Ορθόδοξη πίστη

Ο κληρικός ως οδηγός του λαού – Ο νέος νοητός Μωυσής

13 Φεβρουαρίου 2010

Ομιλία Γέροντος Νεκταρίου Μουλατσιώτη

Αίθουσα Ρουμελιωτών (Αθήνα)

10/1/2010

Καταρχάς εύχομαι σε όλους Καλή και Ευλογημένη Χρονιά. Δε γνωρίζω βέβαια πόσο δύσκολη θα είναι, διότι βρισκόμαστε όπως είχαμε γράψει σε παλαιότερο τεύχος του περιοδικού μας “Ορθόδοξη Μαρτυρία”, ενώπιον ραγδαίων εξελίξεων μέσα στο 2010. Ήδη, ανακοινώθηκε η κατάργηση των Νομών και η αντικατάστασή τους με περιφέρειες, οι οποίες θα έχουν μία σχετική αυτονομία. Έτσι λόγου χάριν, τι θα γίνει όταν αποκτήσει δική της αυτόνομη διοίκηση η περιφέρεια της Θράκης; Δεν αρχίζουν τα πράγματα να γίνονται λίγο επικίνδυνα;

Όπως ήδη ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών, μπορούμε να καταθέτουμε τις αποδείξεις των εξόδων μας και τα έξοδα αυτά θα εκπίπτουν από την φορολόγησή μας. Μαζεύουμε λοιπόν τώρα αποδείξεις, οι οποίες πρέπει να καταγραφούν σε ένα χαρτί που θα κατατεθεί στην Εφορία. Επειδή αυτό είναι μία εργασία που δεν θα μπορέσουμε εμείς οι ίδιοι να την κάνουμε, θα χρειασθούμε λογιστή, με αποτέλεσμα να πληρώσουμε ένα αρκετά σεβαστό ποσό στους λογιστές όπου θα αναλάβουν να καταχωρήσουν αυτές τις αποδείξεις. Το πιθανότερο είναι ότι η πληρωμή του λογιστή θα υπερβεί το ποσό που θα γλιτώσουμε από την εφορία, οπότε το δώρο όπως λέμε, είναι άδωρο. Σκεφθείτε τόσο εμείς στο Μοναστήρι όσο και σε άλλα Μοναστήρια η Ιδρύματα, πόσες αποδείξεις έχουν να μαζέψουν. Έτσι λοιπόν, εύκολα και αβίαστα θα γίνει ο,τι και στην Αμερική. Όταν πας με την κάρτα σου και ψωνίζεις, αυτόματα και χωρίς απόδειξη, ενημερώνεται η Εφορία, οι Τράπεζες και έτσι λύνεται το πρόβλημα με τις αποδείξεις μέσω της αχρήματης κοινωνίας. Πολύ φοβάμαι ότι και αυτοί που δημιούργησαν την οικονομική κρίση, αυτό είχαν στο μυαλό τους, να καταργηθούν τα χρήματα και να αντικατασταθούν από την κάρτα. Αξιοπρόσεκτο δε είναι ότι ενώ οι δημοσιογράφοι μπορεί να το χαρακτηρίσουν ως απαράδεκτο η εξωφρενικό, η τρομερό, συμπληρώνουν ότι αυτό “έπρεπε να γίνει”. Ακόμα και οι ίδιοι, δείχνουν μπλοκαρισμένοι, επαναλαμβάνοντας όσα τους λένε να πουν. Κάπως έτσι θα μας πείσουν ότι πρέπει να πάρουμε την κάρτα.

Σε αυτό θα προσθέσω άλλο ένα παράδειγμα, την αντίδραση των δημοσιογράφων σε κάθε δήλωση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Του καταλόγιζαν ότι θέλει να κυβερνήσει την Ελλάδα. Απλώς, επειδή είχε γνώμη, θέση και άποψη. Γι αὐτό προσπαθούσαν να μας περάσουν ότι ο Αρχιεπίσκοπος θέλει να αναλάβει την Κυβέρνηση της χώρας, να γίνει Εθνάρχης και άλλα τέτοια. Σκέπτεσθε τι θα γινόταν αν ο Καραμανλής τότε τον καλούσε στο Υπουργικό Συμβούλιο, ενώπιον όλων των Υπουργών; Θα δημιουργείτο σάλος και αμέσως όλοι θα διαλαλούσαν ότι αυτό που φοβόντουσαν ήδη γίνεται…

Και όμως στις ημέρες μας ιστορικά είναι η πρώτη φορά, που Αρχιεπίσκοπος καλείται και παρΐσταται στο Υπουργικό Συμβούλιο. Και όχι μόνο πήγε, αλλά κανένας δημοσιογράφος δεν μίλησε για το γεγονός ότι το θέμα για τους μετανάστες συναποφασίσθηκε μαζί με την Εκκλησία. Δεν το κατακρίνουμε σαν γεγονός, διότι κάθε Αρχιεπίσκοπος κινείται προς το συμφέρον της Εκκλησίας. Το σχόλιό μου αφορά τη στάση των δημοσιογράφων που στην περίπτωση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, είχαν την εντολή “χτυπήστε τον”, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, ήταν φανερό ότι είχαν την εντολή “μη γίνει θέμα” και γι αὐτό κανείς δεν μίλησε. Δημοσιογράφοι λοιπόν κατευθύνουν την κοινή γνώμη προς τα εκεί που εκείνοι θέλουν.

