Συναξαριακές Μορφές

Το Πάσχα είναι μια έκρηξη χαράς!

9 Απριλίου 2010

 Το Πάσχα στην Ορθοδοξία είναι η «εορτή των εορτών», η «βασιλίς και κυρία» (η’ ωδή Κανόνος Αναστάσεως).  Η γιορτή είναι κρουνός θείας ζωής, απ’ όπου χύνεται υπερφυσικό φως μέσα στα σκοτάδια, τα στερημένα το νόημα της επίγειας ζωής. Το Πάσχα είναι εκείνη η ξεχωριστή πηγή, απ’ όπου αναβλύζει η θεία ζωή και από αυτήν το φως, που δίνει το πλήρες νόημα στην ύπαρξη της ιστορίας. Με αυτή τη γιορτή η ανθρώπινη φύση, δεν φωτίζεται μόνο παροδικά, από μια θεία ακτίνα, που δείχνει πως δεν είναι από μόνη της αυθύπαρκτη, αλλά η θεία ζωή εισχωρεί μέσα της για πάντα. Αυτό το γεγονός τη μεταμορφώνει, την πνευματώνει, την αποδεσμεύει από τα πράγματα του κόσμου που την φθείρουν κι οδηγούν το σώμα στην αποσύνθεση και τη ψυχή στα σκοτάδια της κόλασης.

Γι’ αυτό, το Πάσχα είναι μια έκρηξη χαράς, που διαιωνίζει την έκρηξη χαράς των Αποστόλων, που είδαν τον Κύριο αναστημένο. Οι ορθόδοξοι πιστοί εκφράζουν τη χαρά τους, ανταλλάσσοντας τον χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη» – «Αληθώς Ανέστη» μέχρι την Ανάληψη του Κυρίου, οπότε ο χαιρετισμός τους γίνεται «Ο Κύριος ανελήφθη στον ουρανό», μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής, που προηγείται της ολικής Πεντηκοστής, που θα συντελεστεί στο τέλος της ιστορίας.

Αυτή η χαρά έχει μέσα της τόσο ενθουσιασμό, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια «ιερή μέθη», μια «νηφάλια μέθη». Γι’ αύτη τη μέθη έχει μιλήσει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Πραγματικά μπορεί να θεωρηθεί σαν μια «μέθη», αλλά μια «νηφάλια» μέθη, γιατί προέρχεται από την πιο αυθεντική πραγματικότητα από τη φανέρωση της θαυμαστής πραγματικότητας της αιώνιας και ακέραιης ζωής, που ξεπερνά κάθε φαντασία. Γι’ αυτό το λόγο ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης δηλώνει πως οι άγγελοι δεν έχουν φαντασία, γιατί ή πραγματικότητα που βλέπουν ξεπερνά τη φαντασία. Ο ενθουσιασμός που κατέλαβε τους  Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής, φάνταζε στα μάτια, όσων τους έβλεπαν σαν «μέθη». Είχε, όμως αρχίσει με την Ανάσταση. Αυτός ο ενθουσιασμός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πασχάλιας χαράς των πιστών και παραμένει ως θεμέλιο της πνευματικής τους ζωής σε όλη τη διάρκεια της επίγειάς τους ύπαρξης. Είναι προϊόν του «οίνου της καινής αμπέλου», για την οποία μίλησε ο Ιησούς τις παραμονές του Πάθους Του (Μαρκ. 14, 25). Ένας πασχαλινός ύμνος ψάλλει: «Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος, της θείας ευφροσύνης, εν τη ευσήμω ημέρα της εγέρσεως, Βασιλείας τε Χριστού κοινωνήσωμεν» (Τροπάριο η’ ωδής. Κανόνας Αναστάσεως).

Οι γυναίκες, αφού πληροφορήθηκαν από τον άγγελο ότι ο Κύριος αναστήθηκε, «τρέχουν μετά φόβου και χαράς μεγάλης» να φέρουν την είδηση στους Αποστόλους. Ο Αναστημένος Χριστός, επιβεβαιώνοντας τη χαρά τους, τους απευθύνει σαν πρώτο λόγο το «χαίρετε», όταν τις συναντά, (Ματθ. 28,9). Από τότε, όλοι όσοι πιστεύουν, τρέχουν με χαρά κάθε νύχτα του Πάσχα και στις επόμενες σαράντα μέρες, χαιρετούν όσους συναντούν με το: «Χριστός Ανέστη».

Η χαρά είναι η σπουδαιότερη κατάσταση, που προκάλεσε η είδηση της Ανάστασης στους ανθρώπους. Γιατί ως τότε ήξεραν πως η ζωή τους τελειώνει αμετάκλητα με το θάνατο. Αυτή η χαρά διατηρείται μέσα μας πάντα, αλλά αναζωπυρώνεται με ιδιαίτερη ζωηράδα τη νύχτα της Αναστάσεως. Οι γυναίκες χαίρονται όχι μόνο γιατί θα ξαναδούν τον αγαπημένο τους Διδάσκαλο, αλλά και γιατί η Ανάστασή του κάνει πέρα το θάνατο ως οριστικό τέλος της επίγειας ζωής τους, και ανοίγει γι’ αυτές την προοπτική της αιωνιότητας. Αυτό ακριβώς είναι η αιτία της χαράς μας.

