Συναξαριακές Μορφές

Εορτών εορτή. Πέθανε για να αναστηθεί!

4 Απριλίου 2010

Από τις δεσποτικές εορτές, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει σε μεγαλύτερη περιωπή την Ανάσταση. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά γενικότερα η Ανάσταση είναι εκείνη που με το θεολογικό και λατρευτικό περιεχόμενό της σφραγίζει όλη τη σκέψη και τη ζωή της Ορθοδοξίας. Και έτσι έπρεπε να είναι. Γιατί η ίδια η Αγία Γραφή, της οποίας τη βαθύτερη και σωστή ερμηνεία κατέχει μόνη η Ορθοδοξία, την Ανάσταση του Χριστού φανερώνει ως  το ύψιστο και συγχρόνως θεμελιώδες γεγονός της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του πεσμένου Αδάμ. Η Ανάσταση του Κυρίου είναι το φως του φωτός όλης της Αγίας Γραφής, το σημείο στο οποίο συγκλίνουν και απ’ όπου φωτίζονται όλα τα νοήματα, όλες οι συμβολικότητες που περιέχονται στο Νόμο και τους Προφήτες και στο οποίο τείνουν και αποκορυφώνονται όλα τα γραφόμενα στη Καινή Διαθήκη. Οι προτυπώσεις και ειδοποιήσεις της Παλαιάς Διαθήκης δεν αφορούν μονάχα την έλευση του Λυτρωτή, αλλά εκβάλλουν και επεκτείνονται πέρα απ’ αυτή: στην Ανάσταση. Μπορεί να πει κανείς ότι δεν φθάνουν απλώς στην Ανάσταση, αλλά ξεκινούν απ’ αυτή για να παραστήσουν το έργο του Σωτήρα. Τα Ευαγγέλια εξάλλου προς αυτήν ρέουν και όλες οι λέξεις από τις οποίες είναι καμωμένα έχουν μια δικαίωση μονάχα όταν τις εννοούμε κάτω από τον διπλό προορισμό του Χριστού και των πιστών : την Ανάσταση. Όσο για το θεσπέσιο και μεγαλοπρεπές υπόμνημα των Ευαγγελίων, που είναι οι Επιστολές του Παύλου και των άλλων Αποστόλων, αυτό δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το Λόγο του Θεού σε όλη τη δόξα της Αναστάσεως. Ο Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών». Δεν έχει κανένα θεμέλιο και κανένα περιεχόμενο η πίστη και η ζωή της Εκκλησίας, αν δεν στηρίζεται και δεν τρέφεται από την Ανάσταση, αν δεν ξεκινά απ’ αυτή και δεν φωτίζεται απ’ αυτή. Τέλος η Αποκάλυψη του Ιωάννη, με την οποία τελειώνει η Αγία Γραφή, μας δόθηκε «εν τη Κυριακή ημέρα», κατά την οποία ο επιστήθιος μαθητής βρισκόταν ιδιαιτέρως μέσα στη θύμηση της Αναστάσεως. Και δεν είναι παρά μία επίκληση στον Εγερθέντα Κύριο, να ξαναέλθει πάνω στη γη, απ’ όπου ο Θεός τον ανέστησε.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν άδειασαν από το περιούσιο νόημά του αυτό το κήρυγμα, που οι προφήτες ετοίμασαν, ο Κύριος πραγματοποίησε και οι απόστολοι αποκορύφωσαν και στερέωσαν. Και γενικότερα όλη η Εκκλησία το κράτησε και το καλλιέργησε σε κάθε πλευρά της ζωής της. Ιδιαίτερα όμως στη λειτουργική πλευρά, όπου το Δόγμα συνδέεται αμεσότερα με την πράξη, που η Αλήθεια και η Ζωή, δηλαδή ο Χριστός, γίνεται βίωμα ακέραιο και τέλειο.

