Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

2010 Έτος Chopin: Ο ποιητής του πιάνου

31 Ιανουαρίου 2010

Έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως «ποιητής του πιάνου». O Frédéric François Chopin είναι ο πιο διακεκριμένος Πολωνός συνθέτης, κορυφαίος πιανίστας και κύριος εκπρόσωπος της μουσικής της ρομαντικής περιόδου. Φέτος, συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννησή του και το 2010 έχει ονομαστεί ως «έτος Chopin».

Συναυλίες και εκδηλώσεις προγραμματίζονται για όλη τη διάρκεια της χρονιάς και σε διάφορες χώρες, με οδηγό φυσικά την Πολωνία. Πληροφορίες για τις εκδηλώσεις, τους διαγωνισμούς και τα art project που διοργανώνονται το «έτος Chopin» μπορείτε να βρείτε εδώ.

Frédéric François Chopin

Το ζήτημα της ημερομηνίας γέννησής του δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με δική του γραπτή κατέθεση ήρθε στον κόσμο την 1η Μαρτίου του 1810. Σύμφωνα με το μητρώο βαπτίσματος στην ενοριακή εκκλησία του Brochów η ημερομηνία γέννησής του είναι 22 Φεβρουαρίου 1810, ενώ υπάρχει και η πληροφορία ότι είχε γεννηθεί ένα χρόνο νωρίτερα. Πάντως, ο τόπος γέννησης είναι αναμφισβήτητος: Żelazowa Wola, ένα χωριό στις όχθες του ποταμού Utrata της Πολωνίας, 54 χιλιόμετρα δυτικά της Βαρσοβίας.

Ο πατέρας του Nicolas Chopin (1771-1844) ήταν Γάλλος που ζούσε στην Πολωνία από το 1787 και παρέδιδε μαθήματα γαλλικής γλώσσας. Είχε αποκτήσει την πολωνική υπηκοότητα και είχε πάρει μέρος στην εξέγερση του 1794. Η μητέρα του συνθέτη, Tekla Justyna Krzyźanowska (1782-1861), ήταν Πολωνή. Μητέρα και γιος είχαν έναν πολύ ισχυρό συναισθηματικό δεσμό. Ο Frédéric είχε μια αδερφή μεγαλύτερη κατά τρία χρόνια, την Ludwika (1807–1855) και δύο μικρότερες τις Izabela και Emilia.

Οι γονείς του συχνά έπαιζαν μουσική στο σπίτι. Η μητέρα πιάνο και ο πατέρας συνόδευε με φλάουτο ή βιολί. Σύμφωνα με τη μικρή του αδερφή Izabela, ο Frédéric άρχισε από μωρό να εμφανίζει μια ευαισθησία στη μουσική. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου όταν ήταν μόλις 6 ετών. Ο δάσκαλό του, Wojciech Żywny (1756–1842), ήταν ένας Τσέχος που οι μαθητές του τον θυμούνται ως κάπως κωμικό και παλιομοδίτη και στήριζε τη μουσική του διδασκαλία σχεδόν αποκλειστικά σε έργα των Bach και Mozart.

Ο Frédéric ήταν 7 ετών όταν έγραψε τις πρώτες του συνθέσεις. Μάλιστα, την χρονιά αυτή τυπώθηκε και η πρώτη του σύνθεση, μια Πολωνέζα σε σολ ελάσσονα, ενώ σε ηλικία 8 ετών εμφανίστηκε πρώτη φορά δημοσίως ως πιανίστας.

Για την Πολωνέζα σε σολ ελάσσονα η πολωνική εφημερίδα Pamiętnik Warszawski (Ημερολόγιο της Βαρσοβίας 1815-1823) έγραψε τον Ιανουάριο του 1818: «Αν και δεν κατατάσσουμε τους μουσικοσυνθέτες στην ίδια κατηγορία με τους συγγραφείς λογοτεχνίας (παρόλα αυτά είναι και εκείνοι δημιουργοί), δεν μπορούμε να μην παρουσιάσουμε στο κοινό την παρακάτω σύνθεση, την οποία μας έκανε γνωστή ένας φίλος: Polonaise pour Pianoforte dediée à son Exellence Mle: la Comtesse Victoire Skarbek par Frédéric Chopin âgé de 8 ans ( Πολωνέζα σε pianoforte αφιερωμένη στην κοντέσα Victoire Skarbek από τον Frédéric Chopin, 8 ετών). O συνθέτης αυτού του πολωνικού χορού, ένας νεαρός άνδρας που μόλις έκλεισε τα 8 του χρόνια, είναι γιος του κ. Mikołaj Chopin, καθηγητής της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο λύκειο της Βαρσοβίας, καθώς και μια πραγματική μουσική ιδιοφυΐα: όχι μόνο παίζει τα πιο δύσκολα κομμάτια στο πιάνο με μεγάλη άνεση και εξαιρετικά καλό γούστο, αλλά είναι ήδη συνθέτης ενός-δύο χορών και παραλλαγών τους που δεν παύουν να εκπλήσσουν ειδικούς στη μουσική, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τη νεαρή ηλικία του δημιουργού. Αν ο νεαρός άνδρας είχε γεννηθεί στη Γερμανία ή τη Γαλλία, θα είχε ήδη προσελκύσει την προσοχή όλων των εθνών: ας είναι αυτή η αναφορά μία υπόδειξη ότι και στη χώρα μας γεννιούνται μεγαλοφυίες και μόνο η έλλειψη μεγάλης δημοσιότητας είναι που τους κρατά κρυμμένους από το κοινό».