Ένα άλλο ερώτημα είναι γιατί έγινε συνάντηση των Αρχηγών των κρατών στην Κοπεγχάγη. Οι τηλεοράσεις διαλαλούσαν για τις κλιματολογικές αλλαγές του περιβάλλοντος. Αν ακούσουμε τις ομιλίες στα πλαίσια της συνάντησης, ακόμα και του δικού μας του Πρωθυπουργού, κανένας δεν μίλησε για κλιματολογικές αλλαγές, απεναντίας όλοι μιλούσαν για την γέννηση της Νέας Παγκόσμιας Κυβέρνησης. Ευτυχώς, που δεν τα βρήκανε και διαφώνησαν. Πάντως μόνο για το κλίμα δεν μίλησαν…

Σημειωτέον ότι παρόλο που όλο το χειμώνα συνεχώς οι ειδήσεις μιλούν για το βαρύτερο χειμώνα στην Ευρώπη, πως από την άλλη μιλούν ότι λειώνουν οι πάγοι στο Βόρειο Πόλο; Πως άραγε ερμηνεύεται η παράλληλη ύπαρξη δύο αντίθετων φαινομένων;

Το συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω ότι πρέπει να προσέχουμε πολύ αυτά που ακούμε από την τηλεόραση η διαβάζουμε στις εφημερίδες. Κάθε χριστιανός πρέπει να έχει τα μάτια του ανοικτά αυτές τις ημέρες. Το 2010 μπήκε, και έρχονται πολύ μεγάλες εξελίξεις, όχι μόνο με τις εικόνες και τον σταυρό, αλλά και με το εθνόσημο, το σήμα της αστυνομίας μέχρι και την αμφισβήτιση της λέξεως “Εθνικής”. Θα γίνουν πολλά σε ελάχιστο διάστημα, σε σημείο που θα μείνουμε εμβρόντητοι.

Ακόμη περισσότερο όσοι διαβάζουμε Γραφή και Αποκάλυψη, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι γίνεται και που βαδίζουμε. Ιδιαίτερα λοιπόν όσοι αγωνίζονται για τον Χριστό μας, γνωρίζουν ποιός είναι ο λόγος της υπάρξεώς μας πάνω στη γη, ότι δηλαδή ο άνθρωπος είναι ένας ενοικιαστής της γης, πάνω στην οποία έρχεται για ένα πολύ μικρό διάστημα και ξαναφεύγει για να πάει πίσω στα χέρια του Θεού. Αυτό πρέπει να το έχει συνέχεια στο νου του ο άνθρωπος, ότι δεν είναι πλασμένος γι αὐτή τη γη, “ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν”. Επιζητούμε μια άλλη πόλη στην Βασιλεία των Ουρανών. Εκεί είναι ο σκοπός του ανθρώπου να πάει, αλλά το ζήτημα είναι πως θα πάει.

Τον προηγούμενο μήνα βρέθηκα στην Κρήτη για μια ομιλία. Προορισμός μου ήταν η Κρήτη και υπήρχαν δύο τρόποι για να πάω εκεί. Ο ένας τρόπος είναι το αεροπλάνο και ο άλλος το καράβι. Εμείς σκοπό έχουμε τον Παράδεισο, την Βασιλεία των Ουρανών. Εκεί πρέπει να βλέπουμε. Τα επίγεια πρέπει να τα βλέπουμε αφ ὑψηλοῦ, όπως ακριβώς, αλλιώς βλέπουμε την Αθήνα όταν περπατάμε στους δρόμους της και αλλιώς όταν πετάμε ψηλά με ένα ελικόπτερο. Άλλη άποψη έχω όταν περπατάω μέσα στο δάσος και άλλη όταν πετάω από πάνω. Όλα τα γήϊνα τα οποία έρχονται και παρέρχονται, ο χριστιανός πρέπει να τα βλέπει με άλλο μάτι και γι᾽αυτό λέμε στην Εκκλησία: “Άνω σχώμεν τας καρδίας” και απαντούμε “έχομεν προς τον Κύριον”. Τώρα κατά πόσον αυτό γίνεται στην πραγματικότητα, δηλαδή κατά πόσον έχουν ανυψωθεί οι καρδιές μας και κοιτούν μόνο τον Χριστό, είναι άλλο θέμα. Σκοπός μας πάντως είναι η Βασιλεία των Ουρανών, να πάμε κοντά στον Θεό, να κατακτήσουμε το Φως, που είναι ο Θεός μας. “Εγώ είμαι το Φως του κόσμου”, είπε ο Χριστός και μας καλεί να πάμε κοντά Του, τόσο σ αὐτή, όσο και στην άλλη ζωή. Αλλά πως θα πάω κοντά Του; Η Εκκλησία μας καθημερινά μας θυμίζει, ότι στόχος μας είναι η κατάκτηση του Φωτός, στόχος μας είναι ο Παράδεισος, η Βασιλεία των Ουρανών.

Όταν βαπτισθήκαμε, μωρά ακόμα, ο ανάδοχός μας κράταγε μία λαμπάδα σβησμένη που την άναψε, όταν έγινε η βάπτισή μας. Κρατώντας μας στην αγκαλιά του, έκανε κύκλους γύρω από την κολυμβήθρα και ο ψάλτης έψαλλε: “Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε”. Τι συμβολίζει η λαμπάδα που κρατούσε ο νονός μας; Η λαμπάδα είμαστε εμείς, ενώ το άσπρο χρώμα της λαμπάδας είναι η καθαρότητα της ψυχής μας, γιατί όταν βαπτιζόμαστε λευκαίνεται η ψυχή, γίνεται κάτασπρη σαν το χιόνι. Η φλόγα είναι ο Χριστός, “Εγώ είμαι το Φως του κόσμου”. Καθώς η φλόγα ενώθηκε με την λαμπάδα, εγώ ενώθηκα με τον Χριστό. Σκοπός μου, να κατακτήσω το Φως, να ενωθώ με τον Θεό, να αποκτήσω κοινωνία Θεού. Αν δεν ενωθώ, αυτό σημαίνει χωρισμός από τον Χριστό, σημαίνει κόλαση. Το μυστήριο της βαπτίσεως συνεχώς σου θυμίζει ότι σε αυτή τη ζωή πρέπει να ενωθείς με τον Χριστό, για να είσαι ενωμένος και στη άλλη ζωή. Αν δεν ενωθείς σ αὐτή τη ζωή, μετά θάνατον δεν γίνεται τίποτα… Από αυτή τη ζωή ενώνεσαι και είσαι μαζί με τον Θεό.

