Θεολογία και Ζωή

Μήπως είσαι καθυστερημένος που πιστεύεις;

11 Μαρτίου 2010

 

Ο Διάβολος

 Σήμερα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αρνούνται την ύπαρξή του, έστω κι αν αυτοί οι ίδιοι πολλές φορές, όταν νευριάζουν με κάποιον, τον… στέλνουν σ’ αυτόν! Το να αρνείται όμως κανείς τον κόσμο των πνευμάτων, δηλαδή αγγέλους και δαίμονες, δείχνει μια περίεργη εγωιστική αντίληψη. Γιατί άραγε ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει, ότι αυτός είναι η μοναδική ύπαρξη στον κόσμο και δεν επιθυμεί να τον μοιράζεται και με άλλα όντα; Η αρνητική αυτή στάση πολλών σημερινών ανθρώπων απέναντι στην ύπαρξη του διαβόλου γίνεται ακόμη πιο ανεξήγητη, όταν αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι δέχονται ότι μπορεί στο αχανές σύμπαν να ζουν και άλλες υπάρξεις, που πιθανόν να είναι πολύ διαφορετικές από τις δικές μας.

Αλλά τί είναι ο διάβολος; Αν θα ’θελε κανείς να τον χαρακτηρίσει, χρησιμοποιώντας σύγχρονη ορολογία, θα μπορούσε να πει ότι είναι η προσωποποίηση του κομπλεξικού. Είναι, δηλαδή, το πρόσωπο εκείνο που νιώθει στα τρίσβαθα του ότι «πήρε τη ζωή του λάθος», αλλά που ταυτόχρονα δεν θέλει να το παραδεχτεί. Αυτή η διάσπαση τον υποχρεώνει να βρίσκεται σε μια διαρκή κινητικότητα και δραστηριότητα για να κάνει το κακό, με σκοπό να αυτοεπιβεβαιώνει συνεχώς τη λανθασμένη απόφαση που πήρε κάποτε. Έτσι διαλέγει ασυναίσθητα ένα νέο τρόπο ζωής διαφορετικό από τον αληθινό προορισμό του για να καταπνίγει την εσωτερική του κρίση. Είναι ο τύπος, τηρουμένων των αναλογιών, του Δον Ζουάν, του αιώνιου εκείνου εραστή, που, επειδή δεν μπορεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί πραγματικά, είναι υποχρεωμένος να επιδίδεται σε συνεχείς κατακτήσεις, ώστε, με το υποκατάστατο των εφήμερων επιτυχιών του, να ξεγελά την εσωτερική του αδυναμία.

Το γεγονός ότι ο διάβολος είναι κομπλεξικός σημαίνει, ότι το κακό που κάνει, αποτελεί γι’ αυτόν μια βαθιά ανάγκη της ελλειπτικής υπάρξεώς του. Είναι, δηλαδή, ένα δυστυχισμένο πρόσωπο με μια βαριά μοίρα.

Από τα παραπάνω όμως βγαίνει ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα. Το γεγονός ότι στον κόσμο υπάρχει τόσο κακό, αποτελεί ταυτόχρονα και μαρτυρία της αδυναμίας του, μια και το κακό αυτό είναι αποτέλεσμα μιας δραστηριότητας, που στόχο έχει περισσότερο την αυτοπροστασία και αυτοσωτηρία του ενεργούντος παρά την πραγματοποίηση αυτού του ίδιου του κακού. Ταυτόχρονα το γεγονός ότι στον κόσμο υπάρχει τόσο κακό, για τον λόγο που περιγράψαμε προηγουμένως, αποδεικνύει ότι η τελική νίκη είναι με τον Θεό.

Να γιατί ο Θεός δεν χρειάζεται τη διαφήμιση που κάνει ο φτωχός αντίπαλός του. Ο Θεός είναι ο άρχοντας κι ο μεγαλονοικοκύρης που είναι σίγουρος για τη δύναμή του και γι’ αυτό δεν καταδέχεται να εμπλέκεται σε συναγωνισμούς με τον μικρό αντίπαλό του. Ξέρει το παιχνίδι του και τον αφήνει να το παίζει, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει και τον τρόπο να μετατρέπει την κακόβουλη δραστηριότητά του για το συμφέρον του και βασικά για το συμφέρον των ανθρώπων του.

