Θεολογία και Ζωή

Εξαρτάται πως το βλέπεις!

20 Μαρτίου 2010

Το να ισχυρισθεί κανείς, ότι ο χριστιανισμός είναι υπέρμαχος της ελευθερίας, θα φανεί σε πολλούς, το λιγότερο, περίεργο. Όλος αυτός ο κόσμος των απαγορεύσεων, των κανόνων, των επισειομένων απειλών της κολάσεως έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο χριστιανισμός είναι ένα ανελεύθερο σύστημα.

Μια προσπάθεια για αντικειμενική ερμηνεία του φαινομένου αυτού, όπου θα εξετάζονταν οι παρεξηγήσεις που κάνει ο κόσμος σε βάρος του χριστιανισμού, αλλά και οι ευθύνες των χριστιανών για τις παρεξηγήσεις αυτές, θα έπαιρνε μεγάλο μάκρος.

Πριν προχωρήσουμε στη διατύπωση ορισμένων συγκεκριμένων σκέψεων για την ελευθερία θα ’πρεπε να γίνει ένα μικρό σχόλιο πάνω στην εντύπωση που έχει ο κόσμος για τις απαγορεύσεις του χριστιανισμού. Θα μιλήσουμε με παραδείγματα. Ένας οποιοσδήποτε αθλητής που έχει ή θέλει να έχει πραγματικές επιδόσεις στο στίβο, υπακούει σε αυστηρούς κανόνες ζωής όχι μόνο για να βγει νικητής, αλλά και για να διατηρήσει τη φόρμα του. Το ίδιο ισχύει για καθέναν που έχει ιδιαίτερες φιλοδοξίες να αναδειχθεί σε κάτι το αξιόλογο, από την τέχνη και τα γράμματα μέχρι την επιστήμη και το εμπόριο. Τις στερήσεις που επιβάλλει στον εαυτό του, διαφορετικές πάντα για κάθε είδους επιδίωξη, τις αποδέχεται, όσο κι αν είναι βαριές, με την πεποίθηση ότι του είναι χρήσιμες για να επιτύχει τον προορισμό του. Εκείνοι μάλιστα που έχουν έντονες φιλοδοξίες και που ταυτόχρονα οι προσπάθειες τους φέρνουν αποτελέσματα, τόσο συνεπαίρνονται από την επιτυχία, ώστε κάθε είδους στέρηση, όσο κι αν αυτή τους κουράζει, τους φαίνεται μικρή. Αντίθετα, όσοι από τους κοινούς θνητούς, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, δεν συμμερίζονται τις φιλοδοξίες των κάθε είδους «ρέκορντμεν» της τέχνης, της επιστήμης ή της ζωής βλέπουν τις στερήσεις, στις οποίες υποβάλλονται, σαν πράξεις που δεσμεύουν την ελευθερία. Δηλαδή το όλο θέμα είναι θέμα οπτικής γωνίας.

Και στο θέμα των απαγορεύσεων του χριστιανισμού συμβαίνει το ίδιο. Όσοι έχουν τη «φιλοδοξία» να διαπρέψουν σ’ ένα αγώνισμα, που είναι και το πιο δύσκολο, όπως το αγώνισμα να κάνει κανείς τον εαυτό του σωστό άνθρωπο, και που δέχονται σαν «τεχνική προπονήσεως» τον Χριστιανισμό, είναι φυσικό τις στερήσεις που επιβάλλει να τις καλοδέχονται. Μερικοί μάλιστα όπως οι μοναχοί, όχι μόνο να τις καλοδέχονται, αλλά προσθέτουν αυτοπροαίρετα πάνω σ’ αυτές κι άλλες πολλές! Αντίθετα, όσοι δεν συμμερίζονται τον χριστιανικό τρόπο ζωής, βλέπουν τις απαγορεύσεις του σαν κάτι το ανελεύθερο.

Από το σημείο όμως αυτό και πέρα ξεκινά ένα βασικό ερώτημα για το τι είναι ελευθερία. Είναι η ελευθερία μια αυταξία ή είναι προϋπόθεση για κάτι άλλο; Από το δεύτερο αυτό ερώτημα βγαίνει η διάκριση μεταξύ ελευθερίας «από κάτι» και ελευθερίας «για κάτι», δηλαδή για δυο μορφές ελευθερίας, που η πρώτη είναι προϋπόθεση για τη δεύτερη, αλλά και που η δεύτερη είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της πρώτης.