Αυτήν την λαμπάδα την κρατάμε πάλι, στις τρεις πρώτες φορές που θα κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων μετά τη βάπτισή μας. Με τη Θεία Κοινωνία, πάλι ενωνόμαστε με τον Χριστό, γι᾽αυτό ανάβουμε πάλι την λαμπάδα, γι᾽αυτό και ψάλλουμε “είδομεν το Φως το αληθινόν, ελάβομεν πνεύμα επουράνιον”.

Αυτή την άσπρη λαμπάδα την κρατάμε και το Πάσχα, όταν είμαστε μικροί μας τη φέρνει ο νονός μας και την κρατάμε στην Εκκλησία σβηστή, μέχρι να πάρουμε το Άγιο Φως από τον ιερέα που εκείνη την ώρα εκπροσωπεί τον Χριστό και καλεί τους πιστούς: “Δεύτε λάβετε Φως”! Ενωθείτε με το Φως, ενωθείτε με τον Χριστό! Κάθε Πάσχα λοιπόν πρέπει να αναλογισθούμε την ώρα της Ανάστασης, αν έχουμε ενωθεί με τον Χριστό.

Τα χρόνια περνούν και το ερώτημα παραμένει: Άλλος ένας χρόνος πέρασε, έχω ενωθεί με τον Χριστό; Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι έγιναν μοναχοί η μοναχές, άλλοι έφυγαν από αυτή τη ζωή, αλλά το ερώτημα είναι το ίδιο: Έχω ενωθεί με τον Χριστό;

Ακόμη και στο γάμο έχουμε δύο λαμπάδες. Βάζουμε μία μπροστά στο γαμπρό και μία μπροστά στη νύφη για να τους θυμίσουμε ότι μέσα στο μυστήριο του γάμου, σκοπό έχουν να ενωθούν με τον Χριστό. Όσοι λένε ότι παντρεύτηκαν για να κάνουν οικογένεια, δεν σκέπτονται άραγε ότι μπορεί ο Θεός να μην τους δώσει παιδιά; Στόχος μου, σαν σύζυγος είναι να γίνω φως. Και οι δύο μαζί, το ζευγάρι, να ενωθούν με τον Χριστό και να γίνουν φως.

Τελευταία φορά, θα ξαναδούμε αυτή τη λαμπάδα, πάνω από το φέρετρό μας. Μετά στον τάφο μας, πάλι μας ακολουθεί το φως, αλλά πλέον με ένα καντήλι γεμάτο λάδι που συμβολίζει το έλεος του Θεού γιατί η ψυχή μας πλέον είναι στο έλεος του Θεού.

Άρα λοιπόν, σκοπός της ζωής μου, να γίνω φως. Πως θα γίνω φως; Με ποιόν τρόπο; Δεν αναφέραμε ότι για να πάω στην Κρήτη, μπορώ να πάω με το καράβι η με το αεροπλάνο; Έτσι λοιπόν, δύο είναι οι δρόμοι για να πάει κανείς στον Παράδεισο. Ο γάμος και ο μοναχισμός. Το καράβι είναι ο γάμος και το αεροπλάνο ο μοναχισμός. Και χαρακτηρίζω το μοναχισμό σαν αεροπλάνο, γιατί αν τυχόν πέσει το αεροπλάνο δεν σώζεσαι, ενώ αν βουλιάξει το καράβι, μπορείς να κολυμβήσεις η να μπεις σε μία βάρκα, η να κρατήσεις ένα σωσίβιο. Αυτό σημαίνει ότι ναι μεν ο μοναχισμός σε ενώνει πιο γρήγορα με τον Θεό, έχει όμως πολύ κίνδυνο και αν δεν προσέξεις, πέφτεις και χάνεσαι. Μόνο από θαύμα σώζεσαι.

Πολλοί βέβαια παντρεύονται για να παντρευτούν και δεν σκέπτονται ότι είναι ένας τρόπος για να πάνε στη Βασιλεία των Ουρανών. Αν πω εγώ ότι έγινα μοναχός για να κτίσω μοναστήρι για να κάνω άλλους μοναχούς κλπ. Θα σκεφθείτε τότε ότι αυτός έχει χάσει τον σκοπό του, δεν ξέρει γιατί έγινε μοναχός. Θα γίνω σαν κι αυτόν που λέει ότι παντρεύτηκε για να κάνει παιδιά. Όπως εκείνος δεν ξέρει αν θα κάνει παιδιά, πως εγώ μπορώ να ξέρω αν θα χτίσω μοναστήρι κι αν θα κάνω πνευματικά παιδιά; Άρα δεν μπορείς να λες ότι αυτός είναι ο σκοπός, γιατί αυτός είναι ο επίγειος σκοπός, υλικός σκοπός και όταν πεθάνω κανένας, ούτε τα παιδιά μου ούτε οι γονείς μου, ούτε κανένας δεν μπορεί να σώσει την ψυχή μου, μόνο εγώ αν έγινα φως. Η δούλεψα και εργάσθηκα με κατεύθυνση τον Ουρανό, επιλέγοντας τον τρόπο, το όχημα, το οποίο θα με πάει εκεί και όπως είπαμε τα δύο οχήματα για τον ουρανό είναι το μυστήριο του γάμου και το μυστήριο του μοναχισμού. Ακόμη και το κεράκι που ανάβουμε όταν μπαίνουμε στην Εκκλησία, αυτό το σκοπό μας θυμίζει, να γίνουμε φως και κάθε φορά που ανάβουμε κερί στην Εκκλησία είναι σαν να ρωτάμε τον εαυτό μας, “ενώθηκες με το Φως, η όχι ακόμα;”.