  Η Πίστη

 Σήμερα εάν πιστεύει κανείς σε Θεό θεωρείται, ότι είναι λίγο-πολύ καθυστερημένος. Θεωρείται, ότι είναι ένας άνθρωπος κάπως αγαθός και αφελής, δηλαδή ένας άνθρωπος που δεν τα πάει καλά με τη λογική και την εξυπνάδα. Είναι όμως έτσι;

Πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να παρατηρήσουμε ότι η πίστη είναι καθολικό φαινόμενο. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στον άνθρωπο, αλλά χαρακτηρίζει και τα ζώα. Ας μην ξεχνάμε, ότι οι άνθρωποι έχουν αναγείρει ανδριάντες σε πιστούς σκύλους, ενώ κάθε ένας από μας έχει ακούσει ή έχει να διηγηθεί ιστορίες για πιστά ζώα, όχι μόνο για σκύλους, αλλά και για άλογα κ.λπ.

Αν έλθουμε στο χώρο που επικρατεί κατεξοχήν η λογική, δηλαδή στο χώρο της επιστήμης, και πάλι η πίστη παίζει ένα βασικό ρόλο. Όσοι ασχολούνται με την έρευνα δεν καταπιάνονται με το επίπονο έργο να ελέγχουν από την αρχή ούτε όλες τις επιστημονικές αλήθειες, αλλά ούτε ακόμη και τα συμπεράσματα των άλλων ερευνητών. Αντίθετα βασίζονται σ’ αυτά και προχωρούν για να θέσουν το δικό τους λιθαράκι.

Αν έλθουμε σ’ έναν άλλο χώρο που επικρατεί ο ψυχρός υπολογισμός, δηλαδή στο χώρο του εμπορίου και της οικονομίας, και πάλι η πίστη δίνει μια δυναμική παρουσία. Όσο κι αν τον έμπορο τον προστατεύει ο νόμος, ο ίδιος δεν αρκείται μόνο σ’ αυτό, αλλά, όταν έχει να κάνει κάποια σοβαρή συναλλαγή, ζητεί να μάθει για την ποιότητα του αντισυμβαλλόμενου. Το ερώτημα αν έχει «πίστη» είναι πολύ συνηθισμένο στον εμπορικό κόσμο. Αλλά και ο απλός πελάτης, για τη μικρή του συναλλαγή, δεν πηγαίνει στον οποιοδήποτε έμπορο, αλλά σε εκείνον που «πιστεύει» ότι δεν θα τον γελάσει. Σκεφτήκαμε άραγε ποτέ γιατί μια σύγχρονη Τράπεζα, δηλαδή ένας οργανισμός που ασχολείται μόνο με χρήματα, νόμισε ότι είναι χρήσιμο και συμφέρον για τη δουλειά της να πάρει την ονομασία «Τράπεζα Πίστεως»;

Βέβαια η πίστη στις παραπάνω περιπτώσεις δεν είναι στερημένη από κάθε είδος έλεγχου. Και στην επιστήμη γίνεται πολλές φορές ο επανέλεγχος και στο εμπόριο καταβάλλονται φροντίδες να υπάρχουν διασφαλίσεις, ώστε το ποσοστό της πίστεως να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρό.

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στη ζωή του ανθρώπου, που ο έλεγχος, όσο κι αν επιδιώκεται, δεν μπορεί να είναι -από τη φύση των πραγμάτων- αποτελεσματικός. Τότε το ποσοστό της πίστεως είναι μεγαλύτερο. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούν τις κάθε είδους σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Σαν παράδειγμα φέρνουμε το γάμο. Ρωτάμε, παίρνουμε πληροφορίες, ζυγίζουμε τον άλλο από τις επαφές που έχουμε μαζί του, στο τέλος όμως η απόφαση παίρνεται μέσα από την πίστη ότι υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό πιθανότητας για μια αρμονική συμβίωση.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο έλεγχος είναι ουσιαστικά αδύνατος. Τότε η πίστη είναι ουσιαστικά απόλυτη. Κάποιος μας διηγείται ένα όνειρο του.

