Άγιοι - Πατέρες - Γέροντες

Ικετευτική προσευχή Οσίου Εφραίμ του Σύρου

16 Δεκεμβρίου 2009

Εσύ, ω Κύριε, ο αναμάρτητος Γιος του Θεού, που με  την ίδια τη θέλησή σου υπέμεινες τη σταύρωση του σώματος και σφαγιάστηκες, για να σωθούμε εμείς οι αμαρτωλοί· εσύ, που γεύτηκες το θάνατο χωρίς να διαφθαρεί το σώμα σου, για να σώσεις την πεπτωκυΐα φύση μας, η οποία ήταν φυλακισμένη στα κατώτατα μέρη της γης· εσύ, που φάνηκες σαν νεκρός, μα πήγασες ζωή στο κόσμο σου και νέκρωσες τον ίδιο το θάνατο, και σαν μια φτηνή σκηνή γκρέμισες τη φυλακή του Ά­δη· εσύ, που είσαι η βροχή της αφθαρσίας και ο πανάκριβος μαργαρίτης που βγαίνει από τη θεία αστραπή· εσύ, το σταφύλι που δίνει ζωή και αποστάζει γλυκασμό της σωτηρίας για όλη την οικουμένη· εσύ, το αληθινό και αβασίλευτο φως· εσύ, που είσαι ο Λόγος του Θεού και Πατρός, η σοφία και η δύναμη, το απαύγασμα της δόξας του, Ιησού Χριστέ μου ακατάληπτε και ανεξερεύνητε, που είσαι γεμάτος οίκτο και συμπάθεια, άφησε να χυθεί και σ’ εμένα τον αμαρτωλό ο πλούτος της αγαθότητάς σου· δέξου τις ικεσίες και τις παρακλήσεις μου, εξάλειψε τα πλήθη των απείρων μου ανομιών και αμαρτιών, και χάρισέ μου όλα όσα σου ζητώ στη προσευχή μου: μη με αποδοκιμάσεις, που είμαι αδιόρθωτος· μη με πετάξεις ως άχρηστο, καθώς είμαι ράθυμος και δίχως υπομονή· μην πεις σ’ εμένα τον πανάθλιο την ώρα της Δευτέρας Παρουσίας σου, όταν θα κρίνεις όλο τον κόσμο, «εσύ τι έχεις υπομείνει για μένα;», γιατί δεν έχω δείξει ποτέ και σε τίποτε την παραμικρή υπομονή.

Εκείνη τη φρικτή και φοβερή ήμερα, Κύριε, θα πεις σ’ εμάς τους αμαρτωλούς: «γνωρίζετε λεπτομερώς όλα όσα υπέμεινα για σας, άνθρωποί μου. Όντας Θεός, πήρα σάρκα για σας και γεννήθηκα όντας αόρατος, εμφανίστηκα για σας στη γη και περπάτησα· για σας πείνασα, καταδιώχθηκα, λιθοβολήθηκα· όντας αναμάρτητος, για σας καταδικάστηκα· χωρίς να έχω κανένα κρίμα και αιτία, για σας υπέμεινα να με ραπίσουν και να με φτύσουν δίχως πάθη και αμαρτίες, σταυρώθηκα για σας· όντας αθάνατος, θανατώθηκα για σας, και μάλιστα με θάνατο που είχαν οι χειρότεροι εγκληματίες· για σας μου άνοιξαν με λόγχη την πλευρά, και με πότισαν ξίδι επάνω στο σταυρό, ανακατωμένο με ύσσωπο και χολή· και πάσχοντας και υποφέροντας όλα τούτα καρφωμένος επάνω στο σταυρό, δεν οργίστηκα· κι όταν με κοροΐδευαν, δεν τους καταράστηκα, εγώ ο Κύριος και Δεσπότης, που είμαι πάνω και πέρα απ’ όλα τα εγκλήματα. Όλα τούτα τα υπέμεινα για σας, για να σας κάνω αγίους, άξιους για τον ουρανό· σας χάρισα τη Βασιλεία των Ουρανών σας έκαμα δώρο τον αμάραντο αιώνιο παράδεισο· όλους σας ονόμασα αδέλφια μου· σας πρόσφερα στον Πατέρα· σας έστειλα το άγιο Πνεύμα. Κ’ εσείς, άνθρωποί μου, τί υπομείνατε για μένα;»

Και σ’ όλα αυτά τί θ’ απαντήσω εγώ, ο ταλαίπωρος, εγώ που πριν ήμουν κακός και αμαρτωλός, μα και τώρα είμαι ασεβής και ακάθαρτος;

