Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν

22 Μαρτίου 2010

Ως γνωστόν ο Διονύσιος Σολωμός είναι ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές και μάλιστα χαρακτηρίζεται ως Εθνικός μας Ποιητής.

Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν μπορεί παρά να κρύβει πίσω του πληθώρα έργων που συνδυάζουν την ποσότητα με την ποιότητα, γραμμένα από το χέρι αυτού του τόσο διακεκριμένου Έλληνα.

Αρχηγός της Επτανησιακής σχολής, ηγέτης του νεοελληνικού έμμετρου λόγου, που ουσιαστικά αρχίζει μετά από αυτόν και, τέλος, Εθνικός της Ελλάδας γιατί έγραψε τον Εθνικό μας Ύμνο, γιατί ύμνησε τον Εθνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας, και γιατί πρώτος χρησιμοποίησε στον ποιητικό και πεζό του λόγο την εθνική λαϊκή μας γλώσσα, τη δημοτική.

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν

Πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημα του Σολωμού της περιόδου 1818-1824 και πλέον γνωστό είναι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος. Το ποίημα γράφτηκε σε ένα μήνα, το Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο, στο λόφο του επιστήθιου φίλου του Σολωμού, του Λουδοβίκου Στράνη. Μελοποιήθηκε το 1828 από το Νικόλαο Μάντζαρο και καθιερώθηκε ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας το έτος 1864 μετά την Ένωση της Επτανήσου. Αποτελεί δε το μοναδικό Εθνικό Ύμνο που εξυμνεί την ελευθερία.

Γράφοντας τον «Υμνο εις την Έλευθερίαν» το 1823, συνέβαλε ποιητικά στον εθνικό μας αγώνα. Σε αυτό το ποίημα ο Σολωμός συνδυάζει στοιχεία από το ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες ενώ στους στίχους παρατηρούμε εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων.

Ο ποιητής οραματίζεται την Ελευθερία οπλισμένη με σπαθί, που έχει κόψη τρομερή, μαχόμενη να κόψει τα δεσμά της σκλαβιάς, όπου γης, μιας και με βία μετράει τη γη, σαν να θέλει με μιάς ολόκληρη να απλωθεί.

Πιστεύει ότι θεμελιώνεται στη θυσία, ότι απ’ αυτήν τρέφεται και αντριεύει, μιας και την βλέπει να βγαίνει απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά, όπως και πρώτα αντρειωμένη.

Μέσα στις 158 τετράστιχες στροφές του «Ύμνου» ο ποιητής ανατρέχοντας τον επαναστατικό αγώνα του Εικοσιένα, βροντοφωνεί και πάλι την πολεμόχαρη κραυγή του Ρήγα «… Η τη νίκη η τή θανή, συμβουλεύει, τονώνει την πίστη των μαχητών, διακηρύσσει την αδερφική ομόνοια, βέβαιος ότι η ομόνοια οδηγεί στη νίκη: «… Πάντα η νίκη αν ενωθείτε πάντα εσάς θ’ ακολουθεί ».

Στις δύο πρώτες στροφές του Ύμνου, οι οποίες αποτελούν τον Εθνικό μας Ύμνο, ο Σολωμός κάνει ένα χαιρετισμό προς την Ελλάδα – Ελευθερία. Ταυτίζει την Ελλάδα με την Ελευθερία και μάλιστα την υμνεί με λόγια που εκείνη ποτέ δεν άκουσε. Αξιοσημείωτο είναι το ότι της προσδίδει σάρκα και οστά, την προσωποποιεί, και της απευθύνει το λόγο σε δεύτερο ενικό πρόσωπο.

Στις στροφές 3 με 16 αναφέρεται στις προσπάθειες της θαμμένης Ελευθερίας καθώς και στο δίλημμα που τίθεται από τους Έλληνες και δεν είναι άλλο από το γνωστό μας «Ελευθερία ή Θάνατος».

