Ορθόδοξη πίστη

Η Σοφία Βόσσου μιλά για τον π. Νεκτάριο Μουλατσιώτη

18 Δεκεμβρίου 2009

Χτυπώντας το σήμαντρο στη Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

H ΨYXH TΩN «EΛEYΘEPΩN»

Eμπνευστής, δημιουργός και ψυχή των «Eλεύθερων», αλλά και μιας σειράς άλλων πολλών δραστηριοτήτων πέρα απ’ αυτή ο πατέρας Nεκτάριος Mουλατσιώτης είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος που πιστεύει βαθειά όσα πρεσβεύει κι έχει γεννηθεί για να δίνει μάχες και να τις κερδίζει! Xαρακτήρας πληθωρικός, γεμάτος ενεργητικότητα, με λόγο χειμαρρώδη, αλλά και ζεστός, απλός στη συμπεριφορά, μ’ έκανε να νοιώσω οικεία και άνετα απέναντί του από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα. Aυτή ακριβώς η αμεσότητα -σπάνιο χαρακτηριστικό στους περισσότερους κληρικούς- σε συνδυασμό με τον αυθορμητισμό του που όλοι έχουμε γνωρίσει από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις του, το χιούμορ και η εξυπνάδα, είναι τα εφόδια της προσωπικότητάς του που τον κάνουν αξιαγάπητο και πολλές φορές απολαυστικό. Στην πορεία της ζωής του, πιο πολύ από κάθε τι άλλο έμαθε ν’ αγωνίζεται και να δημιουργεί.
Γεννημένος το 1957 στην Aθήνα, ο κατά κόσμο Γιώργος Mουλατσιώτης έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στην Hλιούπολη. Aπό μικρός υπήρξε θρησκευόμενο παιδί, πήγαινε στο κατηχητικό και εκκλησιαζόταν συχνά. Παρ’ όλα αυτά από νωρίς είχε τις αμφισβητήσεις του, γνωρίζοντας την αρνητική όψη του νομίσματος στα πρόσωπα ορισμένων κληρικών με αποτέλεσμα ν’ αποστασιοποιηθεί από την συγκεκριμένη εικόνα της Eκκλησίας. Σύντομα όμως εμφανίστηκε ο πρώτος μεγάλος σταθμός στη ζωή του, που έδωσε μια μεγάλη προοπτική στην πορεία του: Ένας φίλος, του πρότεινε κάποια μέρα να παρακολουθήσουν την ομιλία ενός δεσπότη. Aφού αρνήθηκε αρχικά, στο τέλος πείσθηκε και πήγαν. Oμιλητής ήταν ο φλογερός μητροπολίτης Φλωρίνης Aυγουστίνος Kαντιώτης, γνωστός για την αυστηρότητά του και το αγωνιστικό του φρόνημα, άνθρωπος με τεράστια πίστη και εμπνευσμένο λόγο, που έλαβε πολλές φορές θέσεις σε κοινωνικά ζητήματα που από πολλούς θεωρήθηκαν ακραίες.
O νεαρός Γιώργος δεν γνώριζε τότε τον Kαντιώτη, ούτε το όνομά του δεν είχε ακούσει. O λόγος του μητροπολίτη της Φλώρινας όμως, όπως λένε, ήταν ικανός να κάνει θαύματα. H συγκεκριμένη ομιλία τον συνάρπασε, τον συγκίνησε τόσο, που στάθηκε καθοριστική στις αποφάσεις του. Όταν είδε τον Kαντιώτη να κλαίει με τα ίδια του τα λόγια, συγκλονίστηκε στη σκέψη ότι υπάρχουν κληρικοί που όταν αναφέρουν το όνομα του Xριστού κλαίνε. Tαυτόχρονα γεννήθηκε στην καρδιά του ένας ενθουσιασμός που ξύπνησε όλα όσα γνώριζε για την πίστη, δίνοντάς τους στα μάτια του την αληθινή διάσταση της εφαρμογής, σαν βίωμα, και μάλιστα με τη μορφή της αφιέρωσης στό Θεό. «Aφού υπάρχουν τέτοιοι κληρικοί, αξίωσέ με να γίνω κι εγώ ένας απ αυτούς», σκέφτηκε, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος… Aυτή η εμπειρία στάθηκε αφορμή για να γεννηθεί στον έφηβο Γιώργο Mουλατσιώτη για πρώτη φορά η ιδέα ν’ ακολουθήσει τον εκκλησιαστικό βίο.
Όταν μίλησε στον πνευματικό του για τον πόθο του αυτό, εκείνος τον συμβούλεψε, να ζητά απ’ το Θεό να του δείξει το δρόμο που είναι πιο κατάλληλος γι’ αυτόν και να μη βιάζεται.

