Συναξαριακές Μορφές

Το μυστηριωδέστερο πρόσωπο στην ιστορία του κόσμου.

31 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

«Γιατί ο Χριστός πήρε μαθητή του τον Ιούδα αφού ήξερε ότι θα τον προδώσει; Αν δεν υπήρχε ο Ιούδας πως θα θυσιαζόταν ο Χριστός για να σωθεί ο κόσμος; Αφού ο Ιούδας μετάνοιωσε και πέταξε τα αργύρια στο Ναό συγχωρήθηκε από το Θεό;»

 Το πρόσωπο του Ιούδα πράγματι αποτελεί ένα πρόβλημα. Ο Ιούδας είναι μία αινιγματική μορφή και όπως χαρακτηρίσθηκε «το μυστηριωδέστερο πρόσωπο στην ιστορία του κόσμου».

Πολλά βέβαια από πολλούς έχουν λεχθεί και γραφεί για  το θέμα αυτό·  εμείς δεν θα στηριχθούμε σε θεωρίες και φαντασίες αλλά στις πληροφορίες, που μας δίνουν οι μόνες αυθεντικές και αξιόπιστες πηγές, τα Ευαγγέλια.

Τα Ευαγγέλια αναφέρουν ότι ο Χριστός, μεταξύ των άλλων μαθητών, τους οποίους κάλεσε ως συνεργάτες του και οι οποίοι «αφέντες άπαντα ηκολούθη­σαν αυτώ», κάλεσε και τον Ιούδα. Και αυτός ανταποκρίθηκε αυτοπροαίρετα και αυτοβούλως. Ο Χριστός και αυτόν τον τίμησε με το αποστολικό αξίωμα. Δείχνοντάς του δε μια ιδιαίτερη θα λέγαμε εύνοια, του εμπιστεύθηκε το ταμείο της ομάδας των δώδεκα. Αυτός όμως φάνηκε ανάξιος της θείας κλήσεως και εμπιστοσύνης, αφού έγινε προδότης του Χριστού.

Το τραγικό αυτό τέλος του βεβαία ο Κύριος το προεγνώριζε, όπως άλλωστε όλα. Αυτή όμως η πρόγνωση δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να σταθεί εμπόδιο για το Χριστό να συγκαταλέξει τον Ιούδα μεταξύ των μαθητών του.

Έτσι τον έκανε αναπολόγητο γιατί ενώ μπορούσε, αν ήθελε να μη γίνει προδότης του Χριστού, αυτός άφησε τον εαυτό του να γίνει ο «υιός της απωλείας». «Ο Θεός δεν τον κάλεσε με τη βία – λέει ο ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας την περίπτωση του Ιούδα- η μεταβολή οφείλεται στην προαίρεση. Αύτη είναι η πάντοτε αιτία και των αγαθών και των κακών».

Ας λάβουμε δε υπ’ όψη μας ότι πάρα πολλές φορές και με πολλούς τρόπους ο Χριστός προσπάθησε να τον φέρει σε συναίσθηση και να τον αποτρέψει από το απαίσιο εγχείρημά του. Κορυφαία εκδήλωση αγάπης το νίψιμο των ποδιών του και δείγμα ύψιστης φιλοφροσύνης το βουτηγμένο στο πιάτο του ψωμί κατά το μυστικό δείπνο. Σε ύμνο  της Μεγ. Πέμπτης ψάλλουμε: «Ποίος σε τρόπος, Ιούδα, προδότην του Σωτήρος ειργάσα­το; Μη του χορού σε των Αποστόλων εχώρισε; Μη του χαρίσματος των ιαμάτων εστέρησε; Μη, συνδειπνήσας εκείνοις, σε της τραπέζης απώσατο; Ω πό­σων αγαθών αμνήμων εγένου!» ( Ω Ιούδα, ποιά ενέργεια (του Κυρίου) σε έκανε προδότη του Σωτήρα. Μήπως σε ξεχώρισε από τον όμιλο των Αποστόλων; Μήπως σε στέρησε από το χάρισμα να θεραπεύεις αρρώστους; Μήπως, όταν δείπνησε με εκείνους σε έδιωξε από το τραπέζι;…Ω πόσες ευεργεσίεςλησμόνησες!)

Ο Ιούδας όμως όχι μόνον δεν συγκινείται από αυτά, αλλά φεύγει από το δείπνο μέσα στη νύχτα και τρέχει προς τους Αρχιερείς και Πρεσβυτέρους με απόφαση να διαπραγματευθεί την παράδοση. Έχει πλέον γίνει όργανο του Σατανά. Με δραματικό τρόπο μας περιγράφει τη σκηνή ο Εύαγ. Λουκάς. Και η Εκκλησία μας ψάλλει: «ο δε παράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συνιέναι ( δεν θέλησε να συνετιστεί)».