Ό,τι παρατηρείται στην Αγία Γραφή, το ίδιο παρατηρείται και στα λειτουργικά κείμενα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά εδώ πιο έντονα και πιο απτά. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το κεντρικό θέμα της ορθόδοξης λατρείας, όχι μόνο στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και παντού αλλού. Τα πάντα δεσπόζοντα από αυτό το γεγονός. Προς αυτό είναι προσανατολισμένοι όλοι οι ιεροί στίχοι της ορθόδοξης υμνωδίας. Η Ανάσταση είναι η μυστική πυξίδα του ορθόδοξου μυστικισμού, η μήτρα των ορθόδοξων λογισμών και αισθημάτων. Όλο σχεδόν το Ευαγγέλιο, η Ορθοδοξία το βλέπει αντίστροφα από τη χρονική σειρά των επεισοδίων και της διδασκαλίας που περιέχει. Η Ανάσταση δεν είναι το τέρμα, αλλά η αρχή, η προϋπόθεση, από την οποία η Εκκλησία αναμιμνήσκεται-θυμάται τη Γέννηση, τη Βάπτιση, τα θαύματα, τις παραβολές, την υπόλοιπη διδαχή του Κυρίου, τη Σταύρωση. Γίνεται μία μυστηριώδης, πνευματική μετατόπιση όλου εκείνου του μεγάλου μέρους της Αγίας Γραφής που προηγήθηκε ιστορικά από την Ανάσταση· μία μετατόπιση που το φέρνει πέρα απ’ αυτήν, διότι πέρα από την Ανάσταση η Εκκλησία έχει την αρχή της υποστάσεώς της.

Ο Χριστός αναστήθηκε  και μονάχα μετά απ’ αυτό το γεγονός η Εκκλησία δημιουργήθηκε. Τί είναι η Ανάσταση; Η απαρχή της Εκκλησίας. Η έναρξη της θεώσεως του ανθρώπινου γένους. Όπως ο Ιησούς εγέρθηκε από τη φθορά, έτσι κι εμείς μπορούμε πια να σηκωθούμε μαζί του από το θάνατο και να γίνουμε υιοί του Θεού. Αν ο Χριστός δεν αναστηνόταν, η θέωσή μας θα ήταν αδύνατη, η Εκκλησία δεν θα υπήρχε.

Όλα τα πριν από την Ανάσταση γεγονότα, που απαρτίζουν τον επίγειο βίο του Κυρίου, χωρίς να εξαιρεθεί ούτε η Σταύρωση, δεν έχουν πρωτεύουσα σημασία για τη σωτηρία μας. Και ο Σταυρός ακόμη δεν σώζει μόνος του τον άνθρωπο, αν δεν θεωρηθεί ως σύμβολο νίκης, ως αναπόσπαστο και χαροποιό τμήμα της Αναστάσεως. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να μας βγάλει από την πτώση μας με την Ανάστασή του. Πέθανε για να αναστηθεί. Ο Παύλος βλέπει το Σταυρό ως απόδειξη της θείας σοφίας και δυνάμεως και αυτές οι δύο λέξεις ανήκουν στο χαρούμενο αίσθημα που μας δίνει η Ανάσταση. Μέσα σε αυτό το αίσθημα προσκυνούμε και επικαλούμεθα το Σταυρό. Γι’ αυτό και ο θείος Χρυσόστομος, όταν μιλά για το Σταυρό, νοιώθει την ανάγκη να «ντύσει στα λευκά το λόγο του»· γι’ αυτό ονομάζει το Σταυρό «τρόπαιο», όπως και άλλοι πατέρες μέχρι  τον Μέγα Φώτιο.

Η ίδια η ακολουθία των Παθών δεν έχει τίποτε το καταθλιπτικό και το τραγικό, όπως συμβαίνει με τον τρόπο που βλέπουν οι πλανεμένοι δυτικοί τη Σταύρωση. Η Ορθοδοξία γιορτάζει το Πάθος μέσα από την Ανάσταση. Η Ανάσταση κεντά με το φως της, στηρίζει με την πληροφορία της το πένθος της Εκκλησίας. Η Ανάσταση είναι συνυφασμένη με την κατάνυξη των Παθών από τα πρώτα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο Κύριος που «επείγεται του παθείν αγαθότητι» δεν παύει να είναι ο Δεσπότης του παντός, «ο τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων» και η Εκκλησία τον ενδύει με «αίνεσιν, μεγαλωσύνην και δόξαν». Διότι τον βλέπει ως νικητή του θανάτου.