Καθώς μπαίνουμε στο Ναό, μπορούμε άνετα να φαντασθούμε ότι βρισκόμαστε σ ἕνα πούλμαν με οδηγό τον ιερέα. Ήδη υπάρχουν μέσα επιβάτες που άλλος μπήκε στις 9, άλλος στις 10, άλλος στις 10.15 και συνεχίζει και κάνει στάσεις για να μαζέψει και άλλους. Που οδηγεί ο ιερέας το πούλμαν; Μας το λέει υψώνοντας το Ευαγγέλιο και λέγοντας, “Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”, μας οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών. Άρα στην Εκκλησία πηγαίνω κάθε Κυριακή για συγκεκριμένο λόγο, πηγαίνω για να μπω στη Βασιλεία των Ουρανών και ο οδηγός, ο ιερέας, πρέπει να ξέρει πως θα με πάει.Φαντασθείτε κάποιον να οδηγεί ένα πούλμαν και να μην ξέρει οδήγηση. Άλλωστε και το πετραχήλι που φοράει ο ιερέας, συμβολίζει τις ψυχές που κρέμονται επί τον τράχηλό του, συγκεκριμένα τα κρόσσια είναι οι ψυχές των ενοριτών του, τις οποίες έχει πάρει στο πούλμαν, στην ενορία του δηλαδή και τους οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών. Γι᾽αυτό έγινε “οδηγός”, “ιερέας”, δηλαδή όχι για να κάνει μία λειτουργία, έναν εσπερινό, αλλά για να οδηγήσει τις ψυχές στον Παράδεισο.

Το ίδιο και ο Επίσκοπος, φορώντας το ωμοφόριό του επί τον ώμο του, που συμβολίζει το απολωλός πρόβατο, μου δείχνει ότι πήρε την κάθε ψυχή για την οποία είναι υπεύθυνος στον ώμο του σαν τον Χριστό και να την οδηγήσει στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο καθένας, ο ιερέας, ο Επίσκοπος έχει τη δική του ευθύνη απέναντι στις ψυχές, για να τις οδηγήσει στη Βασιλεία των Ουρανών.

Όπως για παράδειγμα υπάρχει κεντρική διοίκηση για τον κάθε οδηγό πούλμαν που είναι υπεύθυνοι για να επιβλέπει την καταλληλότητα του οδηγού, τα λάθη και τις παραλείψεις του και πολύ περισσότερο αν πληρεί τις προϋποθέσεις για να είναι οδηγός ενός πούλμαν και άρα υπεύθυνος για τόσες ζωές, άρα κατά αναλογία είναι υπεύθυνος και ο κάθε Επίσκοπος για τους υπό την Μητρόπολή του ιερείς και κατά πόσον εκείνοι μπορούν να οδηγήσουν τις ψυχές των ενοριτών τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο καθένας εμπιστεύεται την ψυχή του στους ιερείς για να τον οδηγήσουν στον Θεό και όχι για να τον πάνε στην κόλαση. Ο ιερέας είναι υπεύθυνος ακόμα και για την τελευταία ψυχούλα της ενορίας του. Έγινε λοιπόν ιερέας, αναλαμβάνοντας αυτή την ευθύνη και θα πρέπει όλοι μας με συνέπεια να αγωνιζόμαστε να είμαστε συνεπείς έναντι των ευθυνών μας. Όπως κι εγώ όταν ανέλαβα να γίνω ηγούμενος, ουσιαστικά ανέλαβα να οδηγήσω τους μοναχούς μου στον Παράδεισο, όπως και η κάθε ηγουμένη να οδηγήσει τις μοναχές της στη Βασιλεία των Ουρανών.

Μα θα μου πείτε, για κάποια ψυχή που θα χαθεί φταίει ο ιερέας; Αν ο επίσκοπος η ο ιερέας έκανε σωστά τη δουλειά του και έκανε τα πάντα, τότε δεν ευθύνεται για όποιον επιμένει να κάνει του κεφαλιού του. Όπως το ότι χάθηκε ο Ιούδας, δεν φταίει ο Χριστός, αλλά ο Ιούδας που δεν ακολούθησε τις εντολές του. Ο Χριστός το ίδιο καθοδηγούσε τους 12 μαθητές. Όπως και στην ενορία, το ίδιο μπορεί να καθοδηγεί ο ιερέας όλο το ποίμνιο, να λέει σε όλους τα ίδια πράγματα και όμως άλλοι να προοδεύουν πνευματικά και άλλοι όχι. Γιατί; Γιατί άλλοι εφαρμόζουν αυτά που τους μαθαίνει ο ιερέας τους και άλλοι αδιαφορούν. Όπως ακριβώς έγινε με τον Χριστό και τους μαθητές Του. Ο Ιούδας δεν ακολούθησε τα λόγια του Χριστού και χάθηκε. Το ίδιο γίνεται και με τον ηγούμενο. Στο Μοναστήρι του καθοδηγεί πνευματικά όλους τους μοναχούς του, αλλά βλέπεις άλλους να προοδεύουν και άλλους να χάνονται. Προοδεύουν όσοι κάνουν υπακοή, αλλά χάνουν την ψυχή τους όσοι παρακούν.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί η ταπείνωση έχει τόση σημασία. Γιατί αν δεν ακούσω τον οδηγό μου κινδυνεύω, αν κάνω το δικό μου κινδυνεύω. Για σκεφθείτε διακόσια άτομα να βρεθούμε στη Σαχάρα και να σας αφήσω στην έρημο χωρίς οδηγό. Πως θα βγείτε από εκεί; Πρέπει κάποιος από όλους μας να μας οδηγήσει έξω από την έρημο, κάποιος που ξέρει το δρόμο. Και όλοι πρέπει να υπακούσουμε τυφλά στον οδηγό αυτόν που ξέρει να μας βγάλει από την έρημο. Αν κάποιος αρνηθεί να ακολουθήσει πιστά τον οδηγό είναι βέβαιο ότι θα χαθεί και θα πεθάνει μέσα στην έρημο.

