Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΈργα Γέρ. Ιωσήφ

Από τον Θάνατον εις την Αθανασίαν, μακαρίου Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού

4 Απριλίου 2010

«Όταν δε το φθαρτόν τούτο ενδύσηται αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσηται αθανασίαν, τότε γενήσεται ο λόγος ο γεγραμμένος· κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος. Πού σου, θάνατε, το κέντρον; πού σου, άδη, το νίκος;» (Α΄ Κορ. 15, 54-55). Διακονούντες τοίς διαβολικοίς επιτάγμασιν οι άνθρωποι κατεδίκασαν τον Θεάνθρωπον εις θάνατον, αυτός δε ανταπέδωκεν εις αυτούς διά της αναστάσεως την αθανασίαν. Διά του σταυρού του ο Κύριός μας κατεδίκασε και κατέστρεψε τον θάνατον, διά δε της αναστάσεώς του ανέβλυσε την αθανασίαν και εις το παρόν και εις την αιωνιότητα. Η αθανασία κατέκλυσε και τον άνθρωπον και όλους του τους κόσμους. Το κεντρικώτερον θαύμα της όλης θείας οικονομίας είναι η ανάστασις του Κυρίου μας, διά της οποίας η ανθρωπίνη φύσις ωδηγήθη τελεσιδίκως και οριστικώς εις την αθανασίαν, ώστε να γίνη φοβερά και εις αυτόν τον θάνατον. Προ της αναστάσεως του Κυρίου ο θάνατος ήτο η δευτέρα φύσις του ανθρώπου. Είχομεν οι πάντες συνηθίσει τον θάνατον ως κάτι το φυσικόν, και μόνον με την ανάστασιν του Χριστού ήλλαξαν τα πάντα. Όστις πλέον ζη διά της πίστεως εις τον αναστάντα Χριστόν, ζη υπεράνω του θανάτου· δεν αποθνήσκει πλέον, αλλ’ απλώς απεκδύεται το ένδυμα του σώματός του, διά να το επανενδυθή εκ νέου άφθαρτον κατά την ημέραν της δευτέρας παρουσίας. Προ της παρουσίας του Κυρίου μας ήτο φυσικόν εις τους ανθρώπους να είναι θνητοί, μετά όμως την παρουσίαν και ανάστασίν του έγινε φυσική δι’ αυτούς η αθανασία.

Ποία φύσις, ποίον στοιχείον, ποία ύπαρξις δεν θα ομολογήση πλέον τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν ως τον μόνον Θεόν, ως τον μόνον Κύριον, ως τον Παντοκράτορα; Εις ποίον σημείον της υπό τον ουρανόν κτίσεως δεν είχε απλώσει ο ολέθριος θάνατος το διεφθαρμένον του κράτος και βασίλειον; Κάθε ύπαρξις εις τον περίγειόν μας κόσμον ήτο οικτρόν θύμα αυτής της τυραννίας και μία εγένετο διά παντός προς πάντα η σωτηρία διά της αναστάσεως του Κυρίου μας! Ω θεία ανάστασις, το μέγιστον θαύμα, το θαύμα των θαυμάτων και η κεντρική αιτία και αφορμή της γενέσεως και της εις αιώνας παρατάσεως του Χριστιανισμού! Είπατέ μοι λαοί, φυλαί και γλώσσαι, πώς θα ετόλμα τις να προσέλθη εις την πίστιν, να γίνη χριστιανός, αν η ανάστασις του Κυρίου δεν επραγματοποιείτο, αν η ανάστασις δεν ήτο τόσον βεβαία και καταφανής; Ναι, η ανάστασις του Θεανθρώπου Λόγου είναι εκείνη η οποία έσυρε προς εαυτήν και συνεχώς σύρει τους θνητούς εις την αθανασίαν και την αιωνίαν ανάστασιν. Το μόνον καινόν υπό τον ήλιον δεν είναι άλλο παρά ο αναστάς Κύριός μας και η λαμπροφόρος του ανάστασις. Χάρις εις την θείαν ανάστασιν οι πρώην δραπέται μαθηταί έγιναν μεγάλοι ομολογηταί και κήρυκες, οι αγράμματοι σοφοί, οι αδύνατοι ισχυροί και αυτά ακόμη τα νήπια ηνδρώθησαν και εμαρτύρησαν την θείαν ανάστασιν εις τους σύμπαντας κόσμους και ώκοδόμησαν την Εκκλησίαν. Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού συνοψίζεται εις την ανάστασιν του Κυρίου μας και δι’ αυτής παρατείνεται εκ του πεπερασμένου εις το επέκεινα, εκ του παρόντος εις την αιωνιότητα και θα ολοκληρωθή εις την παλιγγενεσίαν, ότε θα είναι «τά πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ. 3, 11.). Η ανάστασις του Χριστού δεν μας απήλλαξε μόνον από την απειλήν του θανάτου και της φθοράς, αλλά μας εδίδαξε και όλην την τέχνην της νοητής πάλης προς τάς μεθοδείας του διαβόλου αλλά και προς τα συστήματα του «παλαιού ανθρώπου, του σώματος του θανάτου» (Βλ. Ρωμ. 7, 24.).

