Θεολογία και ΖωήΟρθόδοξη πίστη

Ματιές στην Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία (1)

17 Δεκεμβρίου 2009

+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

 Η θεία λειτουργία αποτελεί το κέντρο της ορθόδοξης λατρείας. Σ’ αυτήν απεικονίζεται ανάγλυφα η ουσία της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, συγκλίνουν σαν σε κέντρο ζωτικό, η λυτρωτική θεία οικονομία, το δόγμα, η παράδοση, το ήθος, η μυστική ευσέβεια, το ουρανοδρόμο πνεύμα και ο σωτηριολογικός θεοτικός δυναμισμός της Ορθοδοξίας, Η θεία ενανθρώπηση, η είσοδος του Θεού στον κόσμο, οι κύριες στιγμές του λυτρωτικού έργου του Χριστού, το σταυρικό πάθος, η ανάσταση, η Ανάληψη και η εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα παίρνουν μια δραματική απεικόνιση και μια βαθειά μυστική βίωση στις ψυχές του ορθοδόξου πληρώματος, που βιωματικά μετέχει στη θεία λειτουργία, όπου τελετουργείται το άρρητο μυστήριο του Χριστού, της Εκκλησίας και κατ’ επέκταση ολόκληρης της φυσικής κτίσεως. Όλα στην ορθόδοξη θεία λειτουργία είναι φως, διαφάνεια, χαρά, θρίαμβος της λυτρωτικής ενέργειας του Θεού, με άξονα πάντοτε το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, της μεταβολής των υλικών στοιχείων του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα Χρίστου και συγχρόνως της αναίμακτης προσφοράς της ιλαστήριας θυσίας του Χριστού. Χωρίς τη θεία λειτουργία, που είναι το κέντρο βίωσης του μυστηρίου της σωτηρίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία χάνει τη ζωτική συνεκτική βάση της, παραμένει μετέωρη και ξεκάρφωτη.

Ας δούμε όμως κάπως αναλυτικότερα τα πράγματα.

 1) Η θεία λειτουργία αποτελεί Ιστόρηση και μυστική βίωση του μυστηρίου της «θείας περί τον άνθρωπον οικονομίας».

 Λέγοντες θεία περί τον άνθρωπον οικονομία εννοούμε όσα έκανε ο θεός στην άπειρη αγάπη Του για να διορθώσει το χάλασμα της πτώσης των λογικών όντων (των ανθρώπων) στο πεδίο της φυσικής δημιουργίας. Στο πεδίο της θείας ζωής, έκτος από τα ίδια πρόσωπα της αγίας Τριάδος, περιλαμβάνονταν και έγχρονα δημιουργήματα, οι αγαθοί άγγελοι και ο άνθρωπος, ο οποίος πλάστηκε «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του δημιουργού του (Γεν. 1,27). Σ’ αυτήν φυσικά δεν περιλαμβάνονταν τα αποστακτικά πνεύματα, οι δαίμονες, οι οποίοι αυτοπροαίρετα κινήθηκαν κατά του Θεού, έπεσαν από το υψηλό αξίωμά τους, η φύση τους πετρώθηκε στο κακό και έγιναν εχθροί του Θεού, καταπολεμώντας λυσσαλέα το θέλημα και τα έργα του. Το πρώτο ρήγμα στη δημιουργία έγινε πριν από το χρόνο στο χώρο της αόρατης πνευματικής κτίσης, ενώ το δεύτερο τελέστηκε εγχρόνως στο χώρο της ορατής κτίσεως με πρωταγωνιστή το λογικό άνθρωπο. Ο πρώτος άνθρωπος, που ήταν φυτεμένος στην άκτιστη θεία ενέργεια, αν και ήταν ήρεμος και μακάριος στην αρχέγονη κατάστασή του, συνομιλώντας υιικά με το θεό (Γεν. 2,8) και εντρυφώντας στη θεία θεωρία, δεν παρέμεινε πιστός στο υπέροχο αξίωμά του σαν κορωνίδας της δημιουργίας, αλλά, παρασυρόμενος από τον δαίμονα, ξεπόρτισε από το αρχικό του ενδιαίτημα και βρέθηκε στο χάος της ανυπαρξίας (της ζωής χωρίς το Θεό), έρημος και εξαθλιωμένος στα σκοτάδια της αποστασίας, στην περιοχή της φθοράς και του θανάτου. Αυτό το διπλό ρήγμα υπέστη το ωραίο έργο που βγήκε από τα χέρια του Θεού. Το πώς βέβαια έγινε αυτό εμείς οι άνθρωποι με το φτωχικό μυαλό μας δεν μπορούμε να συλλάβουμε. Κι ενώ ο Θεός στο πρώτο ρήγμα της αόρατης δημιουργίας δεν έκανε τίποτε για την αποκατάσταση της φθοράς, επειδή δεν υπήρχε προς τούτο καμιά δυνατότητα από μέρους των αποστατησάντων πνευμάτων (οι κακοί άγγελοι πετρώθηκαν στην αμαρτία, κατέστησαν ακίνητοι προς το αγαθό, χωρίς η σκοτεινή φύση τους να μπορεί να μετανοήσει και να θελήσει την επιστροφή της στο Θεό), στο δεύτερο ρήγμα της πτώσης του ανθρώπου ο πλάστης έλαβε οίκτο για το αμαρτωλό πλάσμα του και θέλησε να το σώσει από τη φθορά και το θάνατο, να το ανακαλέσει κοντά του, διορθώνοντας το χάλασμα που προκάλεσε στην πλάση η αλόγιστη πτώση του. Για τον άνθρωπο υπήρχε η δυνατότητα αποκατάστασής του στο προπτωτικό του αξίωμα, γιατί αυτός δεν ήταν πνεύμα καθαρό (είχε σύνθετη φύση) και μπορούσε να μετανοήσει για την πτώση του, στην οποία παρασύρθηκε από τον κακό δαίμονα. Τη σωτηρία και ανάπλαση του αμαρτωλού πλάσματος ο αγαθός Θεός συνέλαβε προαιωνίως στην αΐδια βουλή του· άξονας δε του λυτρωτικού αυτού σχεδίου ήταν η σάρκωση του Λόγου, του δεύτερου προσώπου της αγίας Τριάδος. Επειδή ο αμαρτωλός άνθρωπος δεν είχε από μόνος του τη δυνατότητα να επιστρέψει στην αρχική του πατρική εστία, ούτε δε και άλλη κτιστή δύναμη μπορούσε να τον βοηθήσει, αποφάσισε ο ίδιος ο Θεός να τον σώσει, στέλλοντας στον κόσμο τον Υιό του να γίνει πραγματικός άνθρωπος, να ζήσει την επίκαιρη στιγμή της ανθρώπινης ζωής, αναλαμβάνοντας στο πρόσωπο του την κακοπάθεια και την οδύνη της πεσμένης φύσεως. Η σάρκωση του Λόγου έγινε, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου (Γαλ. 4,4), δηλαδή ο κατάλληλος καιρός που είχε προκαθορίσει η σωστική πρόνοια του Θεού. Τότε ο Υιός του Θεού έλαβε τη σάρκα του με τη δύναμη του παναγίου Πνεύματος στην ολοκάθαρη μήτρα της Παρθένου, οπού ενώθηκε «εξ άκρας συλλήψεως» με τον άνθρωπο κατά τη στιγμή του ευαγγελισμού της Παρθένου από τον άγγελο (Λουκ. 1,35)· Ο χρόνος από τη γέννηση του Υιού του Θεού και εξής μέχρι του θανάτου του απετέλεσε το στάδιο της «κενώσεως» του Λόγου (Φιλ. 1,7), δηλαδή της άκρας ταπείνωσης που ανέλαβε θεληματικά ο Χριστός για τη σωτηρία των αμαρτωλών ανθρώπων.