Αναλυτικότερα:

Η Ελευθερία περιγράφεται στο ποίημα πικραμένη γιατί διώχτηκε από το μόνιμο τόπο κατοικίας της, την Ελλάδα. Όμως, παρόλο που δεν ‘άκουγε’ να γίνεται λόγος γύρω από το όνομά της, εκείνη υπομένει και ταυτόχρονα ελπίζει. Οι υποσχέσεις είναι ψευδείς (στρ. 11), το όλο κλίμα καταλήγει σε ειρωνεία προς αυτήν (στρ. 12). Αυτό την κάνει να επανέρχεται από τον τάφο και να σωριάζεται από τη λύπη της (στρ. 13, 14). Όμως και οι Έλληνες δεν αισθάνονται καλύτερα και γι’ αυτό θέτουν το δίλημμα ‘Ελευθερία ή Θάνατος’, αφού αντιλαμβάνονται πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.

Εν συνεχεία, στις στροφές 17-34 το κλίμα αρχίζει να διαφοροποιείται: Ήρθε η ώρα των Ελλήνων να ελευθερώσουν την πατρίδα τους γιατί στα τόσα χρόνια υποδούλωσής τους κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, ένα πράγμα κατάλαβαν πολύ έντονα : η τυραννία είναι φρικτή και πλέον δεν μπορούν να την υφίστανται. Γι’ αυτό, μέσα στη γαλήνη που απλώνονταν ξαφνικά γίνεται το ξέσπασμα (στρ. 18). Η συγκίνησή τους είναι μεγάλη και θεωρούν υποχρέωσή τους να μεταφέρουν το χαρμόσυνο μήνυμα στην Ελευθερία (στρ. 19-20).

Η Αγγλία ξαφνιάζεται από την απότομη τροπή των γεγονότων και έχει υποψίες, ενώ ο καγκελάριος Μέτερνιχ παρομοιάζεται με αετό. Οι Τούρκοι συμπεριφ έρονται σαν άγρια θηρία κατασπαράζοντας τα πάντα στο διάβα τους, νομίζοντας πως θα έχουν καλύτερα αποτελέσματα (στρ. 26), ωστόσο η Ελλάδα παραμένει ακλόνητη (στρ. 28). Οι «γενναίες» πόλεις τρόμαζαν τον εχθρό, που συνεχίζει να σκορπά την καταστροφή, όμως οι Έλληνες που ενθαρρύνονται (στρ. 34) δεν παραδίδουν τα όπλα.

Στο τέλος του Ύμνου, στις στροφές 137-158, η Ελευθερία καλείται να επιστρέψει στην Ελλάδα γιατί ηττήθηκε η ΔΙΧΟΝΟΙΑ και όλοι είναι έτοιμοι να την υποδεχτούν και να την τιμήσουν όπως πρώτα.

Η ζωή και το έργο του

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1789 (έτος του μαρτυρίου του Ρήγα) και πέθανε στην Κέρκυρα το 1859, δυο χρόνια πριν γεννηθεί ο Παλαμάς. Ο πατέρας του Νικόλαος Σολωμός ήταν πλούσιος άρχοντας και κόμης, ενώ η μητέρα του, Αγγελική Νίκολη, ήταν γυναίκα του λαού. Έμεινε ορφανός σε νεαρή ηλικία, αλλά τα άφθονα οικονομικά μέσα του επέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του.

Τα ενδιαφέροντα του ήταν φιλολογικά, δεδομένου μάλιστα ότι από μικρός στιχουργούσε ο ίδιος. Η λαμπρή άνθηση της ιταλικής φιλολογίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, τα ποιήματα του τα έγραφε ιταλικά. Εξάλλου γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της πνευματικής Ιταλίας (Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.), μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους τους, και τελειοποιούμενος ολοένα στις ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ’ έναν καλό ποιητή της ιταλικής γλώσσας.

Το 1818 χρειάστηκε να γυρίσει στη Ζάκυνθο. Τα δέκα χρόνια που έζησε στην Ιταλία τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα, ώστε και στην Ελλάδα να συνεχίσει γράφοντας ιταλικά. Αλλά το 1822 η γνωριμία του και οι συζητήσεις του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη τον έπεισαν, ότι έπρεπε να γίνει Έλληνας ποιητής, να γράφει στην ελληνική γλώσσα, και μάλιστα στη γλώσσα του λαού, τη δημοτική.

