Συναξαριακές Μορφές

Το υπερευλογημένο Σάββατο

3 Απριλίου 2010

Χρυσοκέντητος Επιτάφιος αφιέρωμα του αυτοκράτορα Ιωάννου Καντακουζηνού. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου.

Στην ακολουθία του Επιταφίου, όπου ψάλλεται ο όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου, ακούσαμε το εξής υπόμνημα: «τω αγίω και Μεγάλω Σαββάτω την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και την εις Άδου κάθοδον εορτάζομεν, δι’ ων της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν, προς αιωνίαν ζωήν μεταβέβηκε». Τούτο το Σάββατο που ονομάζεται Μεγάλο, είναι το «υπερευλογημένον Σάββατον, εν ω Χρίστος αφυπνώσας, αναστήσεται τριήμερος». Και, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «όπως η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η καφαλή των υπόλοιπων εβδομάδων, έτσι και αυτής κεφαλή είναι το Μ. Σάββατο. Γι’ αυτό  πολλοί στη διάρκειά της αυξάνουν την προθυμία τους, τη νηστεία, τις ιερές αγρυπνίες, άλλοι δε κάνουν περισσότερη ελεημοσύνη, φανερώνοντας το μέγεθος της ευεργεσίας του Θεού  που έγινε σε μας, με το ζήλο για τις αγαθές πράξεις και την ευλάβεια στη καθημερινή ζωή». Και εξηγούνται ποιητικότατα, στην υμνογραφία της ημέρας, πολλοί από τους λόγους, για τους οποίους το Σάββατο είναι «υπερευλογημένον». Ένα από τα τροπάρια της δ’ ωδής του κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου, λέει τα εξής: «Εβδόμην σήμερον ηγίασας, ην ηυλόγησας πριν, καταπαύσει των έργων· παράγεις γαρ τα σύμπαντα, και καινοποιείς, σαββατίζων Σωτήρ μου, ως παντοδύναμος». Δηλαδή: Ω, Σωτήρα μου γλυκύτατε! Συ την εβδόμη ημέρα, δηλαδή  το Σάββατο, πρωτύτερα μεν ευλόγησες με την κατάπαυση όλων των έργων σου, τον καιρό της δημιουργίας του κόσμου· τώρα δε αυτή την ίδια μέρα την άγιασες, επειδή σαββατίζεις μέσα στο τάφο και αναπαύεσαι σωματικά. Αλλά αν και σαββατίζεις σωματικά, πνευματικά όμως και μυστικά καταργείς όλα τα παλαιά  και τα κάνεις νέα. Γιατί το Σάββατο είναι, τέλος μεν πραγματικό της πρώτης γενέσεως των όντων, αρχή δε μυστική και νοητή της δεύτερης αναγεννήσεως και καινοποιήσεως των όντων.

                                                          * * *

Όλη η υμνογραφία του Μεγάλου Σαββάτου, από τον κατανυκτικότατο κανόνα «Κύματι θαλάσσης» και τα γλυκύτατα εγκώμια, που όλοι σιγοψάλλουμε κοντά στους ψάλτες και στους αυτοσχέδιους παιδικούς χορούς, που κάνουν μερικές φορές το μοιρολόγι της Παναγίας να γίνεται θρηνητικό τραγούδι των αγγέλων, μέχρι τα στιχηρά των Αίνων   («Σήμερον συνέχει τάφος, τον συνέχοντα πα­λάμη την κτίσιν», «Τί το ορώμενον θέαμα, τις η παρούσα κατάπαυσις;»..κ.λπ.), όλα τα τροπάρια είναι ένα κράμα από σταυρώσιμη λύπη και αναστάσιμη χαρά. Αυτή είναι η μεγάλη σοφία και η δόξα της Ορθοδοξίας, που βλέπει την μεν Ανάσταση διά μέσου της Σταυρώσεως, τη δε Σταύρωση κάτω από τις φωτεινές ανταύγειες πάντοτε του όρθρου της Αναστάσεως.