Καμιά δυνατότητα δεν υπάρχει για να το ελέγξουμε. Δηλαδή ο έλεγχος είναι ουσιαστικά αδύνατος. Το πιστεύουμε έχοντας βοήθεια από γεγονότα που κείνται έξω από το όνειρο, όπως π.χ. τη σοβαρότητα του ανθρώπου που μας το διηγείται. Ήταν ο Χριστός υπαρκτό πρόσωπο; Κανείς δεν μπορεί να το ελέγξει. Γι’ αυτό παλιότερα αρκετοί αμφισβήτησαν την ύπαρξή του, επειδή αμφέβαλλαν για την αξιοπιστία των Ευαγγελίων. Σήμερα πάλι κανείς από τους ερευνητές δεν αμφιβάλλει ότι ο Χριστός ήταν ιστορικό πρόσωπο.

Η πίστη στον Θεό κινείται περίπου πάνω σ’ αύτη τη γραμμή. Για την ύπαρξη του Θεού δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος. Η πίστη είναι ουσιαστικά απόλυτη. Η πίστη όμως αυτή γίνεται αποδεκτή από τη σοβαρότητα των ανθρώπων που κηρύττουν την ύπαρξη του Θεού και από ένα σωρό άλλα ενδεικτικά γεγονότα, όπως το φαινόμενο της θρησκείας κ.λπ.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η πίστη στον Θεό δεν είναι ούτε γεγονός αυθαίρετο ούτε πάλι κάτι που σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με το θέμα Θεός.

Τώρα ας έλθουμε, από την πίστη γενικά προς τον Θεό, στον άνθρωπο που πιστεύει. Είπαμε στην αρχή ότι σε πολλούς γίνεται αντικείμενο ειρωνείας. Έχουν όμως αντικειμενικά δίκιο;

Θα φέρουμε ένα παράδειγμα από τη σεξουαλική ζωή. Φανταστείτε ένα αγόρι γύρω στα εφτά με οκτώ του χρόνια… Ένα άλλο στα δεκαπέντε του, του λέει πονηρά-πονηρά, πάνω στους πρώτους του ενθουσιασμούς, ότι ο έρωτας έχει πολύ ενδιαφέρον. Ο μικρός θα τον κοιτάξει σίγουρα χαζά και θα συνεχίσει να παίζει με το όπλο του τη μάχη, που είναι γι’ αυτόν το πιο ενδιαφέρον πράγμα στον κόσμο. Ωστόσο κάποτε ο μικρός θα μεγαλώσει. Θα φτάσει κι αυτός τα δεκαπέντε. Και τότε θα ανακαλύψει ότι ο έρωτας είναι πραγματικά κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από τη μάχη!

Μέσα στον ίδιο άνθρωπο, μέσα σε λίγα χρόνια, δημιουργήθηκαν δυο εμπειρίες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους! Αν ο μικρός ειρωνευόταν το μεγάλο αγόρι, όταν του μιλούσε για τον έρωτα, κι εμείς τύχαινε να πληροφορηθούμε τη συζήτηση, θα αντιμετωπίζαμε τη γεμάτη αθωότητα αφέλεια του μικρού με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο.

Κάτι ανάλογο πρέπει να συμβαίνει και με την πίστη. Στ’ αλήθεια η πίστη είναι μια φοβερή εμπειρία. Είναι κάτι που συνεπαίρνει ολόκληρο τον άνθρωπο και έχει δύναμη πολύ πιο μεγάλη από τον έρωτα. Απόδειξη ότι πολλοί άνθρωποι για χάρη της πίστεως αρνήθηκαν οριστικά στη ζωή τους τον έρωτα και το κυριότερο είναι ότι δεν μετάνιωσαν για την απόφασή τους αυτή.

Όταν, λοιπόν, ένας, που δεν νιώθει τη φοβερή αυτή εμπειρία της πίστεως, ειρωνεύεται κάποιον που ζει στην πίστη, μήπως δικαιούται να εισπράξει κι αυτός, στην καλύτερη περίπτωση, ένα συγκαταβατικό χαμόγελο; Πολύ φοβούμαι, ότι αυτοί που, από άγνοια τους, ειρωνεύονται όσους πιστεύουν, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να μαρτυρούν την πνευματική τους φτώχεια.

 ( Ηλίας Βουλγαράκης, Ποιος αγαπάει αληθινά, Εκδ. Μαΐστρος).