Ο σεσαρκωμένος Θεός Λόγος, ο οποίος συναναστρεφόμενος μεθ΄ ημών «ήρξατο ποιείν τε και διδάσκειν» (Πράξ. 1, 1.), παρέδωκεν εις ημάς μετά μαθηματικής ακριβείας όλους τους τρόπους της διοικήσεως των πνευματικών νόμων, τα μυστικά του αοράτου πολέμου, όλον τον γνόφον των βαθέων του σατανά, ώστε μετά του Παύλου να αναφωνώμεν· «ου γάρ τα νοήματα αυτού αγνοούμεν» ( Β΄ Κορ. 2, 11.). Αγωνιζόμενος ο άνθρωπος κατά της αμαρτίας και των παθών αποδεικνύει την πίστιν του εις την ανάστασιν του Χριστού, εις την αθανασίαν, εις την αιώνιον ζωήν. Ο μή αγωνιζόμενος κατά του συστήματος του παλαιού ανθρώπου αποδεικνύει ματαίαν την πίστιν του, η δε μερίς του μετά των σωζομένων αποκόπτεται. Εάν με την εις Χριστόν πίστιν δεν φθάνη κανείς εις τάς θείας επαγγελίας, τότε προς τί η πίστις αυτή; Η βεβαία πίστις είναι αισθητή εις όσους αγωνίζονται και αποδεικνύουν ηττημένην την αμαρτίαν και τον θάνατον εις τον εαυτόν των και δοξάζουν εις τα μέλη των τον αναστάντα και βασιλεύοντα Κύριόν μας, διότι όντως ο Χριστός «θανάτω θάνατον ώλεσεν». Ο διά του τρόπου τούτου πολεμών και αγωνιζόμενος καθ’ όλης της αμαρτωλότητος και χάριτι Χριστού κατανικών, αυτός είναι ο αξιοπιστώτερος μάρτυς διά τον Θεάνθρωπον Κύριόν μας ότι ανέστη και ήμβλυνε το κέντρον του θανάτου, και όντως ενίκησε τον θάνατον εις όλα τα μέτωπα της μάχης. Όσον η ψυχή απέχει από την αμαρτίαν τόσον απέχει και από τον θάνατον διότι όπου πρακτική αμαρτία εκεί και θάνατος. Αρα η προς Θεόν έφεσις του ανθρώπου διαγινώσκεται από την φιλαμαρτήμονά του διάθεσιν. Όσον ευκολώτερον αμαρτάνει ο άνθρωπος τόσον περισσότερον καταδεικνύεται θνητός. Όταν ο άνθρωπος πολιορκήται από παραλόγους ορμάς και νενεκρωμένα αισθήματα, ευρίσκεται βεβυθισμένος εις την έμπρακτον αμαρτίαν, και το φως της αναστάσεως δεν τον οδηγεί εις τους νόμους της δικαιοσύνης. Χριστιανισμός δεν είναι άλλο παρά κλήσις εις τον διά βίου αγώνα εναντίον του διαβόλου και του θανάτου μέχρι τελικής νίκης επ’ αυτών. Κάθε αμαρτία αποτελεί προδοσίαν, κάθε πάθος υποχώρησιν και κάθε κακία ήτταν.

Εις την ανθρωπίνην οντότητα η μεγαλυτέρα βάσανος και η φρικωδεστέρα απανθρωπία είναι ο θάνατος· η δε απελευθέρωσις εκ της εξουσίας του είναι αυτή αύτη η σωτηρία. Αυτήν την σωτηρίαν εχάρισεν εις το γένος μας ο νικητής του θανάτου, ο αναστάς Θεάνθρωπος Χριστός. Διά της αναστάσεώς του απεκάλυψεν όλον το μυστήριον της σωτηρίας μας δηλαδή την αθανασίαν και την αιώνιον ζωήν του σώματος και της ψυχής. Εις τους ερωτώντας, πώς αυτό επιτυγχάνεται, απαντώμεν· διά της θεανθρωπίνης αγωγής και ζωής, αυτής της νέας ζωής της εν τώ αναστάντι και διά τον αναστάντα Κύριόν μας. Διά του παραδείγματός του ο Θεάνθρωπος Κύριός μας, παρέδωκεν εμπράκτως τον τρόπον εξασφαλίσεως της αθανασίας και της αιωνίου ζωής. Διά να γίνη όμως αυτό και να συναναστηθώμεν μετά του Χριστού, πρέπει πρώτον να αποθάνωμεν μετ’ αυτού και να ζήσωμεν την ζωήν του ως ιδικήν μας. Εάν επιτύχωμεν αυτό, τότε κατά την ημέραν της αναστάσεως θα ημπορέσωμεν και ημείς να είπωμεν κατά τον αναστάσιμον κανόνα της Εκκλησίας μας, «χθές συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι».