Για την Ορθοδοξία η Ανάσταση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία και από τη Γέννηση. Υπάρχει μια αντιστοιχία μορφής και σημασίας ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγάλα συμβάντα, που ανοίγουν και κλείνουν τον επίγειο βίο του Σωτήρος. Πρώτα-πρώτα έγιναν και τα δύο σε σπήλαια. Από το ένα, εκείνο της Βηθλεέμ, ο Υιός του Θεού ήλθε στο κόσμο μας και εμφανίσθηκε με μορφή δούλου, ως Υιός του Ανθρώπου. Από το άλλο, εκείνο του κήπου του Ιωσήφ, ο Υιός του Ανθρώπου βγαίνει από τον κόσμο μας στον πνευματικό κόσμο, από τον οποίον ήλθε, και ως Υιός του Ανθρώπου γίνεται τώρα πάλι και Υιός του Θεού. Τυλιγμένος με σπάργανα ήταν την πρώτη φορά, με  «σινδόνη καθαρά» είναι και τώρα. Εκεί άγγελοι έψαλλαν, εδώ επίσης άγγελοι πληροφορούν ότι ανέστη. Εκεί ήλθαν οι μάγοι με τα δώρα, εδώ οι μυροφόρες με τα αρώματα. Από το ένα σπήλαιο, ο ουρανός χάρισε τον Κύριο στη γη ως άνθρωπο. Από το άλλο, η γη τον αποδίδει στον ουρανό ως θεωθέντα άνθρωπο, με σάρκα άφθαρτη και πνευματική. Αλλά η σάρκα αυτή είμαστε εμείς οι πιστοί, το σύνολο των λυτρωμένων ανθρώπων, η Εκκλησία.

Η Γέννηση και η Σταύρωση είναι δύο μεγαλειώδη συμβάντα της θείας οικονομίας, που η θεία Αγάπη εκδηλώνεται σε όλη την τρυφερότητα και το συγκλονιστικό της νόημα. Βλέπουμε σε αυτά τους δύο πόλους της Κενώσεως. Αλλά η Κένωση δεν έγινε παρά για να εκπληρωθούν οι σκοποί της θείας Αγάπης. Και οι σκοποί αυτοί εκπληρώνονται με την Ανάσταση. Η Ανάσταση πραγματοποιεί εκείνο, για το οποίο ο Υιός του Θεού ήλθε στον κόσμο (Γέννηση) και έχυσε το αίμα του (Σταύρωση): την επαναφορά του πεσμένου Αδάμ, τη θέωση του ανθρώπινου γένους.

Έτσι η Εκκλησία μας γιορτάζει ως το πιο σπουδαίο γεγονός της θείας οικονομίας την Ανάσταση και την αποκαλεί «εορτών εορτήν και πανήγυριν πανηγύρεων». Στο πνευματικό τοπίο της ορθόδοξης λατρείας, το Πάσχα είναι η υψηλότερη κορυφή, η θριαμβευτικότερη ανάπλαση των αισθημάτων της ορθόδοξης ψυχής. Η Εκκλησία «χορεύει και σκιρτά όχι πια μπροστά στη σκιώδη κιβωτό, όπως ο Δαυίδ, αλλά μπροστά στην έκβαση των συμβόλων», στην Ανάσταση του Χριστού, όπου όλες οι προφητείες καταλήγουν και καταυγάζονται, όπου η θεία Αγάπη θριαμβεύει, όπου η σωτηρία μας γίνεται πραγματικότητα.

(Σχόλιο του περιοδικού «Κιβωτός»)