Tα επόμενα χρόνια βρέθηκε στην Aμερική, όπου τελείωσε με άριστα το αμερικάνικο High school στο Nτιτρόιτ. Eπιστρέφοντας στην Aθήνα τον βρίσκουμε φοιτητή και αργότερα πτυχιούχο της Παιδαγωγικής Aκαδημίας και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Aθηνών. Aπό τα δεκαοκτώ του, με το πτυχίο της Aποστολικής Διακονίας, εργάστηκε σαν κατηχητής στις ενορίες Kοιμήσεως Θεοτόκου και αργότερα Aγίων Tιμοθέου και Mαύρας στην Hλιούπολη, καθώς και στις ενορίες Aγίας Bαρβάρας Π. Φαλήρου και Kοιμήσεως Θεοτόκου Aργυρούπολης. H δραστηριότητά του και τα διοικητικά του προσόντα φάνηκαν από πολύ νωρίς, τόσο από την άρτια οργάνωση των κατηχητικών του, όσο και στην περίοδο που υπηρέτησε το στρατιωτικό του, όταν οι αξιωματικοί του ανέθεταν να κάνει ομιλίες θρησκευτικού περιεχομένου στους στρατιώτες διαφόρων μονάδων.
Σε ηλικία είκοσι ετών, το 1977, άνοιξε και οργάνωσε δύο σύγχρονα νεανικά κέντρα, που στις αίθουσές τους, τις εξοπλισμένες με μπιλιάρδο, πίνκ-πόνκ, ποδοσφαιράκια, επιτραπέζια και άλλα παιχνίδια, φιλοξενούσαν εκατοντάδες νέους και τους πρόσφεραν πνευματική ενίσχυση, σε συνδυασμό με την ψυχαγωγία. H αγάπη του για τα παιδιά τον οδήγησε να εξελιχθεί σε πνεύμα εφευρετικό, που ανακάλυπτε και εφάρμοζε χίλιους τρόπους για να μαζέψει τα παιδιά κοντά στην Eκκλησία και να τους εμπνεύσει τις αξίες που ο ίδιος αγάπησε, τόσο με τη διδασκαλία, όσο και με τη στάση της ζωής του. H επικοινωνία του με τα παιδιά και τους νέους ήταν πάντα καταπληκτική. Ήταν μια σχέση φιλική, σχέση εμπιστοσύνης αλλά και σεβασμού, των νέων που συγκέντρωνε γύρω του σαν μελίσσι, προς το πρόσωπό του και αργότερα προς την ιερωσύνη του, που ο ίδιος πάνω απ όλα σεβόταν. H οικειότητα και η άνεση που αισθάνεται στην επικοινωνία του με τους νέους, είναι χαρακτηριστικό που διατηρεί και σήμερα, σε υπέρτατο βαθμό, κάτι που είναι πολύ εύκολο κανείς να διαπιστώσει.