Η κοινωνία μας σήμερα δεν είναι έρημος; Και τότε, αφού υπάρχουν οδηγοί πως χάνονται τόσες ψυχές; Μήπως οι οδηγοί μας δεν ξέρουν οδήγηση; Για να ξέρω οδήγηση σημαίνει ότι κάπου μαθήτευσα και πήρα δίπλωμα από τη σχολή οδηγών. Μου λέει κάποιος ιερέας: εμένα ο Δεσπότης όταν με χειροτόνησε, μου είπε να κάνω μία Λειτουργία και έναν Εσπερινό και μετά μπορώ να πηγαίνω σπίτι μου. Μόλις τα άκουσα, σκέφθηκα ότι με τέτοιον οδηγό που θα καταλήξει η ενορία; Έτσι βάζουμε κάποιον πάνω στο τιμόνι; Έτσι του δίνουμε ένα καράβι να το οδηγεί; Έτσι του δίνουμε ένα αεροπλάνο να πιλοτάρει; Και παίρνει ο κάθε ιερέας σαν οδηγός την ενορία του, επί τον τράχηλό του χωρίς καν να ξέρει που να τους οδηγήσει και πως να τους οδηγήσει. Πρέπει μεν ο ιερέας να οδηγήσει τους ενορίτες του στη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά όμως γνωρίζει πως να τους οδηγήσει; Οι κίνδυνοι πολλοί. Ο δρόμος επικίνδυνος και ο γκρεμός άβυσσος. Όταν λοιπόν ο οδηγός δεν ξέρει πως να σε πάει στο σκοπό σου, το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα. Όπως όταν σε μια επικίνδυνη στροφή του δρόμου, ο οδηγός χάσει τον έλεγχο του πούλμαν, και συμβεί το ατύχημα, τότε πιο είναι το αποτέλεσμα; Σπασμένα πλευρά, χέρια, πόδια, ακόμα και θάνατοι, όλοι κατατραυματισμένοι από τον οδηγό μέχρι και τον τελευταίο επιβάτη. Η κοινωνία μας δεν σας μοιάζει μ ἕναν άνθρωπο γεμάτο πληγές; Ζούμε σε μια κοινωνία ανάπηρη, τραυματισμένη, αφού δεν υπάρχουν πλέον έμπειροι οδηγοί, φωτισμένοι και αγιασμένοι Γεροντάδες που θα μας οδηγήσουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Αφού δεν ξέρουμε εμείς οι ίδιοι τον τρόπο και τον δρόμο, πως θα οδηγήσουμε και άλλους; Αφού εγώ ακόμα δεν έγινα φως, αφού δεν γνωρίζω το φως, πως τολμώ να παίρνω κι εσένα μαζί μου για να σε βγάλω από την έρημο; Πως οδηγώ ένα πούλμαν, από τη στιγμή που δεν ξέρω οδήγηση; Ας μην αναζητούμε λοιπόν απάντηση για την τραγική μας κατάσταση. Όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: “Οι άρχοντες, βγαίνουν μέσα από τον λαό, μέσα από τον κόσμο που ζούμε”. Πως θα βγάλουμε λοιπόν υγιείς άρχοντες μέσα από ένα τραυματισμένο και ασθενή λαό; Είναι τόσο μικρό το τμήμα εκείνο της κοινωνίας μας που έχει οδηγηθεί προς το φως, που ελάχιστοι είναι οι υγιείς. Άρα λοιπόν, αφού όλος ο κόσμος τόσο πολύ πάσχει, τόσο πολλοί είναι οι ασθενείς, άρα και οι ιερείς και οι μοναχοί, που προέρχονται από αυτόν τον κόσμο, θα είναι και αυτοί άνθρωποι ασθενείς και τραυματισμένοι. Ακόμα και οι λίγοι άγιοι άνθρωποι που δείχνουν το Φως και οι ενωμένοι με τον Θεό φεύγουν σιγά-σιγά απ αὐτή τη ζωή. Εκείνοι, μπορούν να σου πουν προς τα εκεί βάδιζε παιδί μου… Γι αὐτό η ταπείνωση παίζει τόσο μεγάλο ρόλο στο χριστιανισμό, γιατί η ταπείνωση προέρχεται από την υπακοή. Υπακούω σ αὐτόν που ξέρει να με οδηγήσει στο Φως. Λέω, να είναι ευλογημένο πάτερ μου, θα κάνω αυτό που μου λέτε και ακουμπώ την ψυχή μου στον έμπειρο οδηγό, για να με οδηγήσει στο Φως. Όπως δεν θα έμπαινα σ᾽ ένα πούλμαν που ο οδηγός του δεν ξέρει οδήγηση, έτσι δεν εμπιστεύομαι την ψυχή μου σε κάποιον που δεν ξέρει να την οδηγήσει στη Βασιλεία των Ουρανών. Αν ο ιερέας η ο Επίσκοπος δε γνωρίζει να με οδηγήσει στο σκοπό μου, τότε εγώ πως θα του εμπιστευθώ την ψυχή μου; Σήμερα λοιπόν η κοινωνία μας πάσχει και παραπαίει διότι δεν υπάρχουν καλοί οδηγοί. Δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο, δεν έχει μείνει τίποτα καθαρό. Που να βρεθεί κληρικός που ο ίδιος να έχει γίνει φως και έτσι να μπορεί με ασφάλεια να οδηγήσει κι άλλους στο Φως. Να γνωρίζει ο ίδιος που βαδίζει και άρα που πρέπει να οδηγήσει και την ενορία του. Ο ηγούμενος να γνωρίζει που πρέπει να οδηγήσει τους μοναχούς του, ο γέροντας που πρέπει να οδηγήσει τα πνευματικοπαίδια του. Ας ρωτήσει ο καθένας από εμάς τον ιερέα της ενορίας του, ποιός πιστεύει ότι είναι ο σκοπός του και από εκεί θα καταλάβει πολλά. Ακόμα κι αν απαντήσει ότι σκοπός μου είναι να οδηγήσω τους ενορίτες μου στον Παράδεισο, έρχεται αμίληκτο το επόμενο ερώτημα, αν γνωρίζει το δρόμο για τον Παράδεισο. Έχει γεμίσει ο κόσμος θεολόγους για παράδειγμα. Για να είναι όμως κάποιος θεολόγος, πρέπει να έχει εμπειρία Θεού, να ζει το Χριστό στη ζωή του, πρέπει να έχει βιώματα. Δεν μπορώ να μιλήσω για κάποιον όταν δεν τον βιώνω, δεν τον γνωρίζω.

Οι Απόστολοι που κάνουν λόγο περί Θεού, γνώρισαν τον Χριστό, Τον έζησαν και μίλησαν γι Αὐτόν. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος έζησε κοντά στο Χριστό και αυτές τις εμπειρίες του μας τις κατέγραψε στα Ευαγγέλια και τις επιστολές του. Οι δύο άλλοι θεολόγοι της εκκλησίας μας, ο Άγιος Γρηγόριος και ο Άγιος Συμεών, μπορεί να μην σπούδασαν σε κάποια Σχολή Θεολογίας, αλλά όμως ονομάστηκαν θεολόγοι, από την εμπειρία και το βίωμα που είχαν με τον Χριστό και κατέγραφαν αυτά που βίωναν. Οι προσωπικές τους εμπειρίες και τα βαθειά τους βιώματα με τον Χριστό, τους κατέστησαν θεολόγους της Εκκλησίας.

Σήμερα οι θεολόγοι, μιλούν για τις εμπειρίες των άλλων, αλλά όμως αν εγώ ο ίδιος δεν έχω εμπειρία Θεού, τότε δεν μπορώ να Τον περιγράψω, δεν μπορώ να θεολογήσω. Όπως για να περιγράψω τη γεύση του μελιού πρέπει ο ίδιος να το δοκιμάσω και όχι να αρκεσθώ στην εμπειρία του άλλου. Υπάρχει λοιπόν αυτή η εμπειρία στο χώρο της Εκκλησίας σήμερα; Δόξα τω Θεώ, ακόμη υπάρχει. Όπως λέει η Γραφή, “ουκ εξέλιπε” ακόμη “όσιος”. Υπάρχουν ακόμα άγιοι.

Όμως το κακό τόσο μεγάλωσε και πλεόνασε, ώστε το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας μας να είναι σάπιο και γι αὐτό δεν βρίσκονται οδηγοί που να οδηγήσουν το πλήθος. Λιγόστεψαν πλέον οι οδηγοί και άρα είναι πολύ λίγοι εκείνοι που βαδίζουν προς το Φως, προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Οι περισσότεροι παραπαίουν χαμένοι μέσα στην έρημο της ζωής και τρέχουν πανικόβλητοι δεξιά κι αριστερά. Όπως ο άνθρωπος μέσα στην έρημο χωρίς οδηγό. Δεν έχουμε εμπειρία Θεού και όμως η πιο επιτακτική ανάγκη της εποχής μας είναι να βιώσουμε τον Θεό, να γίνουμε φως. Σ αὐτή μου την πορεία πρέπει ο οδηγός να μου δείξει πως θα ξερριζώσω τα πάθη μου, τις αμαρτίες μου, τα ελαττώματά μου. Κι εγώ θα του κάνω απόλυτη υπακοή. Έχω δικαίωμα βέβαια να επιλέξω τον οδηγό μου, στον οποίο θα έχω εμπιστοσύνη, βλέποντας από τις κινήσεις του αν καθοδηγεί σωστά.

Ένας τέτοιος οδηγός, από τα ελάχιστα πλέον φωτεινά παραδείγματα της εποχής μας, υπήρξε και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός, ο οποίος έφυγε για τη Βασιλεία των Ουρανών τον Ιούλιο του 2009 και στον οποίο αφιερώσαμε το ημερόλογιό μας, του 2010. Ο ίδιος γνώριζε πως να οδηγήσει τις ψυχές στη σωτηρία, γιατί ο ίδιος ζούσε την σωτηρία. Και όμως, αυτόν τον έμπειρο οδηγό, αυτόν τον άνθρωπο του Φωτός, τόσο πολύ τον διώξαμε και τον συκοφαντήσαμε, όπως ακριβώς λίγα χρόνια πριν είχαν κατηγορήσει και τον Άγιο Νεκτάριο. Γιατί η αγιότητα επεσύρει τον φθόνο του διαβόλου. Έτσι και ο Γέροντας Ιωσήφ, διώχθηκε, συκοφαντήθηκε και όμως παρέμεινε φάρος που έδειχνε το δρόμο και το Φως. Όπως και ο Γέροντας Παΐσιος, που τόσο κατηγορήθηκε από λαϊκούς και μοναχούς. Ο Θεός όμως, έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Μιλά ακριβώς στην ώρα που κλείνει η αυλαία της ζωής μας. Έτσι λοιπόν, όταν κοιμήθηκε ο Γέροντας Ιωσήφ, και μετά από αρκετή ώρα, μας έστειλε το ζεστό του χαμόγελο από την αιωνιότητα. Έλαμπε το λείψανό του στην κηδεία του, στην οποία είχα την ευλογία να παρευρεθώ. Το πρόσωπό του ζεστό, ολοζώντανο, χαμογελαστό. Τον ασπαζόσουν και θαρρούσες ότι άγγιζες ένα μικρό παιδί. Ζεστός και μαλακός, έλαμπε όλος φως μέσα στο φέρετρό του. Ο Θεός μίλησε για την αγιότητα του ανθρώπου. Σ αὐτή τη μεγάλη λοιπόν πνευματική μορφή, σ αὐτόν τον φάρο της εποχής μας, τον Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό, αφιερώσαμε το ημερολόγιο της Μονής μας.

Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση γιατί πολλά λέγονται και ακούγονται για την περιουσία των Ιερών Μονών και θα ήθελα να αναφέρω το εξής: Όταν ακούτε ότι κάποιο Μοναστήρι παλαιό, από τα πάμπολλα ιστορικά Μοναστήρια της χώρας μας, έχει περιουσία, να μη σκανδαλίζεσθε όπως θέλουν οι δημοσιογράφοι να πετύχουν αναφέροντας αστρονομικά ποσά, χιλιάδες στρέμματα, δεκάδες διαμερίσματα η άλλα ακίνητα κλπ. Τα παλαιά Μοναστήρια είναι δικαιολογημένο να έχουν περιουσία, διότι την απέκτησαν πολλές φορές από τους μοναχούς που εγκαταβίωσαν σ αὐτή τη Μονή, στο διάβα αυτών των αιώνων, από την ημέρα που αυτή δημιουργήθηκε μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, από τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα, χιλιάδες μοναχοί στο διάβα των αιώνων, από τότε που χτίστηκε το Μοναστήρι. Οι μοναχοί ερχόμενοι στο Μοναστήρι, φέρνουν μαζί τους και την περιουσία τους. Άρα, μέσα σε τόσα χρόνια, και αφού πέρασαν τόσες χιλιάδες μοναχοί, είναι πολύ φυσικό η Μονή πλέον να έχει στην κατοχή της, μια μεγάλη περιουσία. Από τα ακίνητα δε, όταν αυτά πωλούνται η αγοράζονται, έρχονται στην κατοχή της Μονής και χρήματα. Αν η Μονή κατέχει αμπέλια η ελαιώνες, εξασφαλίζει μεγάλες παραγωγές από αυτά τα είδη, είτε και από οποιοδήποτε άλλο. Για παράδειγμα το δικό μας Μοναστήρι που είναι καινούργιο, και εμείς οι πρώτοι μοναχοί είμαστε οι κτίτορές του, είναι πολύ φυσικό να μην έχουμε ακόμη κάποια περιουσία αφού ο,τι είχαμε το διαθέσαμε για το χτίσιμο της Μονής και ακόμη δεν έχουν περάσει εκατοντάδες και χιλιάδες μοναχοί όπως στα ιστορικά Μοναστήρια για να εξασφαλίσουμε κάποια σταθερά έσοδα. Ακόμη και το λάδι για τα καντήλια η για το φαγητό μας το αγοράζουμε, αφού δεν διαθέτουμε καν ελαιώνες για να έχουμε δική μας παραγωγή. Βέβαια υπήρχαν χρονιές από το λάδι που μας έφερνε ο κόσμος που ερχόταν να προσκυνήσει στο Μοναστήρι, επαρκούσε και για εμάς και για τα καντήλια της Εκκλησίας. Αλλά όμως με την κρίση που ήρθε τα τελευταία δύο χρόνια, ελάχιστα είναι τα έσοδά μας, ίσα-ίσα για να μπορούμε να κρατάμε το Μοναστήρι ανοικτό. Αρχικά ο κόσμος ερχόταν κατά χιλιάδες, τώρα πλέον με την ακρίβεια σε όλα και τη βενζίνη, δεν κινείται το ίδιο ο κόσμος και έτσι αυτό έχει επηρεάσει φυσικά και τα έσοδα του Μοναστηριού μας. Αυτή ήταν μια μικρή παρένθεση, που όμως είναι πάντα επίκαιρη, διότι η Εκκλησία μας, πολεμείτο και θα πολεμείται πάντα, αλλά όμως εμείς πρέπει να παραμένουμε ασκανδάλιστοι.

