Θεολογία και Ζωή

Το δώρο των Χριστουγέννων (Γαλ. 4, 4-7)

27 Δεκεμβρίου 2009

Τί σήμανε για την ανθρωπότητα η γέννηση του Χριστού και τί σημαίνει για τον καθένα που πιστεύει και αναγεννιέται μαζί με το Χριστό, το περιγράφει καίρια και δυνατά ο απόστολος Παύλος στην περικοπή που διαβάζει η Εκκλησία μας ανήμερα τα Χριστούγεννα (Γαλ. 4,4-7). Ο απόστολος, που έζησε τη σκλαβιά του ιουδαϊκού νόμου, που είδε και γνώρισε τη φρίκη της αμαρτίας του ελληνιστικού κόσμου, αλλά και που γεύθηκε και απήλαυσε τη χάρη της λυτρώσεως, καταθέτει θεόπνευστα την εμπειρία του και καλεί τους χριστιανούς όλων των αιώνων – και του δικού μας – να δοξάσουν το Θεό για την ευδοκία του προς τους ανθρώπους να επισκεφθεί ως σωτήρας τη γη μας. Όσοι ακόμη δεν μέθυσαν από το κρασί της ύβρεως και του ευδαιμονισμού, όσοι δεν λατρεύουν το αίσχος στο ναό της αναισχυντίας, όσοι μέσα στη δίνη της εποχής μας μπορούν να ελέγχουν την αναζήτηση της σκέψεως τους και την ανησυχία της καρδιάς τους, θα βρουν μέσα σ’ αυτή τη περικοπή ανάπαυση και θα γιορτάσουν αληθινά και φέτος τα Χριστούγεννα.

Και πρώτα – πρώτα, ο χρόνος που διάλεξε για να γεννηθεί ο Κύριος, ο χρόνος που χώρισε την ιστορία στα δυό και σήμανε το χρόνο «μηδέν» για τον κόσμο – εκεί όλα τέλειωναν κι εκεί όλα άρχιζαν – δεν ήταν τυχαίος. Ο απόστολος τον ονομάζει το πλήρωμα του χρόνου και εννοεί μ’ αυτό τον κατάλληλο καιρό, που η ανθρωπότητα ήταν έτοιμη να δεχθεί στα άδεια χέρια της το δώρο του ουρανού. Πράγματι, ο λαός του Θεού, που σαν φυτώριο αιώνες τώρα καλλιεργούνταν με το νόμο και το θέλημά του, είχε φθάσει στην ακμή της αποδό­σεώς του, με την ύπαρξη της παρθένου Μαρίας. Στο πρόσωπο αυτής της άγιας κόρης κατέληγαν και δικαιώνονταν όλες οι προσπάθειες του Θεού να κρατήσει καθαρή μια φυλή, να την εξευγενίσει και να βγάλει απ’ αυτή το εκλεκτότερο απόσταγμα, για να το χρησιμοποιήσει στο σχέδιο της σωτηρίας μας. Την ώρα που η παρθένος ήταν έτοιμη να υπακούσει στον άγγελο του Κυρίου και να δώσει εκείνη την απάντηση, «Γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου» (Λκ 1,38), ο δείκτης του χρόνου έφθανε στο πλήρωμα του και ο Υιός του Θεού σκήνωνε μέσα στα σπλάγχνα της.

Αλλά και από την άλλη μεριά, της αποστασίας και της αμαρτίας, ο κόσμος είχε φθάσει στο ναδίρ. Όπως μαθαίνουμε από το 1ο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής, ο άνθρωπος χωρίς Θεό είχε καταντήσει στο έσχατο σημείο διαφθοράς, στα παρά φύσιν πάθη, και ατίμαζε χωρίς συναίσθηση τον εαυτό του. Από ιστορικούς της εποχής εκείνης, αλλά και από την εικόνα που μας δίνουν τα ευρήματα της αρχαίας Πομπηίας, καθώς διατηρήθηκαν ολοζώντανα μέσα στη λάβα του Βεζούβιου, δεν μένει αμφιβολία ότι το απόστημα της ανομίας είχε ωριμάσει και ήταν πια έτοιμο να σπάσει. Η ανθρωπότητα δεν άντεχε άλλο. Οι λαοί αντάλλαξαν τους θεούς τους και τις θεές τους, όπως τα προϊόντα τους, ανακάτευαν τις θρησκείες τους γεμάτοι αγωνία, χωρίς αποτέλεσμα. Ένα πέπλο μελαγχολίας και απελπισίας τύλιγε τα πάντα· διατυπώνονταν στα κείμενά τους και αποτυπωνόταν στα αγάλματά τους. Τη στιγμή ακριβώς εκείνη, που οι άνθρωποι αναζητούσαν το Θεό και δεν τον έβρισκαν, αναζητούσαν άνθρωπο και δεν έβρισκαν, τη στιγμή εκείνη ο Θεός έγινε άνθρωπος και οι άνθρωποι βρήκαν επί τέλους και άνθρωπο και Θεό, τον θεάνθρωπο Ιησού Χριστό.