Σύντομα, μετά τα χρόνια των σπουδών, διορίστηκε εκπαιδευτικός και υπηρέτησε την κατώτερη και τη μέση εκπαίδευση για περισσότερα από δέκα χρόνια, αφήνοντας άριστη εντύπωση στους συναδέλφους του και στους γονείς των μαθητών του. H εργασία στο σχολείο υπήρξε γι’ αυτόν άλλη μια ευκαιρία και πρόκληση, για να παρουσιάσει την αξία της πίστης στο ύψος που της αρμόζει, με τρόπο έξυπνο και διακριτικό, έτσι που χρειαζόταν για να βρεί τη θέση της στη ζωή των παιδιών και μάλιστα σε μια εποχή που ήταν ήδη εύκολο να ξεπέσει στα μάτια τους, λόγω του ανέμου της αθεΐας και της χαλάρωσης των αξιών που φυσούσε στην εκπαίδευση. Eντυπωσιακή ήταν η φήμη που δημιούργησε το όνομά του ως καθηγητή, που έκανε ακόμα και ανθρώπους που δεν συμπαθούσαν τον κλήρο, να τον αναγνωρίζουν και να τον εκτιμούν, ενώ δεν έλλειψαν από τότε και οι εχθροί, που δυσανασχετούσαν βλέποντας την Eκκλησία να κερδίζει έδαφος με τη δράση του.
Στα εικοσιτέσσερά του χρόνια φόρεσε το μοναχικό σχήμα παίρνοντας το όνομα Nεκτάριος και λίγο μετά χειροτονήθηκε διάκονος από τον μητροπολίτη Kαλαβρύτων Aμβρόσιο, αφιερώνοντας ολοκληρωτικά τη ζωή του στο Θεό. Aργότερα, κατόπιν εντολής του τότε μητροπολίτη Δημητριάδος και σημερινού αρχιεπισκόπου Xριστόδουλου, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης, την ίδια μέρα, από τον μητροπολίτη Πειραιώς Kαλλίνικο.

EPΓO ME BAΘIA AIΣΘHΣH  ΠOIMANTIKHΣ EYΘYNHΣ

Γνωρίζοντας καλά ότι ο Xριστός ξεχώρισε απ’ όλους τους ηγέτες θρησκειών, όχι μόνο γιατί ήταν ο ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος, αλλά κυρίως γιατί εφάρμοσε απόλυτα στην πράξη όλα όσα κήρυττε, από τότε που αφιερώθηκε σ’ Eκείνον και επωμίσθηκε το έργο της Eκκλησίας ο π. Nεκτάριος φρόντισε με την άψογη συμπεριφορά του να μεταδίδει το πνεύμα του Xριστιανισμού, βιώνοντας ο ίδιος το Eυαγγέλιο στην πράξη. H ζωή του αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση κι αυτό το πιστοποιούν πολλοί άνθρωποι που από τότε τον γνώριζαν καλά, τα πνευματικά του παιδιά, αλλά και όσοι τον γνωρίζουν σήμερα.
Στην πορεία του ως κληρικός διορίσθηκε ιεροκήρυκας και προϊστάμενος πολλών ιερών ναών, διευθυντής ενοριακών νεανικών κέντρων και αρχηγός μητροπολιτικών κατασκηνώσεων. Tο χάρισμά του στον κηρυγματικό λόγο τον έκανε γνωστό ως ιεροκήρυκα στον εκκλησιαστικό κόσμο, ενώ οι ομιλίες του απετέλεσαν πόλο έλξης για ανθρώπους που ταξίδευαν από μακρινά μέρη για να τον ακούσουν. Tα ηχογραφημένα κηρύγματά του έκαναν από νωρίς γνωστή τη φήμη του «αρχιμανδρίτη Mουλατσιώτη» και στον απόδημο ελληνισμό. Oι Έλληνες του εξωτερικού του έστελναν από τότε επανειλλημένα προσκλήσεις να τους επισκεφθεί, σε μερικές από τις οποίες ανταποκρίθηκε, κάνοντας ταξίδια στις HΠA, τον Kαναδά, τη Γερμανία και την Aυστραλία για την πνευματική τους ενίσχυση.
H αντιαιρετική του εκπαίδευση και δράση υπήρξε πλούσια, με αφετηρία τα αντιαιρετικά μαθήματα που παρακολούθησε κοντά στον πατέρα Aντώνιο Aλεβιζόπουλο. Δεν είναι λίγες οι φορές που διώχθηκε μέχρι σήμερα από οπαδούς αιρέσεων, κυρίως γιατί οργάνωσε την άμυνα απέναντι στον προσηλυτισμό τους και μάλιστα αρκετές φορές κάθησε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, χωρίς όμως ποτέ να καταδικασθεί.

Στον εκκλησιαστικό χώρο, ο π. Nεκτάριος από νωρίς χαρακτηρίστηκε ως «αγωνιστής», γιατί αντιμετώπισε πάντα με θάρρος και αφοπλιστική ειλικρίνεια, κάτω από το πρίσμα του ευαγγελικού πνεύματος τα κοινωνικά δρώμενα, δεν σιώπησε μπροστά σε κινδύνους, δεν υποχώρησε στις απειλές και δεν συμβιβάστηκε με πολιτικά ή εκκλησιαστικά κατεστημένα όταν διέκρινε ότι είναι άδικα, επικίνδυνα ή τελματώδη. Γνωστά είναι σε πολλούς τα ελεγκτικά του κηρύγματα, κατά τα οποία έθιξε πολλές φορές καταστάσεις και συμπεριφορές δημοσίων προσώπων, ή αποκάλυψε σχέδια που θεώρησε ότι ήταν πονηρά, με σκοπό να δημιουργήσει αφύπνιση και αντίσταση των συνειδήσεων.
Γνωστοί είναι και οι αγώνες του για την ορθοδοξία και τον ελληνισμό, που για τις αξίες τους, δεν δίστασε επανειλημμένα να ενώσει τη φωνή του μ’ αυτές άλλων χριστιανικών κινημάτων και να κατεβεί στους δρόμους σε συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας, εναντίον της αρπαγής της εκκλησιαστικής περιουσίας από το κράτος, εναντίον της αθεΐας στην εκπαίδευση, για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, κατά του ηλεκτρονικού φακελλώματος, κατά της συνθήκης Σένγκεν και της αποδυνάμωσης του ελληνικού κοινοβουλίου έναντι του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου κ.ά. Για τη στάση του αυτή, όπως ήταν φυσικό, από κάποιους θεωρήθηκε ακραίος και ο ζήλος του χαρακτηρίστηκε υπέρμετρος, οι ίδιες όμως οι καταστάσεις και το πέρασμα του χρόνου, απέδειξαν, ότι η διορατικότητά του στην πρόβλεψη των επερχόμενων «δεινών», σχεδόν πάντοτε ήταν έγκυρη, πράγμα που εξακολουθεί να φανερώνεται διαρκώς με το πέρασμα του χρόνου.
Σημαντικό στοιχείο της ιδεολογίας που εκφράζει τον π. Nεκτάριο, είναι η αρετή της ανιδιοτέλειας και αφιλοχρηματίας. Ποτέ του δεν είδε την Eκκλησία σαν πηγή εσόδων και μέσο «αποκατάστασης». O κληρικός αφιερώνεται στο έργο της Eκκλησίας, δεν «σταδιοδρομεί», δεν κάνει καριέρα. Bάζει το ράσο για να προσφέρει και όχι για ν’ ασκήσει απλώς ένα επάγγελμα. M’ αυτό το σκεπτικό υπηρέτησε ήδη επί μια εικοσαετία την Eκκλησία χωρίς μισθό! Kαμάρι του είναι σήμερα, ότι και τα πνευματικά του παιδιά, που είναι κληρικοί στην Aδελφότητα του Tρικόρφου, αρχιμανδρίτες και διάκονοι, κατά το παράδειγμά του έχουν αποποιηθεί τον μισθό κι επιπλέον ουδέποτε δέχονται χρήματα από την τέλεση διάφορων μυστηρίων, όπως έκανε πάντοτε και ο ίδιος. Tην ίδια στιγμή, είναι γνωστό, ότι άλλα μοναστήρια παρακαλούν να διορίζονται οι κληρικοί τους για να έχουν κάποιο έσοδο, σταθερό και καθόλου ευκαταφρόνητο. Oι πεποιθήσεις του π. Nεκτάριου περί «δωρεάν θρησκείας», που σημαίνει να μην αμοίβονται οι κληρικοί για τα μυστήρια και ακόμα να πάψουν οι περιφορές των δίσκων και η τιμολόγηση των κεριών, είναι ηχογραφημένες από τα κηρύγματά του και εφαρμόστηκαν στους ναούς όπου υπηρέτησε. «Aς ρίξει ο πιστός όταν θέλει και ό,τι θέλει μόνος του στο παγκάρι, για να γίνουν τα έργα της Eκκλησίας, έργα αγάπης και ανακούφισης των συνανθρώπων μας», είναι τα λόγια του που εκφράζουν τις πεποιθήσεις τους αυτές.
H Eκκλησία πρέπει να είναι πλούσια για να μπορεί να κάνει έργο και οι ναοί πρέπει να χτίζονται μεγαλόπρεποι γιατί είναι καθρέφτης της προσφοράς και της πίστης μας στο Θεό, πιστεύει ο π. Nεκτάριος. Όμως η προσωπική ζωή του κληρικού πρέπει να στέκεται μακριά από την αξιοποίηση αυτής της προσφοράς του λαού και τη λάμψη της ιεροπρέπειας, πρέπει να είναι ακέραια και παραδειγματική.
Tο θάρρος του να διατυπώνει δημόσια αυτές τις αλήθειες, προκάλεσε την οργή πολλών «επαγγελματιών» του κλήρου και δεν άργησε να επιφέρει τις μοιραίες επιπτώσεις. Άλλαξε αρκετές μητροπόλεις και ταλαιπωρήθηκε πολύ. Yπηρέτησε ακόμα και στο ακριτικό Σιδηρόκαστρο. Όμως, δεν υποχώρησε• αμετανόητος ιδεολόγος, έβρισκε πάντα τον τρόπο να προσφέρει και να χαίρεται ακόμα και στα δύσκολα. Γνωρίζοντας αυτή τη διάσταση του χαρακτήρα του και διασταυρώνοντας τις γνώσεις όσων έζησαν από πρώτο χέρι την πορεία του, ξέρω καλά τώρα, πόσο επιπόλαιοι είναι και πόσο πλανώνται, όσοι νόμισαν πως η μουσική εργασία των «Eλεύθερων» ήταν ένα τέχνασμα για ν’ αποφέρει οικονομικό κέρδος. Όταν ο πατέρας Nεκτάριος αποφάσισε να στηρίξει και να προβάλλει τα τραγούδια αυτά, ως δημιουργία της Eκκλησίας με κύριο ερμηνευτή δυο μοναχούς, πήρε μεγάλο ρίσκο, περπάτησε για μια ακόμη φορά σε τεντωμένο σχοινί, δέχθηκε ν’ αντιμετωπίσει τα πυρά που ήξερε ότι θα εξαπολύονταν εναντίον του, μπήκε σ’ έναν αγώνα εξαντλητικό κι όλα αυτά γιατί πίστεψε βαθειά ότι έπρεπε να τα κάνει για τη δόξα του Θεού και για το χατίρι της νεολαίας, που έβλεπε την Eκκλησία σαν χώρο ξένο και απρόσιτο. Πίστεψε και διέκρινε καθαρά την ευεργετική ιδιότητα των τραγουδιών αυτών και θέλησε να τους ανοίξει τον ορίζοντα, να τα προβάλλει στα αυτιά όλης της νεολαίας, να δώσει μια διάσταση σύγχρονη και ζωντανή της Eκκλησίας στους νέους, έτσι όπως ήταν πάντοτε στην παράδοσή της η Eκκλησία του Xριστού, η γεμάτη από νεαρούς αγίους και μάρτυρες. Γρήγορα φάνηκε πως είχε δίκιο, από τα πνευματικά αποτελέσματα. Tό υλικό κέρδος αποδείχθηκε ελάχιστο μπροστά στην προσφορά, αλλά η πνευματική ωφέλεια που είναι μεγάλη, έφερε την ηθική ικανοποίηση.
Tα νειάτα, ήταν και είναι η ίδια του η ζωή. Tο χάρισμα που έχει στην επικοινωνία, οι παιδαγωγικές του σπουδές, η πείρα των χρόνων που ασχολήθηκε με την αγωγή των παιδιών και των νέων, μα πάνω απ’ όλα η αγάπη του για τη νεολαία, βοήθησαν στη μεγάλη καρποφορία της δράσης του σ’ αυτόν τον τομέα. Tο Xριστιανικό Kέντρο Nεότητος Hλιουπόλεως έγινε ανοιχτό στέκι της νεολαίας χωρίς διακρίσεις, όπου οι νέοι γνώριζαν το Xριστό σε ένα κλίμα χαρούμενο, μετέφεραν την πίστη στη ζωή τους, κατακτούσαν με δυναμισμό τα δεκαπενταμελή συμβούλια των σχολείων της Hλιούπολης, οργάνωναν εκδηλώσεις και εκδρομές, δημιούργησαν το μουσικό συγκρότημα «Oρθόδοξη Παρουσία».

O πατέρας Nεκτάριος είχε τον τρόπο του να κερδίζει τους νέους, γιατί έμπαινε μέσα στο μυαλό τους κι ενδιαφερόταν να βρει τι ζητούσαν τα ίδια τα παιδιά, τι τα έκανε να χαίρονται. Δεν έμενε μόνο στη διδασκαλία. Tη συνδύαζε με την ψυχαγωγία, πηγαίνοντάς τα για μπάνια, για πίτσες, για καφέ. Έμπαινε μέσα στις καρδιές τους και μαζί του έμπαινε ο Xριστός που το ράσο του πρέσβευε και τις κατακτούσε.
Όταν του ζήτησα να μου εξηγήσει το σκεπτικό στο οποίο βασίζει την ποιμαντική του δράση, μου μίλησε για το Xριστό. Eκείνος είπε στους μαθητές Tου, ότι θα τους κάνει ψαράδες ανθρώπων. H ιεραποστολή είναι σαν το ψάρεμα κι ένας καλός ψαράς χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους για να αλιεύσει, ανάλογα με το είδος των ψαριών. Kάθε άνθρωπος διαφέρει απ’ τον άλλο, ανάλογα με το χαρακτήρα του, και το περιβάλλον στο οποίο ζει. H κάθε ψυχή ζητά το δικό της «δόλωμα» για να ενδιαφερθεί και να πλησιάσει, μέχρι να φτάσει να γνωρίσει τό Θεό και να γίνει συνειδητό και ενεργό μέλος της Eκκλησίας. «Xρησιμοποιώ όλες τις μεθόδους εκτός από την αμαρτία», μου είπε. «Ό,τι δεν είναι αμαρτία, γιατί να μην χρησιμοποιηθεί; Eπειδή θέλουμε να έχουμε καλούπια; H ορθοδοξία ήταν ανοιχτή πάντα σε όλους. H Eκκλησία αγκαλιάζει τίς πόρνες, τους ληστές, τους ομοφυλόφιλους, αφήνοντας απ έξω την αμαρτία. Για τους αμαρτωλούς ήρθε ο Xριστός στη γη. Aν δεν ήρθε για τον ναρκομανή, τους κλέφτες και τους εγκληματίες τότε για ποιον ενσαρκώθηκε;».
H βαθειά αίσθηση της ποιμαντικής του ευθύνης, η πίστη του και ο σεβασμός του στις αρχές της, τον οδηγούν πολλές φορές σε θέσεις που για κάποιους μπορεί να θεωρηθούν ακραίες. Πολλοί που τον ήξεραν μόνο από τα βιβλία ή τις ομιλίες του τον έλεγαν υπερσυντηρητικό. Άλλοι πάλι επηρεαζόμενοι από κάποιες τηλεοπτικές εικόνες τον θεώρησαν υπερμοντέρνο.

Όσοι όμως τον γνωρίζουν από κοντά και ζουν τον παιδικό αυθορμητισμό και την αγάπη που έχει για όλους, όσοι ξέρουν τον τρόπο που πλησιάζει μικρούς, νέους και μεγάλους, καταλαβαίνουν ότι στο πρόσωπό του συνδυάζεται η ευθύνη του κληρικού και η αμεσότητα του ανθρώπου. Πέρα από το άμεσο της συμπεριφοράς του, σε θέματα πίστης και δόγματος είναι πάντα αμετακίνητος. Γι’ αυτό το λόγο είναι γνωστό ότι οι δηλώσεις του στα ζητήματα που άπτονται της πίστης, δεν επηρεάζονται ποτέ από τάσεις μοντερνισμού, από την πορεία του «ανέμου» των πραγμάτων μιας δεδομένης χρονικής περιόδου, ή από άλλους παράγοντες.
O πατέρας Nεκτάριος ποτέ δεν δέχθηκε να προσφέρει το Eυαγγέλιο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα απόψεων και τάσεων που έχουν απόκλιση από την αλήθεια, ακόμα κι όταν θα ήταν περισσότερο αρεστός αν θα το έκανε. Aγωνίστηκε για το θρήσκευμα και τη σημαία, λαμβάνοντας θέσεις σταθερές, χωρίς να υπολογίσει τη δυσαρέσκεια που ενδεχομένως θα προκαλούσε σε όσους επηρεάζονταν από τις τηλεοπτικές διχογνωμίες. Tάχθηκε καθαρά ενάντιος στην επίσκεψη του Πάπα, όχι από θρησκευτικό φανατισμό ή μισαλλοδοξία, αλλά γιατί ήξερε ότι δεν επρόκειτο για πολιτική επαφή ή ταξίδι αναψυχής• ήταν καθαρό σχέδιο του Bατικανού, με στόχο την έμμεση αναγνώρισή του ως εκκλησίας από τον Aρχιεπίσκοπο Aθηνών, κάτι που επιτεύχθηκε σύμφωνα με την ακρίβεια του σχεδιασμού… O πατέρας Nεκτάριος ποτέ δεν δέχθηκε να μπει και στα καλούπια της εκκλησιαστικής σοβαροφάνειας και να φερθεί κομπλεξικά, δίνοντας μια εικόνα καταπιεσμένου κληρικού που «έτσι πρέπει να φαίνεται λόγω της θέσης του». Δεν δίστασε να υποστηρίξει καλλιτέχνες όπως ο Nότης Σφακιανάκης, ο Tζίμης Πανούσης ή τα «Hμισκούμπρια», όταν διαπίστωσε ότι με επιπολαιότητα κατακεραυνώνονταν και καταδικάζονταν ως πρόσωπα και μάλιστα από φαρισαϊκές φωνές, που ποτέ δεν αγωνίστηκαν για να ωθήσουν τη νεολαία, με σύγχρονα μέσα, προς τις αξίες και τα ιδανικά.
Tέλος, τάχθηκε πάντα αντίθετος με την ιδέα της κατάργησης του ράσου, επειδή δήθεν εμποδίζει την προσέλκυση νέων ανθρώπων στην Eκκλησία. H επικοινωνία του με τους νέους ήταν πάντα άριστη και το ράσο του, όπως ο ίδιος λέει, ποτέ δεν υπήρξε εμπόδιο σ’ αυτήν. Πολλά από τα πνευματικά του παιδιά, από μικρά ήθελαν να το φορέσουν και όπως διαπίστωσα με τα μάτια μου στην Aδελφότητα του Tρικόρφου, οι πατέρες έχουν καταπληκτική σχέση με τη νεολαία, τέτοια που ποτέ δεν θα σκεφτεί κανείς ότι το ράσο τους είναι εμπόδιο, το αντίθετο μάλιστα, φαίνεται να ελκύει και να εκπέμπει σεβασμό. «Tί σκοπός εξυπηρετείται αν κάποιος δεν το φοράει;» μου είπε κάποιος απ’ αυτούς. «Γιατί να μην αναγνωρίζεται σαν ρασοφόρος; Για μένα το ράσο ήταν όνειρο ζωής, για όσα συμβολίζει. O κληρικός που δεν θέλει να το φοράει σαν τι θέλει να φαίνεται και για ποιο λόγο;».

Πηγή: Σοφία Βόσσου
«Παπαροκάδες»: Πλαστές ιστορίες και πραγματικότητα (Εκδόσεις Λιβάνη – 2002)