Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΣυναξαριακές Μορφές

Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (2)

9 Ιανουαρίου 2010

Ο Γέρων Γεράσιμος με τον μακαριστό Αρχιεπ. Χριστόδουλο

του Γέροντος Σπυρίδωνος Μικραγιαννανίτου

Έτσι μ΄ ένα θεϊκό καυστήρα διαρκώς φλογιζόμενο αρχίζει ο αγώνας. Η αρετή της ξενιτείας πρώτη-πρώτη τον επισκέπτεται, και απαρνείται σύντομα την έξω ζωή που τον έφερε στην Αθήνα με τις ανέσεις της. Λησμονεί με αγώνα τους γονείς, τους συγγενείς, το όμορφο και άγριο χωριό με τα πουλάκια να κελαηδούν την ακατάπαυστη δοξολογία, και προσεύχεται θερμά για όλους, ακόμα και γι΄ αυτούς που πολέμησαν τη φυγή του. Εδώ, την Αθήνα της ανέσεως την διαδέχεται η κακοτράχαλη Μικραγιάννα· τα ρούχα τα καλά, τα φτωχά και μπαλωμένα· τα παπούτσια, τα τσαρούχια τα φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιού. Τα γράμματα προς το παρόν στο περιθώριο (ήλθα να σώσω τη ψυχή μου). Μαθητεύει στην εκκοπή του θελήματος· γράμματα, η υπακοή· βιβλίο, το εργόχειρο· μολύβια, τα εργαλεία του εργόχειρου. Εργόχειρο, σφραγίδες προσφορών και κουτάλια· σκληρό εργόχειρο. Τα μαλακά χέρια γίνονται σκληρά. Κόβεται από τα μαχαίρια του εργόχειρου, αλλά εκεί δεν το βάζει κάτω. Το θέλημα κομμένο. Πτωχεία κατά Θεόν. Επιμέλεια στο εργόχειρο, που γίνεται απαρχή της επιμελημένης και προσεκτικής στο μέλλον ζωής του. Η αμέλεια του μοναχού στο εργόχειρο του ανατρέπει την πνευματική του ζωή», λέγει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος και ο δόκιμος το τυπώνει μέσα του. Αργότερα η ευταξία του και η τυπικότητά του από την τάξη του στο εργόχειρο διακρίνονται πιο εύκολα και στην μετέπειτα καλογερική του ζωή.

Έτσι κυλούν τα δύο χρόνια με επιδόσεις στην υπομονή, στην υπακοή και στην επιμονή. Ας μη λησμονούμε ότι υποτάχθηκε εθελουσίως ο πανέξυπνος σε απλό και ολιγογράμματο άνθρωπο με απλή καρδιά, χωρίς καν να το διακρίνη. Είναι μαρτύριο, αδελφοί μου, αυτό και «ο υπομείνας εις τέλος σωθήσεται», κατά τον λόγο του Χρίστου. Η προθυμία του και ο ζήλος θα επαινεθούν και θα βραβευθούν με την κουρά του. «Πρόσδεξαι τον δούλον σου Γεράσιμον μοναχόν εις την πνευματικήν σου ποίμνην». «Ναι, του Θεού συνεργούντος μοι, Τίμιε Πάτερ». Η αποδοχή φέρνει τις υποσχέσεις. Υποσχέσεις που τήρησε μέχρι τέλους.

