Θεολογία και ΖωήΣυναξαριακές Μορφές

Παράδεισος και γη είναι ένα!

14 Απριλίου 2010

Να πίνει κανείς πνευματικά από ένα πρόσωπο, σημαίνει κοινωνία μαζί του. Να πίνει πνευματικά από το πρόσωπο του Χριστού, σημαίνει να κοινωνεί με μια πηγή ατελεύτητης πνευματικής δύναμης, που έκανε άφθαρτο και το σώμα που προσέλαβε και τα σώματα εκείνων, που κοινωνούν μαζί της. Το αναστημένο σώμα του Χριστού έχει πνευματωθεί από τη δύναμη του θεωμένου πνεύματός του. Κι αυτή η πνευματοποιημένη κατάσταση το πνευματώνει σε τέτοιο βαθμό, που δεν νοείται πια ως αδιαπέραστο αντικείμενο, αλλά, με το να έχει αφομοιώσει την ιδιότητα του ρευστού υποκειμένου, (νοείται) ως διεισδυτικό και μεταδόσιμο, ικανό να εσωτερικευθεί στα άλλα υποκείμενα, ως το καθαυτό πνευματικό υποκείμενο. «Την εαυτού σάρκα λύχνου τρόπον εξάψας τω φωτί της εαυτού θεότητας», λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Το σώμα γίνεται φωτεινό όπως η θεότητά του, καθώς αυτή το φωτίζει, ή όπως η θεωμένη φύση του Χριστού.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, το όριο ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο υπερβαίνεται. Ακόμη και τα όρια ανάμεσα στο εγώ και στο εσύ υπερβαίνονται, χωρίς να συγχέονται. Είσαι μέσα μου, μέσα στο υποκείμενο μου κι εγώ γίνομαι υποκείμενο μέσα σου. Όλα είναι μέσα στην υποκειμενικότητά μου, χωρίς να χάνουν την πραγματικότητά τους ή την αντικειμενικότητά τους μέσα μου, άλλα να βρίσκουν όλη τους τη σημασία και το βάθος και να παραμένουν πηγή αστείρευτη του πλούτου μου.

 Η ιδέα της πανενότητας της δημιουργίας εν Θεώ (άνθρωποι, άγγελοι, φύση), έχει εκφραστεί από τον άγιο Αθανάσιο με τον ακόλουθο τρόπο: «Ο Λόγος, που δι’ αυτού κι εν αύτω δημιουργήθηκαν τα πάντα, οδηγεί εκ νέου ολόκληρη την κτίση  -που είχε εγκαταλείψει την κίνηση που της είχε δοθεί (να ακολουθεί) -και την ανασυστήνει και την συνάγει. Οι διαιρέσεις που φάνηκαν μέσα στη κτίση, από το χωρισμό των στοιχείων  -που ήταν προορισμένα να συγκρατούν τη κτίση σ’ ένα όλον και να μην την αφήνουν να διαιρεθεί- ξεπεράστηκαν στο Χριστό και η ενοποιός εξουσία πραγματοποιημένη μέσα του, ενεργεί ενοποιητικά μέσα σ’ όλη τη δημιουργία. Με το θάνατο και την ανάστασή του απομάκρυνε το χωρισμό ανάμεσα στον παράδεισο και στον κόσμο, που φάνηκε μετά την πτώση και άνοιξε στο ανθρώπινο γένος τον απαγορευμένο παράδεισο, γιατί Αυτός ο Ίδιος ξαναγυρνά μετά την ανάσταση στη γη και δείχνει πως παράδεισος και γη είναι ένα. Με την Ανάληψη στον ουρανό, ενώνει, τον ουρανό με τη γη και υψώνει το ανθρώπινο σώμα, που προσέλαβε, το αποτελεσμένο από την ίδια ουσία και ύλη με το δικό μας. Ανεβαίνοντας μαζί με τη ψυχή και το σώμα ψηλότερα από τις αγγελικές χοροστασίες, αποκαθιστά την ενότητα ανάμεσα στον αισθητό κόσμο και στο νοητό και εξασφαλίζει την αρμονία ολόκληρης της κτίσης». (J, Meyendorff, Le Christ dans la theoologie byzantine, Cerf, Paris 1969 p. 194)