Το γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως η ευχαριστιακή σύναξη ζει στην αρχή της θείας λειτουργίας κατά τη μικρή είσοδο, οπού ο ιερέας, κρατώντας υψωμένο το Ευαγγέλιο, το περιφέρει διά μέσου του ναού για να το αποθέσει στην αγία Τράπεζα. Το Ευαγγέλιο στο όποιο είναι θεόπνευστα γραμμένη η σοφία του Θεού, συμβολίζει το Χριστό, ο οποίος έρχεται στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο με το λυτρωτικό του φως, να αφανίσει την ειδωλική πλάνη της αμαρτίας και να εγκαθιδρύσει την αληθινή θεογνωσία στην πλανεμένη ανθρωπότητα. Στη συνέχεια, την έκχυση της σοφίας του Θεού εξαγγέλλουν τα δύο αγιογραφικά αναγνώσματα, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο, παρμένα το μεν Ευαγγέλιο από τα γνωστά τέσσερα ευαγγέλια, ο δε Απόστολος από τα υπόλοιπα βιβλία της Κ. Διαθήκης (εκτός από την Αποκάλυψη). Στα αναγνώσματα παρίσταται αοράτως ο Χριστός στο προφητικό του αξίωμα, κηρύττοντας τη λυτρωτική θεία αλήθεια, την οποία αμαύρωσε διά της αμαρτίας στις ψυχές των ανθρώπων το πνέαμε της αποστασίας. Παράλληλα, κατά τη μεγάλη Είσοδο, που γίνεται μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και την ψαλμωδία του Χειρουβικού ύμνου, ο Χριστός, συνοδευόμενος από πλήθος αγγέλων, πορεύεται αοράτως προς το ιερό θυσιαστήριο του ναού για να θύσει εαυτόν υπέρ της του κόσμου ζωής (Α Κορ, 5,7). Οι δε πιστοί, εικονίζοντες μυστικά τα Χερουβίμ και αποθεμένοι «πάσαν, την βιοτικήν μέριμναν», υποδέχονται τον Βασιλέα των όλων με δέος και κατάνυξη ψυχής, συμπορευόμενοι μαζί του για να μετάσχουν (με τον τρόπο τους φυσικά) στην τέλεση της θείας ιερουργίας.

 Συνεχίζεται…