Η δοκιμή τελείωσε, η δοκιμασία αρχίζει, ατέλειωτη. Πρώτη και καλύτερη και χειρότερη, η φυγή του Γέροντά του. Δεν μας νοιάζει γιατί. Μας ενδιαφέρει που μένει μόνος, νέος, άγουρος, άπειρος. Έμεινε χωρίς πνευματικό μπαστούνι, ανάπηρος, ορφανός. Γιατί από τώρα η δοκιμασία; Τι είδε ο Θεός και το επέτρεψε; Τον βρήκε έτοιμο; Τον βρήκε δυνατό; Τώρα που χρειαζόταν παράκληση, παρηγοριά, βρέθηκε απαράκλητος. Κύριος γινώσκει. Η δοκιμασία αυτή τον βρήκε δόκιμο εργάτη της μοναχικής ζωής. Δεν πτοήθηκε από τον πειρασμό της μονώσεως. Δεν λιγοψύχησε στους ποικίλους πειρασμούς. Έμεινε όρθιος στο μετερίζι του, στην καλύβη του Τιμίου Προδρόμου, με άγιο πείσμα, με ζήλο φωτιά. Είπε τότε, θα πεθάνω εδώ, αλλ΄ από τον Τίμιο Πρόδρομο δεν φεύγω. Και ο Τίμιος Πρόδρομος δεν έφυγε από κοντά του. Απομακρυνόταν, αλλά δεν έφευγε. Τον είδε ο γερο-Εφραίμ ο Ταλαίπωρος, έξω από την καλύβα στον Τίμιο Πρόδρομο, και με απορία τον ρώτησε τί θέλει εκεί, και του απάντησε ότι προσέχει το καλογέρι του, που ασκητεύει μόνο του στο κελλί μέσα.

Και ο Γεράσιμος έμενε πιστός στην κλήση του, στα παραγγέλματα της καλογερικής, στις υποσχέσεις του. Αλλά όλα βραβεύονταν, και η χάρις του Θεού επεσκίαζε σιγά-σιγά. Στα πρώτα του βήματα γνωρίζεται με τον πρώτο του πνευματικό, τον περίφημο παπα-Ιγνάτιο στα Κατουνάκια, άνθρωπο απλούστατο, άγιο, λιμάνι μετανοίας, σωτηρία ψυχής, οδηγό πρακτικής αρετής, φίλο και συνασκητή των μεγάλων πνευματικών της Μικραγιάννας και του Αγίου Όρους, Γρηγορίου και Σάββα. Εκεί «εξαγγέλλει τα της καρδίας του κρυπτά», τα αγαθά σκιρτήματα της καρδίας του και τα σκουπίδια των λογισμών. Και αυτός, γιατρός καλός, πράος και μειλίχιος «επιχέει έλαιον και οίνον» στην ψυχή του μικρού, κατά την καλογερική ζωή, Γερασίμου, και τον παρηγορεί στις θλίψεις του και τον γιατρεύει και τον σηκώνει «από κλίνης οδυνηράς και στρωμνής κακώσεως». Και η ζωή συνεχίζεται γλυκιά και πικρή, απαλή και σκληρή. Η πρώτη του παρηγοριά μετά την φυγή του γέροντά του.

Αλλά και ο παπα-Ιγνάτιος μεθίσταται εκ των προσκαίρων. Πάλιν ο Γεράσιμος ορφανός, πάλιν μόνος. Πάλιν λογισμοί. «Αλλ΄ ο πάντα προς το του πλάσματος συμφέρον οικονόμων» Θεός, τον ανταμείβει και του χαρίζει νέο πνευματικό θησαυρό, θεωρητικό μεγάλο της νοεράς προσευχής, διορατικό άνθρωπο, έγκλειστο, διακριτικό καθοδηγητή, τον Καλλίνικο τον Ησυχαστή. Σε καλό μέτρο ηλικίας που βρίσκεται και με την πρακτική αρετή ζυμωμένος βρίσκει τον εαυτό του στερημένο της θεωρίας και γίνεται μαθητής και φοιτητής του Καλλινίκου και σαν έξυπνος ο Γερασιμάκης, χαϊδευτικό διότι ήτο μικρόσωμος και αδύνατος, σιωπά και ακούει. Τυπώνει μέσα του με ανεξίτηλο μελάνι «α βλέπει και ακούει» και σαν σφουγγάρι ρουφά και την τελευταία σταγόνα των λόγων του Καλλινίκου και τον κρατά θησαυρό διπλοκλειδωμένο. Αναλογίζεσθε τι πράξη θα έκανε ο καλός μαθητής τα λόγια του δασκάλου του; Γίνεται μύστης των απορρήτων, μπαίνει στα άδυτα. Γνωρίζει τα άγνωστα. Εργάζεται για να γεωργήσει τη ζωή του, και έτσι τα θεωρητικά του Καλλινίκου συμπληρώνουν τα πρακτικά του παπα-Ιγνατίου. Και ο Γεράσιμος μεγαλώνει στην ηλικία και στα πνευματικά. Στην καλογερική του νεότητα δεν στερείται και της συναναστροφής και ενός άλλου σπουδαίου και σοφού γείτονα, του γερο-Δανιήλ Σμυρναίου, του ιδρυτή της γνωστής αδελφότητος των Δανιηλαίων. Τα λόγια του, ζείδωρη αύρα, δροσίζουν παντοιοτρόπως την φλεγόμενη από θείο έρωτα καρδία του καλογεριού. Τι ευλογημένη γειτονιά! Μικραγιάννα, Καρούλια, Κατουνάκια. Τι περιβόλι όμορφο και ευωδιαστό! Οι αλάλητοι στεναγμοί αγιάζουν τον αέρα και οι ασκητικοί αγώνες ποτίζουν την έρημη γη και βγάζει καρπούς, σωσμένους ανθρώπους, καλούς καλόγηρους.