Τα πάντα βρήκαν το πλήρες φως του σκοπού τους με την ανάσταση. Άνοιξε ο παράδεισος της πλήρους κοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους και το Θεό και αναμεταξύ τους. Χάρη σ’ αυτό, τώρα όλοι δοξάζουν συνειδητά ή ασυνείδητα το Χριστό. «Πεφώτισται τα σύμπαντα τη Αναστάσει σου, Κύριε, και ο Παράδεισος πάλιν ηνέωκται πάσα δε η κτίσις ανευφημούσά σε, ύμνον σοι καθ’ εκάστην προσφέρει» (Αναστάσιμο στιχηρό των Αίνων γ’ ήχου). Ο ύμνος της Εκκλησίας εκφράζει την εμπειρία της οικουμενικής απαρχής μιας πλήρους κοινωνίας των πάντων (πανενότητας) σαν παρόρμηση, που κάνει τους πιστούς ν’ αγκαλιάζονται, να αποκαλούν αδελφούς και τους εχθρούς τους ακόμη, να αλληλοσυγχωρούνται: «Αναστάσεως ημέρα, και λαμπρυνθώμεν τη πανήγυρει και αλλή­λους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς· συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει…» (Δοξαστικό Κυριακής του Πάσχα).

Η διαφάνεια των σωμάτων, επειδή αντιστοιχεί στη διαφάνεια των ψυχών, σημαίνει μια ολοκληρωτική εσωτερική οικειότητα.

Μέσα σε αυτή την αμοιβαία και βαθειά εσωτερικότητα των προσώπων, που έχει για κεντρικό υποκείμενο το Χριστό, Αυτός δεν είναι μόνο η πηγή του ζώντος ύδατος μιας ανακαινισμένης αιώνια και ανεξάντλητης ύπαρξης, σε όλο τον πλούτο και την ανεξάντλητη ανανέωσή της, αλλά ακόμη είναι η πηγή του φωτός που φωτίζει ολόκληρη την πραγματικότητα, που έχει γίνει κοινωνία των πάντων (πανενότητα). Αυτή η εν προσώπω κοινωνία των πάντων φωτίζεται από ένα φως ισοδύναμο με την τέλεια απλότητα, με την καθαρότητα, με την αγιότητα αυτής της τέλειας και παγκόσμιας κοινωνίας. Όπου δεν υπάρχει καθαρότητα μέσα στις σχέσεις, δεν υπάρχει ούτε η πλήρης κοινωνία και αντίστροφα.

Ο Χριστός είναι το φως ως θεανθρώπινο πρόσωπο, που ανακαλύπτεται πλήρως. Ανακαλύπτεται από την αναστημένη ανθρωπότητα, σε όλο το απέραντο βάθος με την ιδιότητα της δημιουργικής αίτιας, που συντηρεί τα πάντα μέσα στην ενότητα, γιατί από Αυτόν πηγάζει η καθαρότητα της απέραντα γενναιόδωρης αγάπης για όλους και για όλα. Αυτή η αγιότητα της πλήρους κοινωνίας που αρχίζει, που πηγάζει από την ανάσταση του Χριστού, γεμίζει τον κόσμο στη μέση της νύχτας, με μια ατμόσφαιρα αγιότητας, φωτεινότητας, διαφάνειας και προσέγγισης. Όλα αυτά γεννούν το ολικό συναίσθημα της ειρήνης που υπερβαίνει τον κόσμο. Ο ουρανός εισχωρεί μέσα στον κόσμο και τον φαιδρύνει, όπως στην αρχή, δίνοντάς του το μεγαλείο της γιορτής: «Ως όντως ιερά και πανέορτος αύτη η σωτήριος νυξ και φωταυγής, της λαμπροφόρου ημέρας της εγέρσεως ούσα προάγγελος εν η το άχρονον φως εκ τάφου σωματικώς πάσιν επέλαμψεν» (ζ’ ωδή Κανόνα Αναστάσεως).

Η γιορτή του Πάσχα βιώνεται σαν μια ολική υπέρβαση, που πραγματοποιεί η κτίση μέσα στον αναστημένο Χριστό. Αυτή η υπέρβαση -πού ονομάζεται απ’ την Εκκλησία Πάσχα- βιώνεται μέσα σε άφατη χαρά. Οι θαυμαστές ιδιότητες αυτής της ζωής του επέκτεινα, στην οποία μεταβάλλει την επίγεια ζωή η ανάσταση, εκφράστηκαν από την  Εκκλησία με μια σειρά κατηγοριών χωρίς τέλος και με τις οποίες η Εκκλησία προσπαθεί να περιγράψει την απερίγραπτη τάξη, την εντελώς καινούργια και απέραντα πλούσια αυτής της ζωής: «Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται· Πάσχα καινόν, άγιον Πάσχα μυστικόν· Πάσχα πανσεβάσμιον Πάσχα Χριστός ο λυτρωτής· Πάσχα άμωμον Πάσχα μέγα, Πάσχα των πιστών Πάσχα το πύλας ημίν του Παραδείσου ανοίξαν Πάσχα πάντας αγιάζον πιστούς» (θ’ ωδή Κανόνα Αναστάσεως).

Ήδη αναφέραμε ότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είδε στο αναστημένο σώμα του Κυρίου, ένα λυχνάρι πνευματικοποιημένο, απ’ όπου ακτινοβολεί η θεότητα ανεμπόδιστα. Η υμνολογία της Εκκλησίας προσθέτει σ’ αυτό το γεγονός, ότι αυτή η λειτουργία του αναστημένου σώματος του Χριστού, αποτελεί τον υψηλότερο βαθμό, τον οποίο μπορεί να φθάσει ένα ανθρώπινο σώμα. Είναι ο εσχατολογικός βαθμός, στον οποίο θα υψωθούν τα σώματα όλων. Το φως που ακτινοβολεί από το σώμα του Χριστού είναι το ανέσπερο φως του μέλλοντος αιώνος. Ο Χριστός είναι έτσι το τέλος των αιώνων. Στην ανθρωπότητά του συμπυκνώνεται συνάμα και το φως, στο οποίο θα υψωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα, μέσα από τις ιστορικές της προσπάθειες. Βλέπουμε ακόμη στο Χριστό το αποτέλεσμα της δικής μας μελλοντικής ιστορίας. Όλα τα σκοτάδια, ακόμα κι αυτά πού μπορεί να προβάλλει η κόλαση, σκοτάδια μέσα στα οποία συμπυκνώνονται και τα ιστορικά αμαρτήματα των ανθρώπων, θα κλειστούν αυστηρά στη κόλαση. Αν υπάρχει ακόμη κόλαση δεν μπορεί πια να ρίχνει πάνω στο κόσμο καμιά σκιά, τίποτε το χωρίς νόημα. Οι δεσμοί της με το κόσμο θα κοπούν. Αναμφίβολα, πρόκειται για το κόσμο εκείνων που πίστεψαν στην ανάσταση του Χριστού, γιατί σ’ αυτό το κόσμο, που το όριο μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας έχει ξεπεραστεί, η αντικειμενικότητα έχει μεταμορφωθεί πραγματικά από την υποκειμενικότητα της πίστης, από το φως της πίστης. Τα σκοτάδια της κόλασης θα έχουν κι αυτά ακόμη μια αντικειμενικότητα, που δύσκολα χωρίζεται από τη φαντασία όσων αλλοίωσαν ολοκληρωτικά το είναι τους, κόβοντας τους δεσμούς με την αυθεντική πραγματικότητα. Δεν θα είναι μια αντικειμενική αλλοίωση της πραγματικότητας και του φωτός, στο οποίο υψώθηκε η εν Θεώ πραγματικότητα. Αλλά, ενώ οι αναστημένοι θα μεταμορφώσουν την πραγματικότητα, κάνοντας την υποκειμενική, σύμφωνα με τη δική τους θεωμένη κατάσταση, αντίθετα οι κάτοικοι της κόλασης θα σχηματίσουν μια υποκειμενική εικόνα της πραγματικότητας, αλλοιωμένη, χωρίς να την τροποποιήσουν αντικειμενικά.

Αντίστοιχα το φως του μέλλοντος αιώνος, παρόν μετά την ανάσταση του Χριστού, δεν θα είναι ένα απρόσωπο φως, δηλαδή ένα σύστημα λογικών αρχών αιώνιων, πλήρως αποκαλυμμένων.

Θα είναι το φώς του ανώτερου Προσώπου, ταυτόχρονα θείου και ανθρώπινου. Επομένως και η πνευματική θαλπωρή της υψηλότερης αγάπης του Θεού, γίνεται συγκεκριμένη κατά τρόπον ανθρώπινο, αφού ο Θεός έγινε και παραμένει στον αιώνα και άνθρωπος. «Εσπερινήν προσκύνησιν προσφέρομέν σοι τω ανεσπέρω φωτί, τω επί τέλει των αιώνων, ως εν εσόπτρω διά σαρκός λάμψαντι τω κόσμω και μέχρις Άδου κατελθόντι και το εκείσε σκότος λύσαντι, και το φώς της Αναστάσεως τοις έθνεσι δείξαντι, Φωτοδότα Κύριε, δόξα σοι» (Στιχηρό Εσπερινού Τετάρτης Πάσχα).

(+Πρωτ. Δημ.Στανιλοάε, «Στο φως του Σταυρού και της Αναστάσεως»)