Συναξαριακές Μορφές

Με μια λαμπάδα αναμμένη στο χέρι διαδηλώνουμε! Όλα γέμισαν πάλι φως. Υπάρχουμε!

13 Απριλίου 2010

 Με το φως στη καρδιά

Πόσους αιώνες ζήσαμε, οι Έλληνες εμείς, σ’ αυτό το ανήσυχο ακρόπρωρο της Ευρώπης, ρωτώντας για το θάνατο, με τα μάτια καρφωμένα στο σκοτεινό σημείο της φυγής του ανθρώπου από τη ζωή ! Ο ουρανός και το διεγερτικό για το πνεύμα φως του μας άφησαν από την αρχαιότητα ανοιχτούς, έκθετους στο μυστήριο. Κάτι περισσότερο : ξύπνησαν μέσα μας τη μεγάλη απορία του θανάτου, το ριζικό ερώτημα που με το στόμα των τραγικών το ρίξαμε καταπρόσωπο της μοίρας μας και τ’ ονομάσαμε Ύβρη. Γιατί πουθενά αλλού ίσως όσο στον τόπο αυτό, ο άνθρωπος δεν κέρδισε ζώντας τη βεβαιότητα για την αθανασία του και δεν την είδε να συντρίβεται μέσα στο θάνατο.

Αλλά η βιωμένη αλήθεια της ύπαρξης, η αθανασία,  φάνηκε υπέρτερη και πιο δημιουργική απ’ τον θάνατο : τον κατανίκησε με το μύθο κι άνοιξε ένα πέρασμα στο σκοτάδι με το μαχαίρι της πίστης. Αυτή η πίστη αποκαλύφθηκε ορθή με τη σάρκωση του Θεού, με το Πάθος και την Ανάστασή του. Η εσωτερική βεβαιότητα του ανθρώπου πως πεθαίνοντας δεν πεθαίνει -γιατί αν πεθαίνει, το παράλογο κατακυριεύει τη ζωή και τη συντρίβει-θριαμβεύει με τη χριστιανική πίστη και αναγορεύεται μέσα στην Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη ως ο πρώτος κι έσχατος λόγος της ζωής: ο λόγος για να υπάρχουμε, είναι για να είμαστε αθάνατοι. Για να πεθάνουμε, ώστε να ελευθερωθούμε απ’ τη ζωή αυτή, και να αναστηθούμε, αιώνιοι μέσα στη δόξα του αιώνιου Θεού.

Ο πολιτισμός, είναι μια γόνιμη, δυναμική ερμηνεία της ζωής με τον κανόνα του πνεύματος. Κι όταν ο πολιτισμός περνά κρίση τότε το πνεύμα υποχωρεί, και ο κόσμος ξαναζεί το θάνατό του, την απελπισία του θανάτου. Σήμερα, ακριβώς αυτό συμβαίνει: ο κόσμος ολόκληρος ζει το θάνατο και η απελπισία του θανάτου ανατινάζει τους θεσμούς της ζωής και κάνει την ύπαρξη ένα γεγονός παράλογο, εξωφρενικό. Την κρίση αυτή, το σκότος του θανάτου, την άρνηση της αθανασίας του ανθρώπου εκφράζει σαρωτικά όχι μόνο η σύγχρονη λογοτεχνία αλλά και η ιστορία των καιρών μας.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ακριβώς αυτό διατράνωσε : την απιστία στην αθανασία του ανθρώπου που εξέφρασε ζοφερά ο φασισμός. Αυτό ζούμε και σήμερα με τον κομμουνισμό : την ανυποληψία του ανθρώπινου προσώπου μέσα στις συντεταγμένες της ιστορίας, ακριβώς γιατί υπάρχει στο μαρξισμό η πίστη πως ο άνθρωπος είναι ον θνητό, επομένως όργανο λειτουργίας της ιστορίας και τίποτα περισσότερο.

Και να που πάνω στο δραματικό για την ελληνική φύση ανήφορο της άνοιξης προς το μέγα θέρος, ξαφνικά λάμπει ο κόσμος : προβάλλει η Ανάσταση του Χριστού. Όχι μόνο ως γεγονός ιστορικό, αλλά ως γεγονός ανεξάντλητο, επαναλαμβανόμενο, διαρκώς έγκυρο, που μας αφορά προσωπικά και άμεσα: η ανάσταση μας, η αναβίωση της μεγάλης τραγικής ελπίδας πως πεθαίνοντας, αλλά μεταγόμαστε στην αιώνια ζωή, στη ζωή της ελευθερίας απ’ τον πόνο και το θάνατο. Το συνταραχτικό γεγονός της Ανάστασης νοηματίζει ξαφνικά το πάθος της ελευθερίας και δικαιώνει την ύπαρξη μας στο κόσμο. Δικαιώνει όχι μονάχα την ιστορία αλλά και τον ίδιο τον κόσμο ως δημιουργία. Να γιατί οι Έλληνες δεν μπορούσαμε παρά να θέσουμε επικεφαλής της χριστιανικής μας πίστης και της Εκκλησίας – κιβωτού αθανασίας- την Ανάσταση ως την Εορτή των Εορτών του ανθρώπινου γένους. Γιατί το γεγονός της ανάστασης ακριβώς αποκρίθηκε στον αρχαίο ελληνικό καημό και πλημμύρισε τη ζωή φως κι ελπίδα. Το παράλογο κατανικάται και η χαρά της μοναδικής αυτής νίκης καταυγάζει τη νύχτα του κόσμου. Με μια λαμπάδα αναμμένη στο χέρι διαδηλώνουμε τη νίκη αυτή που ο ίδιος ο Θεός με το να σαρκωθεί, να πάθει, να μπει στο θάνατο και να τον καταπατήσει, να τον εξουθενώσει, πραγματοποίησε για λογαριασμό του γένους των ανθρώπων. Τη νύχτα αυτή έστρεψε πάλι προς τον ουρανό το ρεύμα της ιστορίας και την καθημαγμένη από την παρακοή ελευθερία μας την ακεραίωσε πάλι, πλάθοντας μέσα στο μνήμα τον νέο Αδάμ, τον άνθρωπο με την αναστάσιμη λαμπάδα αναμμένη στο χέρι. Το ρίγος μιας αγέραστης ελπίδας και μιας ακατάβλητης πίστης μας στηρίζει μέσα σ’ αυτή την παραφροσύνη όπου βυθίζεται ένας κόσμος που δεν πιστεύει παρά μονάχα στο θάνατο.

Χριστός ανέστη! Όλα γέμισαν πάλι φως. Υπάρχουμε!  

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος