Συναξαριακές Μορφές

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος από το Ψάρι Κορινθίας

14 Φεβρουαρίου 2010

Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 14 Φεβρουαρίου 1554

Ο Άγιος καταγόταν από το Ψάρι Κορινθίας. Είχε ευσεβείς γονείς, τον Ιωάννη και την Καλή. Δώδεκα ετών έμεινε ορφανός, έφυγε από το χωριό του και πήγε κι εγκαταστάθηκε στη Σηλυβρία της Θράκης. Έζησε εκεί με φόβο Θεού, εργαζόμενος ως παντοπώλης. Αργότερα νυμφεύτηκε και απέκτησε παιδιά , τα οποία ανέτρεφε χριστιανικά. Αν και είχε πολλές μέριμνες , αυτό δεν τον εμπόδιζε να φροντίζει για τη σωτηρία του. Έδινε ελεημοσύνη στους φτωχούς και εκκλησιαζόταν τακτικά.

Εκείνη την εποχή έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως ήταν κάποιος Σινάν , ο οποίος φερόταν με μεγάλη σκληρότητα στους Χριστιανούς. Κάποιοι Τούρκοι συνάδελφοί του αγίου, από φθόνο , επειδή πούλαγε περισσότερα προϊόντα από αυτούς, τον κατηγόρησαν ότι έβρισε τον Μωάμεθ ως ψευδοπροφήτη . Τον έφεραν λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη και τον παρέδωσαν στον σκληρό εκείνο έπαρχο.

Ο Νικόλαος ,χωρίς να φοβηθεί, με πολλή γενναιότητα, ομολόγησε τη χριστιανική του πίστη και ήλεγξε ως ψευδή τη θρησκεία των Μουσουλμάνων. Ο έπαρχος διέταξε να τον ραβδίσουν τόσο πολύ που μάτωσαν τα νύχια των ποδιών του και να τον ρίξουν στη φυλακή. Μετά από τέσσερις ημέρες τον οδήγησαν πάλι στον έπαρχο, ο οποίος τάζοντάς του τιμές και αξιώματα προσπαθούσε να τον εξισλαμίσει. Ο άγιος αντίθετα έμενε περισσότερο σταθερός στην πίστη, αποκαλώντας τον ψευδοπροφήτη τους Μωάμεθ υιό του διαβόλου.

Τον έδεσαν τότε με αλυσίδες από τον λαιμό , τον έντυσαν με μια ψάθα και τον έσερναν στην πόλη. Επειδή ούτε και με αυτό κάμφθηκε αλλά μάλλον δυνάμωσε περισσότερο, με διαταγή του επάρχου , άναψαν φωτιά στον Ιππόδρομο αλλά δεν τον έβαλαν όλο επάνω , ώστε να καίγεται λίγο λίγο και να είναι οι πόνοι δριμύτεροι και αφόρητοι . Τον βασάνισαν αρκετή ώρα .Ο άγιος δεν μπορούσε πλέον να στέκεται και έγειρε το κεφάλι του δεξιά. Ο δήμιος τότε τέντωσε τις αλυσίδες στο λαιμό του και τον αποκεφάλισε με ξίφος.

Το άγιο λείψανό του κάηκε στη φωτιά και μόνο την τιμία κάρα του κατόρθωσε κάποιος Χριστιανός να αγοράσει πληρώνοντας είκοσι χρυσά νομίσματα στον δήμιο και την έστειλε στην μονή του Αγίου Αθανασίου στα Μετέωρα.