Η απελευθέρωση από κάθε δέσμευση (ελευθερία από κάτι) είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Όταν όμως το επίτευγμα αυτό κατορθωθεί, πρέπει να συντηρηθεί από «την τριβή του χρόνου και την έλξη της γης». Και η συντήρηση αυτή δεν γίνεται με το να λέμε κάθε φορά «κάνω αυτό που θέλω», γιατί τις περισσότερες φορές παύουμε να θέλουμε ελεύθερα. Η ελευθερία του τοξικομανούς να αποζητά τη δόση είναι η έσχατη δουλεία. Και η ελευθερία να αμαρτάνω είναι επίσης μια φοβερή δουλεία. Και είναι δουλεία γιατί αργότερα, όταν θελήσω να σταματήσω δεν θα μπορώ να πάψω να αμαρτάνω. Η συντήρηση, λοιπόν, της ελευθερίας γίνεται με το να την αφιερώσουμε στην υπηρέτηση κάποιου ιδανικού (ελευθερία για κάτι).

Βάζοντας στον εαυτό μας ως σκοπό να κατακτήσουμε ένα άθλημα, και επιδιδόμενοι σε ασκήσεις, κρατάμε το σώμα μας σε φόρμα, δηλαδή το κρατάμε ελεύθερο από τη σκουριά του χρόνου. Αποζητώντας κανείς να ζήσει τη χριστιανική ζωή, δηλαδή να υποτάξει την ελευθερία του σ’ ένα μεγάλο σκοπό, αποδέχεται την άσκηση και καταφέρνει έτσι να ζει αρμονικά με τον εαυτό του, μ’ άλλα λόγια είναι ελεύθερος.

Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα, ότι τα «μη» του χριστιανισμού δεν είναι μια πράξη ανελευθερίας, αλλά αντίθετα μια ουσιαστική βοήθεια για την κατάκτηση της αληθινής ελευθερίας.

Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά γιατί ο χριστιανισμός στην ουσία του είναι ένα γεγονός ελευθερίας. Με τη διατύπωση αυτή ξαναρχόμαστε στη σειρά του λόγου μας.

Πάλι θα μιλήσουμε με δύο παραδείγματα.

Το πρώτο παράδειγμα το παίρνουμε από την ενανθρώπηση. Γιατί άραγε ο Λόγος, ερχόμενος στη γη, φόρεσε ανθρώπινη σάρκα και όχι μια διαστρική ή διαμαντένια; Γιατί άραγε ήλθε τόσο ταπεινά με το να καταδεχτεί να γεννηθεί πρώτον, και δεύτερον με το να γεννηθεί μ’ ένα άσημο τρόπο σ’ ένα άσημο μέρος, ενώ θα μπορούσε να ερχόταν τέλειος άνδρας, να γεννιόταν επίσημα στα Ιεροσόλυμα και να συνοδευόταν από στρατιές αγγέλων;

Η μόνη απάντηση είναι γιατί σεβάστηκε την ελευθερία των ανθρώπων. Όπως ο Θεός, που σέβεται την ανθρώπινη ελευθερία, δεν την εκβιάζει με την παρουσία του αλλά στέκεται απέναντι σε πιστούς και απίστους με μια διακριτική απόσταση, έτσι συνέβη και με τον Λόγο. Η ενσάρκωση, όπως και μετά η σταύρωση, στάθηκε πάντα ένα αγκάθι στο λογισμό των Ελλήνων και στη συνείδηση των Εβραίων. Έτσι όποιος δεχόταν τον Χριστό ως σωτήρα, θα έπρεπε να ξεπεράσει ορισμένες δυσκολίες.

Αλλά και γι’ αυτούς που δέχονταν τον Χριστό ως σωτήρα, ο Θεός δεν θέλησε να νιώθουν την ευεργεσία που τους έκανε σ’ όλο της το βάρος, γιατί τότε υπήρχε κίνδυνος να συντρίψει την ελευθερία των ανθρώπων αυτών, έτσι που η από μέρος τους αποδοχή του Χριστού να δεσμευτεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι πια μια πράξη συνεχούς καταφάσεως, δηλαδή μια πράξη που να προέρχεται από μια διαρκή κίνηση ελευθερίας.