Εκείνο όμως το τροπάριο, που μας δίνει μέσα σε λίγους στίχους όλο το νόημα της ημέρας του Μεγάλου Σαββάτου, είναι το β’ από την α’ ωδή, και που ανήκει στον ποιητικό κάλαμο του ιερού υμνογράφου Μάρκου: «Κύριε Θεέ μου, εξόδιον ύμνον και επιτάφιον, ωδήν σοι άσομαι, τω τη ταφή σου ζωής μοι, τας εισόδους διανοίξαντι, και θανάτω θάνατον, και άδην θανατώσαντι»(Κύριε και Θεέ μου, θα σου ψάλλω ύμνο στην εκφορά Σου και τραγούδι κατά την ταφή Σου. Γιατί Συ μου άνοιξες διάπλατα την είσοδο στην ουράνια ζωή και, με το θάνατό Σου, θανάτωσες τον θάνατο και τον άδη). Πρέπει να μεταφερθούμε νοερά, στις άγιες εκείνες μέρες. Έχει περάσει η Μεγάλη Παρασκευή. Η γη δεν ταράζεται πια, και δε συγκλονίζεται, δεν σκίζονται οι πέτρες, δε γκρεμίζονται τα δένδρα και τα κτίσματα, δε σκίζεται τρομαγμένο το καταπέτασμα. Μια σιωπή γαλήνια απλώνεται σ’ όλη τη γη. «Σιωπή πολλή, διότι ο Βασιλιάς κοιμάται, και η γη φοβήθηκε και σιώπησε. Γιατί ο Θεός  σωματικά πέθανε, και ο άδης αποκάτω πικράθηκε». Πάνω στη γη έχει μείνει ο σιγανός εξόδιος θρήνος, των μαθητών που αγάπησαν το Διδάσκαλο. Η Παναγία Μητέρα, κλαίει το Μονογενή της. Και η κουστωδία των Εβραίων φυλάει τον τάφο. Ο  Χριστός, όμως, που σωματικά βρισκόταν στο τάφο από τη Μ. Παρασκευή το βράδυ, κατεβαίνει ψυχικά στον άδη. Εκεί σπάζει τις φυλακές των νεκρών, κ’ ελευθερώνει τους προπάτορες και όλους τους νεκρούς. Από τώρα και πέρα, ο θάνατος του Αθάνατου, παίρνει το δικαίωμα που είχε ο Άδης να κρατάει τις ψυχές των δικαίων. Ο ύπνος του Χριστού έφερε το ξύπνημα των δικαίων, που βρίσκονταν χωμένοι στα σκοτάδια του άδη. Η παμφάγος κοιλιά του, αρχίζει ν’ αδειάζει. Η κυριαρχία του λιγοστεύει αφάνταστα, αφού «τα κλείθρα του διεσπάραξε» ο ταφείς Ιησούς. Και γι’ αυτό ο ιερός υμνογράφος ξεσπά, μέσα στη χαρμολύπη του και το χαροποιό πένθος του, σ’ έναν ύμνο, που είναι και επιτάφιος και αναστάσιμος. Επιτάφιος για το Χριστό, και αναστάσιμος για τους ανθρώπους: «εξόδιο ύμνο και επιτάφιο θα Σου ψάλλω…». Κύριε και Θεέ μου! θέλω να ψάλλω έναν επιθανάτιο και επιτάφιο ύμνο σ’ εσένα, Θεέ μου, που με τη ταφή και την έξοδό σου από την κάτω ζωή, χάρισες σε μένα την είσοδο στην άνω ζωή· και που με το θάνατό σου, όχι μονάχα μου άνοιξες τις πύλες του ουράνιου Παραδείσου, αλλά και θανάτωσες πλέον το θάνατο και εξουθένωσες τη νίκη του και το «κεν­τρί» του.

Στο καιρό της τουρκοκρατίας, όταν το ελληνικό Γένος ήτανε σε σκλαβιά και σε δουλεία βαρύτατη, που έμοιαζε σα να ήταν όπως ο Χριστός στο σταυρό και στη νέκρα του τάφου, οι δάσκαλοι και οι φλογεροί ιεροκήρυκες του δούλου γένους, μιλούσαν συχνά για την ταφή του Χριστού. Πολλοί μετέφραζαν μάλιστα, στην κατανυκτική γλώσσα της εποχής, λόγους των αγίων Πατέρων και τους έδιναν στον πονεμένο λαό: πρώτα για το Πάθος, και ύστερα λόγους θείας και εξ ύψους παρηγοριάς-της Αναστάσεως. Ο Ιωάννης Αβράμιος, λοιπόν, στις αρχές του δέκατου ογδόου αιώνα, μετέφρασε ένα λόγο του αγίου Επιφανίου «εις την Ταφήν του Κυρίου».Σ’ ένα απόσπασμα απ’ αυτό το λόγο λέει: «Ο Θεός εκοιμήθη ολίγον, και εκείνους οπού από τον αιώνα κατοικούσαν εις τον άδη, σαν να κοιμόνταν τους σήκωσε. Πού είναι τώρα οι ταραχές και οι φωνές εναντίον του Χριστού, ω παράνομοι; Πού είναι οι όχλοι και οι επαναστάσεις και οι τάξεις και τα κοντάρια των στρατιωτών; Πού οι βασιλείς και οι ιερείς και οι κριτές οι άξιοι κατακρίσεως; Πού είναι οι λαμπάδες και τα μαχαίρια και τα άτακτα μουρμουρίσματα; Πού είναι οι λαοί και το φρύαγμα, και τα υπερηφανεύματα; Πού η κουστωδία η άσεμνη και ακάθαρτη; Αληθινά, οι λαοί εμελέτησαν μάταια και τιποτένια, αλλ’ επειδή και αυτοί ήταν  τέτοιας λογής σκόνταψαν στον ακρογωνιαίο λίθο, το Χριστό και συντρίφθηκαν. Εσκόνταψαν στη στερεά πέτρα αλλά τα κύματα τους αφρός έγιναν. Εσκόνταψαν στο ανίκητο αμόνι, αλλά αυτοί κατατσακίσθηκαν. Ψήλωσαν την πέτρα πάνω στο ξύλο, αλλά αυτή, να, κατέβηκε, τους θανάτωσε. Έδεσαν τον Μέγα Σαμψών, το Χριστό, αλλά αυτός έλυσε τα από τον αιώνα δεσίματα, χάλασε τους αλλόφυλους και παράνομους. Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος και σκοτάδι ήρθε στη γη… Έρχεται σιμά ο Θεός και οι πύλες  του άδη ανοίγονται. Εκείνοι, που στο σκότος και στη σκιά του θανάτου κάθεσθε, δεχθήτε το μεγάλο φως…. ».

Εκείνος, που με τις αμαρτίες μας ξανασταυρώνεται και ενταφιάζεται, σήμερα έρχεται κοντά μας, έρχεται στο σπίτι μας, έρχεται μέσα μας, έρχεται στη ψυχή μας, βαθιά, να την αναγεννήσει και να την αναστήσει, αναπλάθοντάς την και αναγεννώντας την. Ας πάμε κ’ εμείς κοντά σ’ Εκείνον, για να γιορτάσουμε, μαζί με τη δική του, και τη δική μας πνευματική ανάσταση.

(Π.Β.Πάσχου, «΄Ερως Ορθοδοξίας»)