Το καθοριστικόν συμπέρασμα και των τεσσάρων ευαγγελίων, επί των οποίων εδράζεται σύμπασα η Εκκλησία μας, είναι η ανάστασις του Θεανθρώπου Χριστού. Και διά του κοσμοχαρμοσύνου χαιρετισμού της του «Χριστός ανέστη», και της ισοτίμου απαντήσεως από τα χριστονοσταλγικά σπλάχνα πάντων των πιστών, ότι «αληθώς ανέστη», παρέχεται η βεβαιοτέρα διαπίστωσις του παγκοσμίου θριάμβου, ο οποίος ποτέ συνέβη και ηκούσθη εις όλον το σύμπαν όλων των αισθητών και νοητών κόσμων. Μήπως όμως δεν είμαι και εγώ και σύ και κάθε πιστός από τους πρώτους μαθητάς έως της συντελείας, όσοι θα προσέλθουν εις την αλήθειαν αυτήν, είς μάρτυς;

Αναμφιβόλως ο Χριστιανισμός στηρίζεται εις το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού. Το κεντρικώτερον γεγονός, το οποίον ημπορεί μόνον του να ερμηνεύση όλους τους λόγους και τα θαύματα του Κυρίου μας εις όλην του την κοσμοσωτήριον οικονομίαν, δεν ημπορεί να είναι άλλο από την λαμπροφόρον ανάστασιν. Μόνον εν τη αναστάσει του ο Θεάνθρωπος Χριστός ηρμήνευσε τάς περί αυτού προφητείας και τα σύμβολα, τα οποία τον προανήγγελλον, ακολούθως δε και όλους του τους λόγους και τα θαύματα, διότι υπεράνω πάντων των θαυμάτων και αποδείξεων είναι η ιδική του ανάστασις. Το υπέρ μέλι και κηρίον γλυκύτατον ρήμα του Κυρίου, «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται· και ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μή αποθάνη εις τον αιώνα»((Ιω. 11, 26.), ωλοκληρώθη πλήρως διά της θείας του αναστάσεως. Αλλά και κάτι ακόμη· άνευ της αναστάσεως του Κυρίου μας δεν ερμηνεύονται και οι θρίαμβοι των απ’ αιώνος δικαίων, ιδίως δε των μαθητών του και Αποστόλων, των μαρτύρων, των ομολογητών, των εγκρατευτών, των εν Χριστώ ηρώων οι οποίοι διά της χάριτος της θείας του αναστάσεως «επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγενήθησαν ισχυροί εν πολέμω»(( Εβρ. 11, 33-34.)), και εν γένει κατέβαλον τάς αρχάς και εξουσίας του σκότους και αυτόν τον θάνατον επάτησαν. Πάντων τούτων βραβείον και έπαθλον εγένετο η ανάστασις του Κυρίου μας, και έως της συντελείας του αιώνος αυτή θα είναι το σύμβολον και η προσδοκία όλων των γενεών. Ο γλυκύτατός μας Κύριος Ιησούς, ως αναστάς Θεάνθρωπος, θα μένη ως μόνη ύπαρξις υπό και υπέρ τον ουρανόν, όπου κατηξίωσε τον φυλακισμένον εις την κοιλάδα του κλαυθμώνος άνθρωπον να νικήση τον θάνατον και τον διάβολον και αυτήν την αμαρτίαν και να καταστή μακάριος και αθάνατος και συμμέτοχος εις την αιωνίαν του βασιλείαν. Διά τούτο ως προς την ιδικήν μας φύσιν ο αναστάς Κύριος εγένετο τα πάντα τοίς πάσιν. Έγινε το ωραίον, το καλόν, το αληθές, το προσφιλές, το χαρμόσυνον, το θείον, το σοφόν, το αιώνιον· η μόνη μας αγάπη, η χαρά μας, όλον μας το αγαθόν, όλη μας η ζωή και όλη μας η προσδοκία και η ανάπαυσις.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Το Μυστήριο του Θείου Πάθους». Εκ του βιβλίου «Λόγοι Παρακλήσεως», σελ. 195-213.