Το 1823 έγραψε τον «’Υμνον εις την Ελευθερίαν », που τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο στo Μεσολόγγι. Τoν ίδιο μήνα, στο Μεσολόγγι, πέθανε ο Λόρδος Βύρων, στον οποίο ο Σολωμός αφιέρωσε συγκινητικό ποίημα. Αλλά το μεγάλο, το επικό γεγονός της χρονιάς αυτής, ήταν η παρατεινόμενη τρομερή πολιορκία του Μεσολογγίου και η θαυμαστή πίστη και αντοχή των «ελευθέρων πολιορκημένων». Τα κανόνια ακούγονταν ως την Ζάκυνθο, και οι πρόσφυγες Μεσολογγίτες γυρνούσαν στους δρόμους της Ζακύνθου ζητώντας ελεημοσύνη. Με εθνική συγκίνηση, και ψυχικό ρίγος παρακολουθούσε ο ποιητής την Εθνική εποποιία, από την οποία προέκυψε η ποιητική του σύνθεση των « Ελευθέρων πολιορκημένων ».

Το 1828 ο Σολωμός πηγαίνει στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής και ζει εκεί ως αρχηγός κύκλου θαυμαστών και ποιητών ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση, με αυστηρές αξιώσεις από την τέχνη και με φιλοδοξίες για μιαν αναγέννηση της Νεοελληνικής Γραμματείας.

Είναι ο κύκλος που δημιούργησε την Επτανησιακή Σχολή, με αρχηγό, καθοδηγητή και σύμβουλο τον Σολωμό. Από τον κύκλο αυτόν αρχίζει η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκάδες χρόνια πριν από την Αθήνα, όπου ο Παλαμάς δημιούργησε μία δεύτερη ποιητική αναγέννηση.

Ο Σολωμός στο διάστημα 1847-51 επιχείρησε να ξαναγράψει ιταλικά ποιήματα. Hταν όμως ήδη Έλληνας ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού του, μία μορφή γεμάτη αίγλη, κύρος και δόξα για ολόκληρη την Ελλάδα.Είχε πετύχει να ξεπεράσει τη μεγάλη δυσκολία της γλώσσας, να την κατακτήσει και να την αξιοποιήσει με ποιητικά αριστουργήματα, στα οποία έβλεπες τον μεγάλο τεχνίτη.

Ήταν τόσο γενική και στέρεη η φήμη του, ώστε, όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του (21 Νοεμβρίου 1857) όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνια Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να γίνει δημόσιο το πένθος για τον ποιητή.

Σε γνωρίζω από την κόψη,

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βιά μετράει τη γη.

 

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

 

Εκεί μέσα εκατοικούσες

πικραμένη, εντροπαλή,

κι ένα στόμα ακαρτερούσες,

«έλα πάλι» να σου πει.

 

Άργειε να ‘λθει εκείνη η μέρα,

κι ήταν όλα σιωπηλά,

γιατί τά ‘σκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

 

Δυστυχής! Παρηγορία

μόνη σου έμενε να λες

περασμένα μεγαλεία

και διηγώντας τα να κλαις.

 

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει

φιλελεύθερη λαλιά,

ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι

από την απελπισιά.

 

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω

το κεφάλι από τσ’ ερμιές;».

Και απεκρίνοντο από πάνω

κλάψες, άλυσες, φωνές.

 

Τότ’ εσήκωνες το βλέμμα

μες στα κλάϊματα θολό,

και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,

πλήθος αίμα ελληνικό.

 

Με τα ρούχα αιματωμένα

ξέρω ότ’ έβγαινες κρυφά

να γυρεύεις εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

 

Μοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή.

δεν είν’ εύκολες αι θύρες,

εάν η χρεία τες κουρταλεί.

 

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,

αλλ’ ανάσαση καμιά.

Άλλος σου έταξε βοήθεια

και σε γέλασε φριχτά.

 

Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου

οπού εχαίροντο πολύ,

«σύρε να βρεις τα παιδιά σου,

σύρε», ελέγαν οί σκληροί.

 

Φεύγει οπίσω το ποδάρι

κι ολογλήγορο πατεί

ή την πέτρα ή το χορτάρι

που τη δόξα σου ενθυμεί.

 

Ταπεινότατή σου γέρνει

η τρισάθλια κεφαλή,

σαν πτωχού που θυροδέρνει

κι είναι βάρος του ή ζωή.

 

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου με ορμή,

που ακατάπαυστα γυρεύει

ή τη νίκη ή τη θανή.

 

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

 

Μόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός, που για τσ’ εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ’ άνθια και καρπούς.

 

Εγαλήνευσε και εχύθη

καταχθόνια μία βοή,

και του Ρήγα σου απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή.