Τιμής ένεκεν λοιπόν, αφιερώσαμε το ημερολόγιό μας στον Γέροντα Ιωσήφ το Βατοπαιδινό που αποτελεί μια αγιασμένη μορφή. Βλέπετε λοιπόν ότι οδηγοί σαν τον Γέροντα Ιωσήφ φεύγουν, γι αὐτό και δε βαδίζουμε καλά. Και μη νομίζουμε ότι ευθύνονται οι άλλοι για την απουσία αγιασμένων μορφών στην εποχή μας. Όχι, όλοι ευθυνόμαστε. Γιατί ο Χριστός είναι η ομπρέλα μας που μας σκεπάζει και εμείς φεύγουμε από την ομπρέλα, φύγαμε από τη σκέπη του Θεού και άρα τι περιμένουμε; Βλέπετε πως κυκλοφορεί ο Πάπας με ένα κουβούκλιο αλεξίσφαιρο το οποίο δεν μπορεί να διαπεράσει καμμία σφαίρα; Έτσι λοιπόν εμείς οι χριστιανοί, έχουμε για αλεξίσφαιρο κουβούκλιο τη χάρη του Θεού, έχουμε σαν προσταστία την ομπρέλλα του Θεού. Αν όμως εμείς εγκαταλείπουμε την προστασία του Θεού, φεύγουμε μακριά από την ομπρέλλα της χάριτός Του και όλο και ξεμακραίνουμε, τότε μην παραπονιώμαστε για τα δεινά που μας βρίσκουν. Όταν φεύγουμε από τον Χριστό και απομακρυνόμαστε, τότε που πάμε; Κατά διαβόλου προφανώς. Άρα, τρέχουμε γρήγορα να συναντήσουμε τον διάβολο. Ούτε καν ο Αντίχριστος δεν θα προλάβει να έλθει γιατί θα τον έχουμε προλάβει εμείς στο δρόμο και θα τον συναντήσουμε νωρίτερα. Ας επιστρέψουμε λοιπόν κάτω από την ομπρέλλα του Θεού, όσο είναι ακόμα καιρός, όσο ακόμα το έλεος του Θεού μας χαρίζει ημέρες μετανοίας, να προλάβουμε να γίνουμε φως και να ενωθούμε με το Φως. Φαντάζεσθε να τελειώσει η ζωή μας, να φύγει η ψυχή μας για την άλλη ζωή, για να συναντήσει τον Χριστό, αλλά να βρίσκεται ακόμη στο σκοτάδι; Δεν θα μπορέσω να ενωθώ με το Φως, με τον Χριστό μου. Για να ζήσω μαζί Του, πρέπει να έχω γίνει φως ήδη από αυτή τη ζωή. Πρέπει από αυτή τη ζωή να έχω γίνει εγώ Φως και να φωτίζω το δρόμο και στους άλλους. Διότι το φως μόνο με το Φως ενώνεται και ποτέ με το σκότος. Και όπως είπαμε, τον δρόμο για να ενωθώ με το φως, τον τρόπο και τις μεθόδους που πρέπει να ακολουθήσω για να γίνω φως και να ενωθώ με τον Χριστό, θα μου τους δείξει ένας κληρικός που γνωρίζει τον δρόμο, που με πήρε από το χέρι και με οδηγεί στον Παράδεισο. Ο ίδιος γνωρίζει τον δρόμο για τη Βασιλεία των Ουρανών και με οδηγεί και εμένα όπως και τόσες άλλες ψυχές στον ίδιο σκοπό. Ο καθένας από εμάς, ακολουθεί τον ιερέα της ενορίας του, τον πνευματικό του, τον ηγούμενό του, τον επίσκοπό του, ικετεύοντάς τον “οδήγησέ με Πάτερ μου στη Βασιλεία των Ουρανών, οδήγησέ με στον Χριστό μου, τον Οποίο αγαπώ και με τον Οποίο θέλω να ζήσω, για τον Οποίο αγωνίζομαι, θυσιάζομαι, νηστεύω, στον Οποίο γονατίζω και προσεύχομαι και του Οποίου κοινωνώ το Άχραντο Σώμα και Τίμιο Αίμα, για να γίνω φως και να συζήσω μαζί Του”.

Ας αναλογισθούμε τι θα γίνει για τον καθένα από εμάς, αν φθάσει η ώρα του θανάτου του και δεν έχουμε γίνει φως. Γι αὐτό είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη, για φωτισμένους κληρικούς που γνωρίζουν να οδηγήσουν τις ψυχές μας στην αγκαλιά του Χριστού, στην Ουράνιο Βασιλεία Του. Χρειαζόμαστε κληρικούς όπως ο Μωϋσής που οδήγησε σωστά τον λαό του από την Αίγυπτο, πίσω στη Γη της Επαγγελίας, αφού πρώτα πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα “αβρόχοις ποσί” και ολόκληρη την έρημο, ώσπου έφθασαν στον τελικό σκοπό τους.

Εμείς τελικά, βλέποντας τον κόσμο που οδηγείται, παρατηρώντας που βαδίζει η κοινωνία μας, δυστυχώς οδηγούμε τον κόσμο προς την ύλη που δεν έχει καμμία σχέση με τον τελικό σκοπό, καμμία σχέση με το Φως, καμμία σχέση με τον Χριστό. Οι ελάχιστοι γεροντάδες, οι μοναχοί η οι λαϊκοί, που βιώνουν την Αλήθεια και πορεύονται προς το Φως, είναι τόσοι ελάχιστοι που δεν ανατρέπουν πλέον την κατάσταση. Αυτές οι “φλόγες” της εποχής μας, που καίγονται για την αγάπη του Χριστού, είναι τόσο λίγες που δυστυχώς δεν γυρίζουν το ποτάμι πίσω. Χρειαζόμαστε όχι λίγες φλόγες, αλλά δυνατούς και πολλούς προβολείς που να δείχνουν προς το σκοπό μας, να δείχνουν πάλι προς τον Χριστό γιατί Αυτός είναι ο Σωτήρας μας και μόνο Αυτός μπορεί να μας σώσει όλους. Αμήν.