Γέρ. Ιωσήφ Βατοπαιδινός

«Του Λόγου, η ενσάρκωση» για τον Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό

12 Ιανουαρίου 2010

Καρδίας μου γεννήματα

τέκνα  αγαπητά μου.

Χάρις Χριστού σας έκαμε

κτύπους απ΄ την καρδιά μου.

Ασκήσεως το έπαθλο

στη χαραυγή του βίου

η Μάνα, να έχει πλάϊμου Αγίους και Οσίους.

Έμαθα από τα χείλη τους

το τι Θεοπνευστία

το πώς ο πλάστης άρχισε

τι Θεία ευεργεσία…

Του Λόγου, η ενσάρκωση,

γέννηση του Κυρίου

αρχή, ανθρώπων λύτρωσις

τέλος του μαρτυρίου.

Στον Πλάστη προσευχήθηκα

και εγώ με τη σειρά μου

να δείξει, ως να ήμουν ο Θωμάς,

πώς έφτασε αυτός σε εμάς.

Η προσευχή θυμίαμα

έφτασε στα επουράνια

και να μου λέει άρχισε,

πώς τον γεννούσε η Μάνα.

Μέσα στο σπήλαιο η ψυχή

φτερούγησε και πάει

και βλέπω μες, τα μάτια μου

τι Μάνα να γεννάει…

Καθόταν μέσα στα άχυρα

Βασίλισσα των πάντων,

Ω! Τί ταπείνωση πολλή

για διδαχή απάντων.

Κανένας πόνος, ή στίγματα

απ΄ την παλαιά κατάρα

της Εύας το αμάρτημα

δεν άγγιξε τη Μάνα.

Γεμίσανε τα χέρια της

το Θείο βρέφος

ο Βασιλεύς ανώδυνα

στο ψεύτη κόσμο ήρθε.

Της Εύας το αμάρτημα

που θα γεννά με πόνο

ανάμνηση της Παναγιάς

και ιστορία μόνο.

Των Βασιλέων, Βασιλεύς

στη φάτνη αντί για θρόνο

θυσιαστηρίου, θύμιση

και ανάμνηση, απ΄ το νόμο.

Άγγιξε τότε ο ουρανός

τη γη για να κατέβει

εις Κύριος και εις Θεός

στη γη να βασιλεύει.

Οι σάλπιγγες μελωδικές

παιάνιζαν για εκείνον,

οι άρπες έγιναν χρυσές

απ΄ τις ουράνιες φωνές.

Από τα πέρατα της γης

οι εραστές του Θείου

ήρθαν με γόνυ καταγής

και έψελναν του Κυρίου.

Οι αιώνες ευθύς σταμάτησαν

το διάβα τους στο χρόνο,

έστεψαν την Παντάνασσα

και εξόρισαν το πόνο.

Η Παλαιά, συνάντησε

την Νέα διαθήκη,

μπήκε του χάρου το σπαθί

ξανά μέσα στην θήκη.

Μοσχοβολά η άνοιξη

μεσ΄ την καρδιά χειμώνα,

άνθισε μέχρι τα πέρατα

και η νεκρή ανεμώνα.

Οι μαίες μαρτυρούσανε

τη γέννηση του Υψίστου,

να φθάσει εις τα δύσπιστα

ώτα, του κάθε απίστου.

Κάθε. πληγή, ξεπλύθηκε

οι ρύποι στους αιώνες,

γεννήθηκε ο Βασιλεύς

φεύγουν οι απατεώνες.

Για τ΄ άχθη τα ασήκωτα

ανάλαφρα πια μοιάζουν,

οι άνθρωποι από καρδιάς

τον Κύριο, δοξάζουν.

Σε κλίμακες οι Αρχάγγελοι

Ανεβοκατεβαίνουν·

το δόξα. εις τον Ύψιστο

μελωδικά το ψέλνουν.

Μάγοι σιμά κατέφθασαν

πέρα· απ΄ την Περσία,

Σμύρνα, Λιβάνι και Χρυσό,

Δώρα με σημασία…

Χρυσός γιατί ήταν Βασιλεύς,

Σμύρνα για τη Θυσία,

και το εύοσμο θυμίαμα

για να σκορπά, ευωδιά…

Έρχονται, πάμπτωχοι βοσκοί

μετάνοια του βάζουν,

άνθη της πάναγνης καρδιάς

μονάχα τούτο τάζουν.

Γονάτισαν τα σύμπαντα

η πλάση όλη χαίρει

στον ουρανό μεσούρανα

φέγγει λαμπρό αστέρι.

Το άστρο στον αιθέρα

φώτιζε τον Αστέρα

αχτίνες τρεις, στον αέρα

Πνεύμα, Υιός, Πατέρας.

Η ιστορία εις τα δυο

κόπηκε με μαχαίρι

και εξ΄ αρχής, ξανάρχισε

μέτρημα στο δευτέρι.

Από του νυν και στο αεί·

μετά Χριστό θα λένε

αιώνες που ήταν μέχρι χθες

γονάτισαν και κλαίνε.

Δύο χιλιάδες χρόνια

και ξαναγιενιέται ο πλάστης.

Αν στην καρδιά σου έφταιξες

φάτνη, απόψε πάλι θα έρθει…

Έλενα Παντελίδου

Λευκωσία