 

Όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν

οσα ησθάνετο ή καρδιά.

 

Εφωνάξαν ως τ’ αστέρια

του Ιονίου και τα νησιά,

κι εσηκώσανε τα χέρια

για να δείξουνε χαρά.

 

Μ’ όλον που ‘ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά,

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

 

Γκαρδιακά χαροποιήθη

και του Βάσιγκτον η γη,

και τα σίδερα ενθυμήθη

που την έδεναν κι αυτή.

 

Απ’ τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέει σε χαιρετώ,

και τη χαίτη του τινάζει

το λιοντάρι το Ισπανό.

 

Ελαφιάσθη της Αγγλίας

το θηρίο, και σέρνει ευθύς

κατά τ’ άκρα της Ρουσίας

τα μουγκρίσματα τσ’ οργής.

 

Εις το κίνημά του δείχνει

πως τα μέλη είν’ δυνατά.

και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

 

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Αετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Ιταλού.

 

Και σ’ εσέ καταγυρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,

να σε βλάψει, αν ημπορεί.

 

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ που θα πρωτοπάς.

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισίες οπού αγρικάς,

 

Σαν το βράχον οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνει

ευκολόσβηστον αφρό.

 

Οπού αφήνει ανεμοζάλη

και χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

 

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,

οποιανού θέλει βρεθεί

στο μαχαίρι σου αποκάτου

και σ’ εκείνο αντισταθεί.

 

Το θηρίο π’ ανανογιέται

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά.

 

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

κι όπου φθάσει, όπου περάσει,

φρίκη, θάνατος, ερμιά.

 

Ερμιά, θάνατος και φρίκη,

όπου επέρασες κι εσύ.

ξίφος έξω από τη θήκη

πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

 

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει

της αθλίας Τριπολιτσάς,

τώρα τρόμου αστροπελέκι

να της ρίψεις πεθυμάς.

 

Μεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει, πάντα οπώς νικεί,

κι ας είν άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

 

Σου προβαίνουνε και τρίζουν

για να ιδείς πως είν’ πολλά.

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά;

 

Λίγα μάτια, λίγα στόματα

θα σας μείνουνε ανοιχτά

για να κλαύσετε τα σώματα

που θε νά ‘βρει η συμφορά!

 

Κατεβαίνουνε και ανάφτει

του πολέμου αναλαμπή.

το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

 

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Τον οχτρό θωρώ να φύγει

και στο κάστρο ν’ ανεβεί.

 

Μέτρα! Είν’ άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγοντας δειλιούν,

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

 

Εκεί μέσα ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά.

να, σας φθάνει. αποκριθείτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά!

 

Αποκρίνονται και η μάχη

έτσι αρχίζει, οπού μακριά

από ράχη εκεί σε ράχη

αντιβούιζε φοβερά.

 

Ακούω κούφια τα τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

 

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη

που την τρέμει ο λογισμός!

Άλλος ύπνος δεν εγίνη,

πάρεξ θάνατος πικρός.

 

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,

οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου, και οι καπνοί.

 

Και οι βροντές, και το σκοτάδι

οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράστεναν τον Άδη

που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

 

Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνοντ’ ίσκιοι

αναρίθμητοι, γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

 

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

 

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο απο τη γη,

όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι,

από τούρκικην οργή.

 

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα

αστάχια εις τους αγρούς.

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

 

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

ανεβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

 

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνει μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό.

 

Εάν οι άνεμοι μές στ’ άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

 

Με τα μάτια τους γυρεύουν

όπου είν’ αίματα πηχτά,

και μες στα αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά.

 

Και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Έλληνες κοντά,

και τα στήθια τους εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

 

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθιά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

κι άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

 

Τότε αυξαίνει του πολέμου

ο χορός τρομακτικα,

σαν το σκόρπισμα του ανέμου

στου πελάου τη μοναξιά.

 

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.

κάθε κτύπημα που εβγεί

είναι κτύπημα θανάτου

χώρις να δευτερωθεί.

 

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,

λες κι εκείθενε η ψυχή

απ’ το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθεί.

 

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια οπού χουμάνε

περισσότερο είν’ γοργά.

 

Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

 

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,

που στοχάζεσαι μη πως

από μία μεριά και απ’ άλλη

δέν μείνει ένας ζωντανός.

 

Κοίτα χέρια απελπισμένα

πώς θερίζουνε ζωές!

Χάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές.

 

Και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία,

σωθικά λαχταριστά.

 

Προσοχή καμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις τη σφαγή.

πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,

φθάνει. έως πότε οι σκοτωμοί;

 

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθεί;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

 

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,

και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,

και των Χριστιανών τα χείλη

«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

 

Λιονταρόψυχα εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν «φωτιά»,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας «Αλλά».

 

Παντού φόβος και τρομάρα

και φωνές και στεναγμοί.

παντού κλάψα, παντού αντάρα,

και παντού ξεψυχισμοί.

 

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι

εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.

Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι

εις την τέταρτην αυγή.

 

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

και κυλάει στη λαγκαδιά,

και το αθώο χόρτο πίνει

αίμα αντίς για τη δροσιά.

 

Της αυγής δροσάτο αέρι,

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων το αστέρι,

φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

 

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

 

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.

δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά

εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

 

Είς τον ήσυχον αιθέρα

τώρα αθώα δεν αντηχεί

τα λαλήματα η φλογέρα,

τά βελάσματα το άρνί.

 

Τρέχουν άρματα χιλιάδες

σαν το κύμα εις το γιαλό,

αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες

δεν ψηφούν τον αριθμό.

 

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε

και ξανάλθετε σε μας.

τα παιδιά σας θέλ’ ιδείτε

πόσο μοιάζουνε με σας.

 

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται

και με πάτημα τυφλό

εις την Κόρινθο αποκλειούνται

κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

 

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

πείνα και θανατικό,

που με σχήμα ενός σκελέθρου

περπατούν αντάμα οι δυο.

 

Και πεσμένα εις τα χορτάρια

απεθαίνανε παντού

τα θλιμμένα απομεινάρια

της φυγής και του χαμού.

 

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

που ό,τι θέλεις ημπορείς,

εις τον κάμπο, Ελευθερία,

ματωμένη περπατείς.

 

Στη σκιά χεροπιασμένες,

στη σκιά βλέπω κι εγώ

κρινοδάκτυλες παρθένες

οπού κάνουνε χορό.

 

Στο χορό γλυκογυρίζουν

ωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

 

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει

πως ο κόρφος καθεμιάς

γλυχοβύζαστο ετοιμάζει

γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

 

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,

το ποτήρι δεν βαστώ.

φιλελεύθερα τραγούδια

σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

 

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

 

Πήγες εις το Μεσολόγγι

την ημέρα του Χριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι

για το τέκνο του Θεού.

 

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,

και το δάκτυλο κινώντας

οπού αινεί τον ουρανό,

 

«σ’ αυτό», εφώναξε, «τo χώμα

στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».

Και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά.

 

Εις την τράπεζα σιμώνει,

και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

 

Αγρικάει την ψαλμωδία

οπού εδίδαξεν αυτή.

βλέπει τη φωταγωγία

στους Αγίους εμπρός χυτή.

 

Ποιοί είν’ αυτοί που πλησιάζουν

με πολλή ποδοβολή,

κι άρματ’, άρματα ταράζουν;

Επετάχτηχες εσύ!

 

Α, το φως που σε στολίζει,

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρόθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη.

 

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι όλα γύρω σου είναι φως.

 

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,

τρία πατήματα πατάς,

σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

κι εις το τέταρτο κτυπάς.

 

Με φωνή που καταπείθει

προχωρώντας ομιλείς:

«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,

ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.

 

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:

“Εγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ.

πέστε, πού θ’ αποκρυφθείτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

 

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που, μ’ αυτήν αν συγκριθεί

κείνη η κάτω οπού σας έχω,

σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

 

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δέντρα και θνητούς.

 

Και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του άνεμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή”».

 

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:

Του θυμού Του είσαι αδελφή;

Ποίος είν’ άξιος να νικήσει

ή με σε να μετρηθεί;

 

Η γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

 

Την αισθάνονται και αφρίζουν

τα νερά, και τ’ αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σάν νά ρυάζετο θηριό.

 

Κακορίζικοι, πού πάτε

του Αχελώου μες στη ροή

και ‘πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

 

να αποφύγετε; Το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό.

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρείτε αφανισμό.

 

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

 

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιτρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

 

Ποίος στο σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθεί.

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει

όσο οπού να νεκρωθεί.

 

Κεφαλές απελπισμένες,

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ’ άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

 

Σβιέται – αυξαίνοντας η πρώτη

του Αχελώου νεροσυρμή –

το χλιμίντρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

 

Έτσι ν’ άκουα να βουΐξει

το βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξει

κάθε σπέρμα αγαρηνό!

 

Και εκεί πού ‘ναι η Αγία Σοφία,

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ’ άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά.

 

Σωριασμένα να τα σπρώξει

η κατάρα του Θεού,

κι απ’ εκεί να τα μαζώξει

ο αδελφός του Φεγγαριού.

 

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,

κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά

μ’ αργό πάτημα ας πηγαίνει

μεταξύ τους και ας μετρά.

 

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται, και πλιο.

 

Και χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός.

πάντα, πάντα περισσεύει.

πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

 

Α, γιατί δεν έχω τώρα

τη φωνή του Μωυσή;

Μεγαλόφωνα την ώρα

οπού εσβιούντο οι μισητοί.

 

Το Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός.

 

Ακλουθάει την αρμονία

η αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία,

μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.

 

Και πηδούν όλες οι κόρες

με τσ’ αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

 

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βία μετράει τη γη.

 

Εις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

 

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει,

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

 

Με βρυχίσματα σαλεύει

που τρομάζει η ακοή.

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμνιώνα αναζητεί.

 

Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

 

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ.

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο γιά σέ.

 

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

 

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας, άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καίς.

 

Μ’ επιθύμια να τηράζεις

δύο μεγάλα σε θωρώ,

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

 

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

 

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι

Και δεν μνέσκει ένα κορμί.

χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σε πέταξαν εκεί.

 

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι

με τσ’ εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

 

Κες τες δάφνες που εσκορπίστε

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

 

Όλοι κλάψτε, αποθαμένος

ο αρχηγός της Εκκλησιάς.

κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος

ωσάν νά ‘τανε φονιάς!

 

Έχει ολάνοικτο το στόμα

π’ ώρες πρώτα είχε γευθεί

τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα.

λες πως θε να ξαναβγεί.

 

Η κατάρα που είχε αφήσει,

λίγο πριν να αδικηθεί,

εις οποίον δεν πολεμήσει

και ημπορεί να πολεμεί.

 

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

 

Η καρδιά συχνοσπαράζει.

Πλην τι βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάχτυλο η θεά.

 

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη

τρεις φορές μ’ ανησυχιά.

προσηλώνεται κατόπι

στην Ελλάδα, και αρχινά:

 

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

 

Απ’ εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική,

αλλά ανίκητη μιά μένει

που τες δάφνες σας μαδεί.

 

Μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ, το νου σας τυραννεί.

 

Η Διχόνοια που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

“πάρ’ το”, λέγοντας, “και συ”.

 

Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει

έχει αλήθεια ωραία θωριά.

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εις σέ δάκρυα θλιβερά.

 

Από στόμα οπού φθονάει,

παλληκάρια, ας μην ‘πωθεί,

πως το χέρι σας χτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

 

Μην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά:

“Εάν μισούνται ανάμεσό τους

δεν τους πρέπει ελευθεριά”.

 

Τέτοια αφήστενε φροντίδα,

όλο το αίμα οπού χυθεί

για θρησκεία και για πατρίδα

όμοιαν έχει την τιμή.

 

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

 

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,

πόσο ακόμη να παρθεί.

πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,

πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.

 

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,

καταστήστε ένα Σταυρό

και φωνάξετε με μία:

“Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ!

 

Το σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι’ αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

 

Ακατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν,

και την πίστη αναγελούν.

 

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: Να εκδικηθώ.

 

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Τώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

 

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος

σαν του Αβέλ καταβοά.

δεν είν’ φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

 

Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστε

να αποκτήσομεν εμείς

λευθεριάν, ή θα την λύστε

εξ αιτίας πολιτικής;

 

Τούτο αν ίσως μελετάτε,

ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:

Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ!

Πηγή: http://www.neolaia.de/2opseis/DaneiaeeU/periodiko16/Aeieeuo_3iiio/aeieeuo_3iiio.html