Αυτό το γεγονός έφερε στη ζωή των ανθρώπων μια ριζική αλλαγή, μια βαθειά επανάσταση. Εισέδυσε μέσα της το πλήρες φως. Το περιεχόμενό της απόκτησε ανυπολόγιστη αξία. Γέμισε απεριόριστη χαρά. Οι μυροφόρες το ένιωσαν σαν αστραποβόλημα. Και την επιβεβαίωση που έδωσε ο Χριστός σ’ αυτή την αιτία της χαράς τους, μας τη δίνει από τότε αδιάκοπα με το Άγιο Πνεύμα. Χάρη σ’ αυτή την επιβεβαίωση οι Απόστολοι μπόρεσαν να δώσουν όλη τους τη ζωή, μαρτυρώντας ότι ο Χριστός αναστήθηκε. Χάρη σ’ αυτήν εκατομμύρια μάρτυρες πλήρωσαν με τη ζωή τους αυτή τη μαρτυρία. Από αυτήν προήλθαν οι αναρίθμητοι άγιοι κι οι πιστοί δεν μπορούν να βρουν ένα νόημα στη ζωή, έξω από την πίστη στην ανάσταση. Όλοι μπόρεσαν και μπορούν να απαρνηθούν αυτή τη ζωή, έχοντας τη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, χάρη στην ανάσταση του Χριστού, που επισφράγισε ο ίδιος εν Αγίω Πνεύματι.

Η ανθρώπινη ύπαρξη γέμισε από την Ανάσταση του Κυρίου με την ξεχωριστή εκείνη χαρά, τη μόνη πραγματική και πλήρη.

Μέσα στη νύχτα του χωρίς νόημα κόσμου, του υποταγμένου στο θάνατο, μέσα στον κόσμο όπου όλα τα σκιρτήματα μιας νέας ζωής, όλες οι πρόσκαιρες μικροχαρές κι όλες οι ελπίδες για μια ζωή αιώνια και μακάρια αποδείχνονται αποσπάσματα νοήματος, χωρίς δυνατότητα να ολοκληρωθούν, γιατί τα κομματιάζει ο θάνατος, ξεπήδησε το φως του ακέραιου νοήματος, με την προοπτική της πραγμάτωσης, της ολοκλήρωσής τους.

Όλες οι άλλες ανθρώπινες χαρές συνοδεύονται από θλίψεις· από πάνω τους διαγράφεται η μαύρη φτερούγα του θανάτου, που ο ίσκιος του γίνεται όλο και πιο πυκνός με την αρρώστια και με την βαθμιαία φθορά του σώματος.  Ο φόβος του θανάτου προκαλεί μέσα μας τη μέριμνα, για την παράταση της ζωής και την εξασφάλιση της υγείας μας με όλα τα μέσα, αναπτύσσοντας μέσα μας τον εγωισμό και τη λησμονιά των καθηκόντων, που έχουμε απέναντι στους άλλους.

Επί πλέον, οι επίγειες χαρές όχι μόνο είναι εφήμερες, αλλά και ατελείς. Οι σαρκικές ηδονές είναι ατελείς, γιατί το πνεύμα μένει ανικανοποίητο απ’ αυτές. Οι πνευματικές χαρές είναι κι αυτές ατελείς, γιατί ο άνθρωπος υποφέρει εξαιτίας της περιορισμένης του γνώσης, της αγάπης και της καθαρότητας των αισθημάτων του απέναντι στους άλλους.

Αλλά η χαρά της Ανάστασης δεν είναι ούτε εφήμερη, ούτε ατελής. Είναι η κατ’ εξοχήν χαρά, γιατί παρέχει τη βεβαιότητα της αιώνιας και ολοκληρωμένης ζωής. Γι’ αυτό στη διάρκεια της γιορτής του Πάσχα, η Εκκλησίας ψάλλει να μην είναι κανείς λυπημένος, κανείς να μην κλαίει, γιατί όλες οι αιτίες της λύπης είναι ασήμαντες, αν συγκριθούν με την αιτία της χαράς, που έχει απεριόριστη σημασία και που είναι η Ανάσταση. Γιατί να θλιβόμαστε για αιτίες που τις προξενεί ο φόβος του θανάτου, τη στιγμή που η Ανάσταση του Χριστού μας βεβαιώνει, πως με το θάνατο μεταβαίνουμε στην αιώνια ζωή;  Η Εκκλησία ψάλλει: «Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα. Ω Πάσχα λύτρον λύπης» (Στιχηρό Αίνων του Πάσχα).

(+Πρωτ. Δημ. Στανιλοάε, «Στο φως του Σταυρού και της Αναστάσεως»)