Ουράνιοι άνθρωποι, επίγειοι Άγγελοι. Περίοδος αναγεννήσεώς του μοναχικού φρονήματος μετά τις εθνικές περιπέτειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Οκτωβριανής Επαναστάσεως. «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα». Άγιος Βασίλειος, Κερασιά, Καυσοκαλύβια, Βίγλα, Άγιος Πέτρος, Άγια Άννα, Νέα Σκήτη, όλες έχουν να επιδείξουν αγίους ανθρώπους, άξιους καλόγερους, αφανείς ήρωες της σκληρής ασκητικής ζωής. Έτσι η ορφάνιά του Γερασιμάκη ήταν πρόσκαιρη. Αυτά τα πνευματικά αναστήματα που υπήρχαν και άλλα που δειλά-δειλά αναφαίνονταν τον βοηθούσαν, τον συγκρατούσαν. Και η ανάβασις συνεχίζεται. Η κορυφή του Άθω είναι ψηλά και οποίος ανεβεί εκεί βλέπει και θαυμάζει «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».

Στο εργόχειρό του το πτωχό και ταπεινό έχει συνεργάτη την ευχή· την σωτήριο ευχή. Συμπορεύεται με την προσοχή για το φτιάξιμό του σφραγιδιού, του κουταλιού. Εργάζεται και για τα δύο, εργάτης του πνευματικού και του υλικού. Η διαρκής ευχή θαυματουργεί, μπαίνει μέσα του και γι΄ αυτό τα χέρια του δουλεύουν ασταμάτητα και ευθυγραμμισμένα. Βραβείο του αγώνα του τα καλά και επιμελημένα σφραγίδια και κουτάλια. Άλλος βέβαια τα κινεί τα χέρια του, όπως αργότερα θα πει και για τα υμνογραφήματά του. Βλέπει όμως συγχρόνως ότι «ουκ επ΄ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος» και αρχίζει και μειώνει, λιγοστεύει την επίδοσή του στο εργόχειρο και λίγο-λίγο εργάζεται για τα προς το ζην και ασχολείται πλέον με το διάβασμα και το γράψιμο· «σώμα εργάζου ίνα τραφής, ψυχή νήφε ίνα σωθής», και η νήψις ολίγον κατ΄ ολίγον κατοικεί μέσα του. Παίρνοντας ευλογημένη ορμή από την ανάγνωση των πατερικών κειμένων, δεν του αρκούν πλέον οι αναγνώσεις της ακολουθίας στην Εκκλησία. Ασχολείται με την σωτήριο ευχή και διαβάζει από τους Πατέρας ότι πρέπει, ότι μπορεί, σύμφωνα με τις πνευματικές του δυνάμεις. Αυτό αργότερα μας το μεταφέρει πατρικά και πρακτικά. «Όταν πηγαίνουμε στο Δημοτικό σχολείο, δεν διαβάζουμε μαθήματα του Πανεπιστημίου. Κίνδυνος παρανοήσεως και παρεξηγήσεως, παιδιά μου». Λόγια μεστά διακριτικής σοφίας.