Πρέπει βέβαια να παραδεχθούμε ότι ο Ιούδας δεν πρέπει να ξεκίνησε από την αρχή με αυτές τις διαθέσεις. Ίσως διέθετε ενθουσιασμό ιεραποστολικό και αγάπη προς το πρόσωπο του Ιησού. Όμως αυτές οι καλές διαθέσεις του δεν άργησαν να μεταστραφούν σε μίσος και αποστροφή προς αυτόν. Στην αλλαγή αυτή δεν αποκλείεται να συνέβαλε και κάποια απογοήτευσή του στις κοσμικές μεσσιανικές προσδοκίες του για το Χριστό, από την ημέρα των Βαΐων και μετά. Και έτσι, παγιδευμένος προ πολλού και από το φοβερό πάθος της φιλαργυρίας, αποκομμένος πια ψυχικά από το Χριστό και την υπόλοιπη συντροφιά των μαθητών, κατρακυλά στα ζοφερά σκοτάδια της συναλλαγής: « τι θα μου δώσετε ώστε να σας τον παραδώσω;» (Ματθ. 26,15). «Δεν λεπτολογεί ως προς τον καθορισμό της τιμής αλλά τον πωλεί σαν ένα δραπέτη δούλο (που δεν έχει αξία). Γιατί είναι συνήθεια στους κλέφτες να ποδοπατούν τα πολύτιμα αντικείμενα…Επειδή η λύσσα της φιλαργυρίας τον έκαμε να συμπεριφέρεται σαν τρελλός κατά του Κυρίου» (απόστιχ. Μ. Τετάρτης).

Έτσι ο Ιούδας με την εκούσια τραγική του έκπτωση από την αγάπη του Χριστού, θα γίνει ο αρχέτυπος και η εικόνα του προδότη και το σύμβολο της φιλαργυρίας, που θα επισύρει έκτοτε την κατακραυγή και τον αποτροπιασμό όλων των αιώνων. Εκφραστικό είναι επίσης το τροπάριο: «παράνομε Ιούδα νοσών φιλαργυρίαν εκέρδησας μισανθρωπίαν».(παράνομε Ιούδα με αφορμή  την αρρωστημένη φιλαργυρία σου, κέρδησες το μίσος των ανθρώπων).  Ύστερα από αυτά πώς μπορούμε να μιλάμε για δήθεν συμβολή του Ιούδα στο σωτήριο δράμα του Γολγοθά με την προδοσία, όπως διατείνονται ορισμένοι αδαείς; Αν ο προδοτικός ρόλος του Ιούδα, κατά κάποιο τρόπο, υπηρέτησε τα σχέδια του Θεού, τότε ο Ιούδας όχι μόνον δεν είναι ένοχος, αλλά πρέπει να ανακηρυχθεί άγιος και ευεργέτης της ανθρωπότητας!!

Αλλά τότε τί θέση έχει η μαρτυρία του ίδιου του Χριστού; « ο Υιός του ανθρώπου, βέβαια, θα πεθάνει όπως το λένε οι Γραφές γι’αυτόν, αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνον που τον προδίδει. Θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί»; (Μαρκ. 14,21).

Διαφωτιστική επίσης είναι και εδώ η παρατήρηση του Ιερού Χρυσοστόμου: «Τη σωτηρία μας την πραγματοποίησε όχι η προδοσία του Ιούδα αλλά η σοφία του Χριστού».

Ο Χριστός θυσιάσθηκε από αγάπη για το ανθρώπινο γένος και δεν είχε βεβαίως ανάγκη κανενός προδότη, για να τον διευκολύνει… Φυσικά όλοι όσοι συνήργησαν στο έγκλημα της Χριστοκτονίας, έχει ο καθένας ακέραιη την ευθύνη του, όπως και ο Ιούδας. Η μεταμέλειά του όμως δεν στάθηκε δυστυχώς ικανή να τον σώσει. Δεν ήταν μετάνοια και συντριβή μπροστά στο Χριστό, έστω την ώρα της σταυρώσεως. Ήταν σχιζοφρενής απελπισία εξαιτίας των τρομερών τύψεων που τον οδήγησε τελικά στην αυτοκτονία.

Ο Κύριος, που και αυτούς τους σταυρωτές του συγχώρησε, οπωσδήποτε θα συγχωρούσε και αυτόν. «Πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία του Χριστού! -αναφωνεί ο άγιος Χρυσόστομος- ο μεν Ιούδας τον πούλησε για τριάντα δηνάρια, ο Χριστός δε και μετά από την προδοσία θυσίασε το αίμα του για την άφεση των αμαρτιών και για τον προδότη, εάν βέβαια το ήθελε». Αλλά ο Ιούδας προτίμησε… το σχοινί της αγχόνης και όχι τα ματωμένα πόδια του Θεανθρώπου! Γι’ αυτό και η Εκκλησία με πόνο ψάλλει: «ω αθλιότητα του Ιούδα· γλύτωσε Θεέ τις ψυχές μας από αυτήν».

 (Αρχ. Α. Καραματζάνη, «Οι Πατέρες και τα προβλήματα της ζωής μας», εκδ .Ι. Μ. Αγ. Αθανασίου  Κολινδρού, 1988).