Ότι αυτός που ήλθε στο πλήρωμα του χρόνου ήταν ο ίδιος ο Θεός μας το δηλώνει ο απόστολος με ένα εκφραστικό ρήμα- «εξαπέστειλεν», λέει, «ο Θεός τον υιόν αυτού». Δεν τον απέστειλε απλώς, άλλα τον εξαπέστειλε, πράγμα που σημαίνει ότι ο Υιός υπήρχε πριν γίνει άνθρωπος και μάλιστα υπήρχε μέσα στο Θεό, όντας Θεός ο ίδιος, από όπου με τη θέλησή του ήλθε ανάμεσα μας.

Και πώς ήλθε; «Γενόμενος εκ γυναικός, γενόμενος υπό νόμον». Δύο οριακούς βαθμούς ταπεινώσεως σημειώνει ο απόστολος Παύλος· πρώτον, γεννήθηκε από γυναίκα, πήρε σάρκα και οστά κι έγινε τέλειος άνθρωπος, και δεύτερον, υπάκουσε στο νόμο, συμμορφώθηκε ως ιουδαίος με τις διατάξεις του κι έγινε ο Κύριος δούλος. Απ’ αυτές τις δύο ταπεινώσεις του Θεού μας, σαν από δύο πηγές αναβλύζουν για μας δύο σπουδαίες ευλογίες της ενσαρκώσεώς του. Η μία, ότι υποτάχθηκε στο νόμο για να μας εξαγοράσει απ’ αυτόν και να μας απαλλάξει από τις απαιτήσεις του και την κατάρα του· η άλλη, ότι έγινε αυτός άνθρωπος για να μας υιοθετήσει και να μας κάνει κατά χάριν θεούς. Να, ποιά είναι η μεγάλη σημασία των Χριστουγέννων· τη βαθειά επιθυμία του πρώτου ανθρώπου να γίνει θεός, τη θεϊκή επαγγελία προς τον Αβραάμ ότι με το σπέρμα του θα ενευλογηθούν όλες οι φυλές της γης, την εκπληρώνει στο ακέραιο η γέννηση του Χριστού· γινόμαστε υιoί Θεού, αφού ο Θεός φορά τη σάρκα μας και μας κάνει παιδιά του.

Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε το Θεό Πατέρα, αν δεν γινόμασταν πρώτα παιδιά του. Κι ο Θεός έστειλε το μονάκριβο παιδί του, για να γίνει η ζύμη της υιοθεσίας μας, να ενωθούμε μαζί του και να του μοιάσουμε. Και ο μεν Ιησούς Χριστός παραμένει το μοναδικό φυσικό παιδί του Θεού Πατρός, διότι αυτός μόνο έχει τη φύση του Θεού. Έτσι, με τον ερχομό του Χριστού στο κόσμο, από δούλοι γίναμε ελεύθεροι, από ξένοι ή αλλότριοι του Θεού γίναμε δικοί του, μπορούμε να έχουμε κι εμείς το Θεό Πατέρα και να είμαστε συγκληρονόμοι με το Χριστό.

Αλλά η υιοθεσία είναι ένα αγαθό που, ενώ δίνεται σ’ όλους τους ανθρώπους, δεν το απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι. Η γέννηση του Χριστού αποτελεί ένα γεγονός της ιστορίας, που είναι δυνατόν να μείνει ξένο για μας, αν δεν το κάνουμε γεγονός της προσωπικής μας ζωής. Γι’ αυτό ο Θεός, μας λέει ο Παύλος, «εξαπέστειλε το Πνεύμα του Υιού αυτού». Όπως ο Θεός Πατέρας εξαπέστειλε τη μια φορά το δεύτερο εαυτό του, τον Υιό, έτσι εξαπέστειλε την άλλη φορά και τον τρίτο εαυτό του, το Πνεύμα. Αυτός μας βοήθα να οικειοποιηθούμε τη χάρη των Χριστουγέννων και να νιώσουμε υιοί Θεού, να κάνουμε το δικαίωμα της υιοθεσίας πράξη στη ζωή μας, τη δυνατότητα πραγματικότητα. Το Πνεύμα το άγιο, ο τρίτος της Τριάδος, ο Παράκλητος ο αγαθός, ο καλλιεργητής των ψυχών μας, αναλαμβάνει προσωπικά να μας φέρει κοντά στο Θεό, να μιλήσει στην καρδιά μας γι’ αυτόν, και μας κινεί όχι απλώς να ονομάζουμε, αλλά να κράζουμε το Θεό με το γλυκύτατο όνομα του πατέρα.

Με δυό, λοιπόν, τρόπους γίνεται η υιοθεσία. Ο ένας είναι ότι, ντυθήκαμε το Χριστό, ο άλλος ότι το άγιο Πνεύμα κατοικεί μέσα μας. Ένας παλιός ερμηνευτής ερμηνεύοντας αυτή την περικοπή αναφωνεί· «Κοίτα πως τονίζεται η αγία Τριάδα! Ο Πατέρας έστειλε, ο Υιός σαρκώθηκε και το Πνεύμα συνεργάσθηκε· αυτό μπήκε και στις καρδιές μας και διδάσκει να λέμε· αββά, ο πατήρ!. Είτε Ιουδαίος είσαι είτε ειδωλολάτρης, με τη γέννηση του Χριστού μπορείς πλέον να γίνεις υιός του Θεού, κληρονόμος της βασιλείας του, αγαπημένο του παιδί».

 (Στεργ. Ν. Σάκκου, «Ο Θεός στη γη μας», εκδ. Ο.Χ.Α. Απολύτρωσις. Θεσσαλονίκη 2005, σ.83-87)