Οι «εν Αθήναις» γνώσεις του τον βοηθούν, διότι ωφελήθηκε εξ ελληνικών λόγων στο να καταλαβαίνει τους Πατέρας. Διαβάζει ασταμάτητα. Αποταμιεύει όσα μπορεί νοήματα, που με την βοήθεια της αγίας ευχής του «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» τυπώνονται μέσα του, και η ανάβασις συνεχίζεται. Βραβεύεται η εργατικότητα του και η σωστή καλογερική με τάλαντο. Δεν το κρύβει, αλλά εργάζεται μ΄ όλη του την δύναμη να το παρουσίαση αυξημένο. Ο Δωρεοδότης δίδει και ο δωρεοδόχος παίρνει, για να ανταποδώσει ευχαριστώντας «όλη ψυχή και διανοία». Η του θείου Πνεύματος επιδημήσασα δύναμις» έρχεται και στον πατέρα Γεράσιμο «ως ήχος φερομένης βιαίας πνοής» και πληροί τον οίκον της ψυχής του και τον σπρώχνει στην βουλή του Θεού. Τον θέλει Υμνογράφο των μεγαλείων Του, των ευαρεστησάντων Αυτόν Αγίων Του. Τον εκλέγει. Τον χαριτώνει. Του επιτρέπει πειρασμούς, αλλά και δύναμη να τους σηκώνει και να τους αντιμετωπίζει. Τον ταπεινώνει, για να μη χάση. Τον φωτίζει να γράφει, αλλά και να ζητά: «Φώτισόν μου το σκότος», όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Τον θέλει «υιόν του κατά χάριν». Και ο Γεράσιμος υπακούει και η κάθοδος της φλογός αρχίζει και συνεχίζεται. «Λάλει Κύριε και ο δούλος Σου ακούει».

Αρχίζει η συγγραφή. Πρώτο υμνογραφικό έργο στην Παναγία, σημάδι της αγάπης του γι΄ αυτή, αναγνώριση της κυριότητος του τόπου Της, παράκληση για την πρεσβεία Της, σιγουριά για την κατάληξή του. Και γράφει. Γράφει τα πρώτα, τα δεύτερα, τα τρίτα. Δεν μένει μόνο στα γραπτά, στον άγουρο του λόγο. Ταπεινώνεται. Αναγνωρίζει ότι είναι νέος και άπειρος και τα δείχνει στους τότε σοφούς και γνώστες του είδους, όπως ο Ευλόγιος Κουρίλας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Ζητεί παρατηρήσεις, διορθώσεις, προτάσεις. Η ταπείνωσή του βραβεύεται με τις προτροπές και τους επαίνους. Κάθε αρχή και δύσκολη, αλλά και λόγος καλός για την συνέχιση. Και συνεχίζει να γράφει. Υμνεί τα μεγαλεία του Θεού, της Κυρίας Θεοτόκου, των εκλεκτών του Θεού Αγίων. Πώς άραγε γράφει; Έτσι; Απλά; Αβίαστα; Χωρίς τίποτε; Χωρίς επίκληση; Όχι αδελφοί μου. Όλη του η ζωή ήταν προσευχή. Η ευχή ήταν η αναπνοή του και το «ελθέ και σκήνωσον εν ημίν» η ολοήμερος επίκλησή του. Το ζητούσε με μεγάλη ταπείνωση, γιατί γι΄ αυτό ξενιτεύθηκε, και ο Θεός «έτεινε ευήκοον ους» και του έλεγε: «Πατήρ σου και Μήτηρ σου και αδελφός σου ειμί», μη φοβάσαι, «έτι σου λαλούντος, εγώ πάρειμι». Και αυτό το είχε πιστέψει, το είχε χωνέψει, ότι τίποτε δεν είναι δικό του στη ζωή του, πολύ μάλλον αυτό το χάρισμα. Γι΄ αυτό και πάντοτε διεκήρυττε ότι «Θεού το δώρον, ουκ εξ ημών». «Ο Θεός χρησιμοποιεί το χέρι μου σ΄ αυτά. Δεν είναι δικά μου. Μόνα τους βγαίνουν. Άλλος μου τα λέει», και άλλα παρόμοια. Τα έλεγε και τα πίστευε. Δεν ταπεινολογούσε κενολογώντας ψευδόμενος, διότι «το Πνεύμα το άγιον ην εν αυτώ» και στα γραπτά του.

Συνεχίζεται…