενον, αλλ’ ουχ ευρισκόμενον». Περιττεύει να σημειώσει κανείς, πως για τέτοια βιβλία, πρωταρχική σημασία έχει, όχι η γνώση τους, αλλά η πνευματική γεύση των μυστικών καρπών τους- και στον πρακτικό και στον θεωρητικό χώρο της λειτουργικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτή είναι η βασική τους προϋπόθεση κ’ εκεί βασίζεται η επιτυχία τους.

(Π. Β. Πάσχου, Από την Αγωνία στην Κατάνυξη – δοκίμια ορθοδόξου στοχασμού- εκδ. «ΑΣΤΗΡ»)