Τη θέληση αυτή του Θεού τη μαρτυρεί, όπως λένε οι Πατέρες, η εντολή που έδωσε στον Αβραάμ να θυσιάσει τον γιό του. Ας παρακολουθήσουμε την ερμηνεία που κάνουν στο γεγονός της θυσίας. Λένε, ότι ο Θεός δεν διέταξε τον Πατριάρχη να θυσιάσει τον Ισαάκ για να ελέγξει την πίστη του. Ο λόγος ήταν άλλος και είχε σχέση με το σχέδιο της θείας οικονομίας. Ο Θεός προβλέποντας, όπως λένε οι Πατέρες, ότι θα στείλει τον Υιό του στη γη να θυσιαστεί, και θέλοντας να μη συντρίψει με το βάρος της ευεργεσίας του αυτής τον άνθρωπο, προσπάθησε να βρει ένα τρόπο για να την αποκρύψει. Με το να θυσιάσει ο Αβραάμ τον γιό του, έρχεται ο Θεός και λέει ότι τη θυσία του δικού του Υιού δεν πρέπει οι άνθρωποι να την αντιληφθούν ως χάρη και ως δωρεά, αλλά ως εξόφληση χρέους, μια και πρώτοι οι άνθρωποι, στο πρόσωπο του Αβραάμ, έκαναν το μεγάλο αυτό κατόρθωμα, που έρχεται στη συνέχεια να το κάνει ο Θεός!

Με αυτή την ερμηνεία της θυσίας του Αβραάμ, που κάνουν οι Πατέρες, δείχνουν πόσο βαθιά αυτοί οι ίδιοι βίωναν τη σημασία που έχει η ελευθερία για τον άνθρωπο!

Το δεύτερο παράδειγμα το παίρνουμε από τη σχέση του Θεού με τον διάβολο. Θα ήταν ίσως πολύ τιμητικό για τον διάβολο να τον χαρακτηρίσουμε ως αντίπαλο του Θεού! Όχι μόνο από άποψη συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και από την άποψη της κακοποιού διαθέσεως του διαβόλου. Το κακό που επιχειρεί να κάνει ο διάβολος δεν το κάνει τόσο για το κακό, όπως είπαμε και παραπάνω, αλλά για τον εαυτό του, σαν μια πράξη, μέσα στο κόμπλεξ του, αυτοεπιβεβαιώσεως για τον τραγικό δρόμο που διάλεξε, όταν, από εγωισμό, διέσπασε τη σχέση του με τον Θεό. Ακριβώς γι’ αυτό στα πρωτοχριστιανικά κείμενα, αλλά και στα μεταγενέστερα, λέγεται ότι ο διάβολος σε σχέση με τον άνθρωπο «τόνον έχει, φόβον ουκ έχει».

Αυτόν, λοιπόν, τον διάβολο, τον, ας πούμε, αντίπαλο του Θεού, ο Θεός τον αγαπά. Τον αγαπά γιατί είναι δημιούργημά του. Τον αγαπά επίσης γιατί στην ουσία του είναι καλός, μια και είναι δημιούργημα του Θεού. Κακός είναι στην πρόθεσή του. Τον αγαπά τέλος για την τραγικότητά του. Γιατί η αμαρτία είναι η πιο μεγάλη τραγωδία κάθε υπάρξεως. Αυτή η αγάπη του Θεού σαν απάντηση στην ανταρσία του διαβόλου είναι και η πιο βαθιά του κόλαση. Ο Θεός απαντώντας στην παρεκτροπή του διαβόλου με την αγάπη, τον αφήνει απόλυτα εκτεθειμένο για την πράξη του, εφόσον δεν μπορεί να έχει έστω και την ελάχιστη εκείνη ικανοποίηση για την παρεκτροπή του, ότι έθιξε τον «αντίπαλο» του ή ότι έστω τιμωρήθηκε από αυτόν. Το χρέος του διαβόλου παραμένει ανεξόφλητο.

Αλλά ο Θεός δεν αγαπάει μόνο τον διάβολο, άλλα και προνοεί γι’ αυτόν. Γιατί, αν ο Θεός αφαιρούσε την προστασία του απ’ αυτόν, ο διάβολος, σαν δημιούργημά του, δεν θα μπορούσε να σταθεί στην ύπαρξη. Η στάση αυτή του Θεού απέναντι στον «αντίπαλο» του, μια στάση ανεξήγητη και ανεφάρμοστη για ανθρώπινα μέτρα, μαρτυρεί πόσο ο Θεός σέβεται την ελευθερία και αυτού ακόμη του διαβόλου!

(Ηλία Βουλγαράκη, «Ποιός αγαπάει αληθινά». Εκδ. Μαΐστρος 2007)