Ως παιδί θαύμα αρχίζει να δίνει παραστάσεις σε σπίτια ευγενών και αριστοκρατών. Σύντομα γίνεται πολύ γνωστός και στη Βαρσοβία τον θεωρούσαν δεύτερο Μότσαρτ.

Το 1822 σταματάει τα μαθήματα πιάνου με τον Żywny αλλά συνεχίζει τα μαθήματα σύνθεσης στο Ωδείο της Βαρσοβίας με τον Γιόζεφ Έλσνερ. Ο Έλσνερ μιλούσε για εξαιρετικές ικανότητες και μουσική ιδιοφυία. Λίγα χρόνια αργότερα (1829) ο Frédéric θα πει ότι: «με τους κυρίους Żywny και Elsner ακόμη και οι μεγαλύτεροι βλάκες μπορούν να μάθουν».

Το 1829 έδωσε τις πρώτες μεγάλες του συναυλίες στη Βιέννη ενώ στο μεταξύ είχε συνθέσει ήδη μερικά σημαντικά έργα, όπως το κοντσέρτο σε φα ελάσσονα (γνωστό ως 2ο κοντσέρτο), την πρώτη σονάτα για πιάνο (σε ντο ελάσσονα), και κάποιες από τις σπουδές για πιάνο.

Το 1830 έφυγε από την Πολωνία για να συνεχίσει τις εμφανίσεις του στη Βιέννη. Μετά την αναχώρησή του ξέσπασε στη χώρα επανάσταση κατά της τσαρικής εξουσίας και ο συνθέτης δεν μπόρεσε ποτέ να επιστρέψει στην πατρίδα του. Στις 2 Ιουλίου του 1831 θα γράψει ο ίδιος: «Οι εφημερίδες έχουν ήδη ανακοινώσει τη συναυλία μου, η οποία θα διεξαχθεί σε δύο ημέρες, και είναι σαν να μην ήταν να συμβεί, πόσο λίγο με νοιάζει […] Εύχομαι να ήμουν νεκρός, και πάλι θα ήθελα να δω τους γονείς μου[…] Οι άνθρωποι εδώ δεν είναι δικοί μου, καλοί άνθρωποι, αλλά καλοί από συνήθεια, κάνουν τα πάντα πολύ πειθαρχημένα, ανούσια, με μετριότητα, που με σκοτώνει. –Μετριότητα που δεν θα ήθελα να νιώσω».

Στις 20 Ιουλίου του ίδιου έτους φεύγει από τη Βιέννη και τον Σεπτέμβρη φθάνει στο Παρίσι, όπου και θα παραμείνει μέχρι το θάνατό του. Λίγους μήνες μετά θα περιγράψει την παραμονή του στην «πόλη του φωτός» σε γράμμα του: «Το να αναπνέεις είναι γλυκό εδώ- αλλά ίσως κανείς αναστενάζει εδώ πιο πολύ γιατί είναι πιο εύκολο. Το Παρίσι είναι ότι θα μπορούσε κανείς να ευχηθεί –μπορείς να διασκεδάσεις, να βαρεθείς, να γελάσεις, να κλάψεις, να κάνεις ό,τι σε ευχαριστεί και κανένας δεν σε κοιτάει, καθώς εδώ υπάρχουν χιλιάδες άτομα που κάνουν ακριβώς ότι και εσύ και ο καθένας με τον τρόπο του. Δεν ξέρω αν κάπου αλλού υπάρχουν περισσότεροι πιανίστες από ότι στο Παρίσι- δεν ξέρω αν κάπου αλλού υπάρχουν πιο πολλοί βλάκες και πιο πολλοί δεξιοτέχνες από ότι εδώ».

Λίγους μήνες μετά την άφιξή του έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ και σταδιακά η φήμη του εξαπλωνόταν. Σύντομα απέκτησε πολλούς μαθητές και τα μαθήματα του προσέφεραν οικονομική άνεση και ασφάλεια. Παρά τη μεγάλη φήμη του όμως απέφευγε τις εμφανίσεις σε μεγάλα ακροατήρια-στα 18 χρόνια παραμονής στο Παρίσι, έδωσε μόνο 19 ρεσιτάλ. Το 1837 είχε ερωτευτεί μία μαθήτρια πιάνου, την Maria Wodzińska, και είχαν αρραβωνιαστεί, όμως η οικογένεια της κοπέλας διέλυσε τον αρραβώνα εξ αιτίας των προβλημάτων υγείας του συνθέτη.

Όταν έληξαν τα σχέδια για γάμο, στη ζωή του εμφανίστηκε η κοντέσα Delfina Potocka, η οποία υπήρξε και μούσα του. Για εκείνη έγραψε το Βαλς σε Ρε ύφεση μείζονα, Opus 64 No. 1, γνωστό και ως Minute Waltz.

Τέλος Οκτωβρίου του 1936 ο Chopin γνωρίζει στο Παρίσι τη συγγραφέα George Sand (Amandine-Aurore-Lucile Dupin, αργότερα Βαρώνη Aurore Dudevant). Η εκκεντρική συγγραφέας που ντύνεται ανδρικά, καπνίζει πούρα και προκαλεί δεν του έκανε καλή πρώτη εντύπωση. «Γνώρισα μια μεγάλη προσωπικότητα, την κ. Sand, αλλά το πρόσωπό της δεν είναι ελκυστικό, δεν μου αρέσει, υπάρχει κάτι αποκρουστικό σε αυτή» θα πει ο ίδιος. Ωστόσο, το 1838 ξεκινάει η σχέση τους, που κράτησε 9 χρόνια.

Το ζευγάρι έζησε για λίγους μήνες στη Μαγιόρκα, στο ερημωμένο Μοναστήρι Valldemossa. Η George Sand πήγε εκεί γιατί το κλίμα θα βοηθούσε τον γιό της Maurice να ξεπεράσει κάποια προβλήματα υγείας και ο συνθέτης, που έπασχε από φυματίωση, την ακολούθησε θεωρώντας ότι εκεί θα βελτιωνόταν και η δική του υγεία. Ωστόσο, οι άσχημες συνθήκες στο μοναστήρι του προκαλούν παρόξυνση της νόσου. Φεύγει από το νησί και επιστρέφει στη Γαλλία στα πρόθυρα του θανάτου.

Η σχέση με τη George Sand έληξε το 1847. Ο λόγος του χωρισμού, όπως προκύπτει από επιστολή της Sand προς τον Chopin η οποία ανακαλύφθηκε το 1950, είναι ότι ο συνθέτης υποστήριξε την κόρη της σε έντονη διαμάχη που είχε με τη μητέρα της επειδή είχε αρραβωνιαστεί κρυφά.

Από το 1847 η υγεία του επιδεινώνεται. Το 1848 έζησε για μεγάλο διάστημα στην Αγγλία και τη Σκωτία για ρεσιτάλ. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι η υγεία του ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Πέθανε στο Παρίσι το 1849, μετά από χρόνια φυματίωση. Tάφηκε στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ του Παρισιού, όμως λόγω δικής του επιθυμίας η καρδιά του μεταφέρθηκε στην Πολωνία, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα.

Τα κυριότερα έργα του

Το έργο του Σοπέν προορίζεται σχεδόν αποκλειστικά για πιάνο. Ο Σοπέν αξιοποίησε τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας του, τις Πολωνέζες και τις Μαζούρκες, αλλά τα δικά του έργα δεν προορίζονται για χορό, αφού είναι πολύ γρήγορα και δεξιοτεχνικά. Το ίδιο ισχύει και για τα Βαλς του: ευχάριστα κομμάτια σαλονιού, που προορίζονται για διασκέδαση.

Για πιάνο

• 4 Scherzi (1831, 1837, 1839, 1842)

• 3 Σονάτες (1828, 1839, 1844)

• 12 Σπουδές αφιερωμένες στον Φραντς Λιστ (1829-1832) και 12 αφιερωμένες στην κόμησσα Ντ’ Αγκού (1832-1836)

• 24 Πρελούδια, έργο 28 (1831-1839)

• Πρελούδιο σε ντο δίεση ελάσσονα, έργο 45 (1841)

• 19 Νυχτερινά

• 4 Μπαλάντες

• 58 Μαζούρκες

• 16 Πολωνέζες

• 17 Βαλς

• 3 Impromptus

• Fantaisie-Impromptu (1835)

• Φαντασία σε φα ελάσσονα (1841)

• Berceuse (1843)

• Βαρκαρόλλα (1846)

• Πολωνέζα-Φαντασία (1846)

Μουσική δωματίου

• Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο

Για πιάνο και ορχήστρα

• Rondo Krakowiak (1828)

• Κοντσέρτο σε φα ελάσσονα [2ο κοντσέρτο] (1829-30)

• Κοντσέρτο σε μι ελάσσονα [1ο κοντσέρτο] (1830)

• Grande Polonaise Brillante (1830-1) και Andante spianato (1834)

Πηγή