Και τότε, τη φρικτή εκείνη ώρα, οι μεν Μάρτυρες θα δείξουν τις πληγές τους, τις στρεβλώσεις, τα κομμένα μέλη του σώματος και την ως το τέλος καρτερία τους· οι δε Ασκητές θα δείξουν την ασκητική ζωή τους και την αυστηρή νηστεία, την αγρύπνια, την ακτημοσύνη, τα δάκρυα, και την υπομονή τους ως το τέλος· εγώ, όμως, ο ράθυμος, ο αμαρτωλός, ο δίκαια κατηγορούμενος και υπεύθυνος τόσων ανομιών, τί θα’ χω να επιδείξω, εκτός από τον καρπό της ντροπής μου; Γαστριμαργία, φιληδονία, πολυλογία, τον πολύ ύπνο, τα πολλά γήινα πράγματα, την ανυπομονησία, τη κενοδοξία, τη ραθυμία, την αμέλεια. Αν, λοιπόν, μου ζητήσεις το λόγο, Κύριε, για τον καιρό που μου έδωκες να μετανοήσω, εξαιτίας της αμέλειάς μου, τί απολογία να βρω; Και αν, όπως είναι γραμμένο, η κρίση θα γίνει τόσο αυστηρή, όπου θα εξεταστούν ακόμη και η άσκοπη φλυαρία, οι αμαρτωλοί λογισμοί και οι πονηρές ενθυμήσεις, τί φόβος και τρόμος μέλλει να με κυριέψει τον πανάθλιο;

Και ποιά τιμωρία μου θ’ ακολουθήσει ύστερα απ’ όλα αυτά;

Σπλαχνίσου με, Κύριε, λυπήσου με εύσπλαχνε, ελέησέ με φιλάνθρωπε· εσύ, μόνε πανάγαθε, λυπήσου με και μη με κρίνεις ανάξιο για τους οικτιρμούς σου. «Μη τω θυμώ σου ελέγξης με»! Μη θυμηθείς τις παλιές μου, μήτε τις πρόσφατες αμαρτίες. «Σ’ εσένα. Κύριε και Θεέ μου, ανήκει η δικαιοσύνη, ενώ σ’ εμένα η ντροπή του προσώπου. Θυμήσου, Κύριε, πως οι ευσπλαχνίες σου είναι απ’ την αρχή των αιώνων, και δίνονται σε όλη την οικουμένη από γενεά σε γενεά». Θυμήσου, ακόμα, Κύριε, πως έγινες για όλους εμάς το καταφύγιο και η σωτηρία όλων εκείνων που στηρίζουν σ’ εσένα τις ελπίδες τους. Σπλαχνίσου με, Κύριε, κ’ ελέησέ με, μόνο χάρη στην αγαθότητά σου· στήριξε την ψυχή μου, εξασθενημένη από τη ραθυμία και την αμέλεια, εσύ που ανορθώνεις τους συντριμμένους και καταπεσμένους. Να, εμπρός σου οι ανομίες μου, σοβαρές και μεγάλες, καθώς και το πλήθος των αμαρτιών μου, που είναι απέραντο και ατελείωτο· να, και η τόσο αδύνατη προσευχή μου, δίχως δάκρυα, μια και η σκληρότητα της καρδίας μου έχει ξεράνει εντελώς τα μάτια μου. Η κλίση και η ανάγκη της σάρκας μου συνέχεια δίνει προφάσεις γι’ αμαρτία, ενώ η αμέλεια με κάνει να ξεστρατίζω απ’ τον ίσιο δρόμο.

Εσύ, ωστόσο, Δέσποτα, γνωρίζεις την παραμέληση και καταφρόνια της ταλαιπωρίας μου, καθώς και τις αμαρτωλές προλήψεις που με πολεμούν και βλέπεις την πολυμήχανη επίθεση της κακίας του εχθρού κατεπάνω μου. Βοήθησέ με, χάρη στο μέγα σου έλεος, και σώσε με, τον αμαρτωλό, με τη χάρη των οικτιρμών σου, και με τις πρεσβείες της παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και όλων των Αγίων σου. Διότι εσύ είσαι ο αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός, Χριστέ ο Θεός ημών, και «σοι την δόξαν, και ευχαριστίαν, και προσκύνησιν αναπέμπουμε, συν τω ανάρχω σου Πατρί, και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, πάντοτε, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν.