Θεολογία και Ζωή

Το μακαριστό τέλος ενός φιλάνθρωπου παραλυτικού

24 Δεκεμβρίου 2009

(Από τον Ευεργετινό)

Συχνά συμβαίνει, όταν άγιες ψυχές εκλεκτών εγκαταλείπουν το σώμα τους, ν’ ακούονται υμνωδίες από τον ουρανό. Κι’ αυτό γίνεται, για ν’ ακούνε την αρμονία τους οι ψυχές και να είναι κατ’ευχαριστημένες, κι’ έτσι να μη θλίβονται για τον αποχωρισμό τους από το γήινό τους περίβλημα..

Εδώ και λίγο καιρό ζούσε κάποιος Σέρβουλος, που έμενε πάντα του ξαπλωμένος στο σταυροδρόμι, που η προ­έκτασή του φθάνει ως την Εκκλησία του αγίου Κλήμεντα. Αυτός λοιπόν, ήταν πολύ φτωχός στα υλικά αγαθά, ήτανε όμως πλουσιότατος σε αρετές. Το σώμα του είχε παραλύσει ολόκληρο από κάποια αρρώστια, κι’ εγώ τουλάχιστον έτσι παράλυτο τον γνώρισα, κι’ έτσι απόμεινε  ως το τέλος της ζωής του. Κι’ ούτε να σταθεί στα πόδια του μπορούσε, ούτε ν’ ανακαθίσει πάνω στο κρεβάτι, μήτε και να κουνήσει το χέρι  ή το πόδι του. Για να υπηρετείται δε, είχε πάντα κοντά του, ή τη μητέρα του ή τον αδελφό του.

Αυτός λοιπόν, αν του έδινε κάποιος κάτι για ελεημοσύνη, αμέσως, με τα χέρια της μητέρας του ή του αδελφού του, το ξανάδινε πίσω, σαν ελεημοσύνη κι’ αυτός. Αν και ήταν όλως διόλου αγράμματος, αγόραζε Ευαγγέλια κι’ άλλα Ιερά βιβλία, κι’ όταν πήγαινε κοντά του κανένας θεοσεβούμενος, τον έβαζε να του τα διαβάζει προσεκτικά. Και μ’ αυτό τον τρόπο, ενώ δεν ήξερε ούτε τα γράμματα να ξεχωρίζει, κατόρθωσε να μάθει, για τη ψυχική του ωφέλεια, απέξω όλη την Ιερή Γραφή. Κι’ εντελώς αγόγγυστα και την αρρώστια του υπόμενε, και κάθε άλλη ταλαιπωρία· κι’ όλη την ημέρα δόξαζε το Θεό.

Όταν λοιπόν πλησίασε ο καιρός να ξεκουραστεί πλέον από τα τόσα του βάσανα, και ν’ απολαύσει την ανταμοιβή της τόσης του υπομονής, έπαυσε να αισθάνεται πόνους. Και σαν αισθάνθηκε πως πλησιάζει προς το θάνατο, παρακάλεσε κάποιους που του κρατούσαν συντροφιά, να σηκωθούν όρθιοι, και ν’ αρχίσουν να ψάλλουν υμνωδίες προς το Θεό που θα δεχόταν, σε λίγο, τη ψυχή του. Και την ώρα, που μισοπεθαμένος σχεδόν έψαλλε κι’ αυτός μαζί τους, τους σταμάτησε ξαφνικά και τους είπε καταφοβισμένος και φωνάζοντας δυνατά· -Σωπαίνετε! δεν ακούτε λοιπόν τις υμνωδίες, που ακούονται ψηλά από τον ουρανό; Και την ώρα που όλη του η προσοχή ήταν δοσμένη στις υμνωδίες που άκουγε, με της καρδίας του τ’ αυτιά, λυτρώθηκε η ψυχή του από τα σωματικά της δεσμά. Κι’ όταν ξεψύχησε πλέον, πλημμύρισε τον τόπο ολόγυρα τέτοια μυρωδιά και τέτοια μοσχοβολιά, που την αισθανθήκανε όλοι που ήσαν εκεί, να τους καταπλημμυρίζει. Κι’ έγινε απ’ αυτό φανερό, πως οι ψαλμωδίες εκείνες γίνονταν στον ουρανό, για την υποδοχή της ψυχής του.

Όταν δε συνέβηκε το γεγονός αυτό, ήταν παρών και κάποιος από τους αδελφούς της Μονής μας που ως τώρα, τίποτε άλλο δεν κάνει, παρά να το διηγείται με δάκρυα και να λέει, πως ως τη στιγμή που θα σκεπάσει το κορμί του το χώμα της γης, δεν θα πάψει να αισθάνεται τη γλυκύτητα της μοσχοβολιάς εκείνης.