Θεολογία και ΖωήΣυναξαριακές Μορφές

«Υπάρχει πολύς κόσμος, κι όμως δεν υπάρχει κανείς»!

25 Απριλίου 2010

Η θεραπεία των ασθενών

Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη (5, 1-15). αναφέρει ότι κοντά στη δεξαμενή των προβάτων στην Ιερουσαλήμ συνωθούνταν πλήθος ασθενών προσμένοντας να γίνουν καλά. Από καιρό σε καιρό το νερό ανακινείτο και ο πρώτος που κατάφερνε να μπει μέσα μετά την αναταραχή του νερού θεραπευόταν, όποια κι αν ήταν η αρρώστια που τον είχε προσβάλει. Εκεί στην άκρη της δεξαμενής βρισκόταν κι ένας άνθρωπος παράλυτος τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Η αρρώστια του δεν του επέτρεπε ούτε μία φορά να βουτήξει πρώτος στο νερό. Στα μέρη εκείνα φτάνει και ο Σωτήρας Χριστός διακρίνει τον κατάκοιτο και τον ρωτάει τί έχει και γιατί δεν μπορεί να ξαναβρεί την υγεία του στα τόσα χρόνια που περιμένει. Και ο άνθρωπος του δίνει ενδεχομένως την πιο τρομερή απάντηση: «Δεν υπάρχει κανένας να με βοηθήσει να βουτήξω σε τούτα τα νερά». Μια ρώσικη παροιμία λέει: «Υπάρχει πολύς κόσμος, κι όμως δεν υπάρχει κανείς».

Είχε όσους ανθρώπους  ήθελε, όμως ο καθένας από αυτούς ήταν αποκλειστικά απασχολημένος με τη σκέψη της προσωπικής του θεραπείας, ή της θεραπείας κάποιου συγγενή ή στενού του φίλου. Ο άνθρωπος αυτός δεν είχε κανέναν στον κόσμο να προστρέξει σε βοήθειά του. Τριάντα οκτώ χρόνια ήταν  κατάκοιτος, άρρωστος, διχασμένος ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία. Δεν είναι πράγματι φοβερό;

Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που αντιμετωπίζουμε. Γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται την ίαση. Δεν εννοώ μόνο τη φυσική ίαση, αναφέρομαι και στην πνευματική βοήθεια που θα επέτρεπε σ’ έναν άνθρωπο, χτυπημένο από τη ζωή, να δημιουργήσει και να ζήσει με χαρά. Πόσοι άνθρωποι δεν υπάρχουν πού, ενόσω ζουν, περιμένουν από κάποιον να τους απευθύνει ένα λόγο ελπίδας, να τους χτυπήσει φιλικά στον ώμο, να τους χαρίσει ένα βλέμμα κατανόησης και έτσι να τους ανοίξει μία καινούρια σελίδα στη ζωή ή τουλάχιστον να τους μεταδώσει μία ώθηση, μια ελπίδα, που θα τους καθοδηγήσει σ’ αυτή τη ζωή; Πόσα εκατομμύρια άνθρωποι δεν λυγίζουν σήμερα απ’ αυτή την έλλειψη, τόσο σε φυσικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο; Υπάρχει πολύς κόσμος, κι όμως δεν υπάρχει κανείς… Τριάντα οκτώ χρόνια ο συγκεκριμένος άνθρωπος παραμένει κατάκοιτος. Πόσοι άνθρωποι δεν θα περάσουν όλη τη ζωή τους με τον ίδιο τρόπο; Μπορεί να μην είναι ξαπλωμένοι σ’ ένα κρεβάτι, όμως, με ψυχή κομματιασμένη, θα μεγαλώνουν ηλικιακά, θα ταλαιπωρούνται με ατελείωτες μετακινήσεις, θα περνούν από τη μία απελπισία στην άλλη, προσμένοντας ότι κάποιος θα τους δει ως ζώσα ύπαρξη, ως ύπαρξη που έχει ανάγκη βοήθειας και όχι ως αντικείμενο που έτυχε να ριχτεί δίπλα τους.

Το δεύτερο πράγμα που μ’ εντυπωσιάζει στη συγκεκριμένη περικοπή είναι η παντελής απουσία του προσώπου. Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, όλων αυτών των τριάντα οκτώ ετών, κάθε χρόνο εμφανιζόταν ασφαλώς κάποιος που κατέβαινε σ’ εκείνα τα ταραγμένα νερά και δεχόταν την ίασή  του. Σ’ αυτά τα τριάντα οκτώ χρόνια, κανένας δεν σκέφτηκε ν’ αναρωτηθεί: «Εγώ δεν είμαι πολύ καιρό άρρωστος ούτε και η ασθένειά μου είναι πολύ βαριά· δεν θα μπορούσα άραγε να βοηθήσω τούτο τον άνθρωπο; Την επόμενη χρονιά το ίδιο πράγμα μπορεί να συμβεί και σε μένα, αλλά σήμερα θα είμαι εγώ που θα τον βοηθήσω». Αυτό το ερώτημα τίθεται στον καθένα μας. Πόσοι άνθρωποι, άνθρωποι σαν κι εμάς. δεν χρειάζονται βοήθεια; Αν μας άπλωναν ένα χέρι βοήθειας, θα το αρπάζαμε με βιασύνη, σπρώχνοντας ενδεχομένως και πετώντας κάτω κάποιον άλλον, για τον οποίο τούτη η βοήθεια θα ήταν πολύ πιο ωφέλιμη απ’ ό,τι για μας.

Να λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ αυτή την περικοπή , που έχει κυριολεκτικά λιώσει από δοκιμασίες πολύ χειρότερες από τις δικές μας. Κι αυτό επαναλαμβάνεται συχνά στη ζωή. Και πόσο φοβερή είναι η σκέψη ότι μέσα από ένα ολόκληρο πλήθος ούτε ένας δεν ήθελε να θυσιαστεί μεταθέτοντας χρονικά κατά ένα έτος τη δική του θεραπεία για να σώσει τούτο τον παραλυτικό, που για τριάντα οκτώ χρόνια υπέφερε τόσο ψυχικά όσο και σωματικά. Και έρχεται ο Χριστός. Ο Χριστός είναι το αυθεντικό Πρόσωπο. όχι μόνο στο μέτρο που είναι ένα πρόσωπο πραγματικό, όπως και εμείς, με την πλήρη σημασία του όρου, αλλά και στο βαθμό που είναι απαλλαγμένο από κάθε σκιά. Αγνοεί το κακό, δεν κινείται με κέντρο τον εαυτό Του, είναι όλος αγάπη, συμπάθεια και κατανόηση. Βλέπει με τα μάτια Του, ακούει με τα αυτιά Του, αντιδρά με τον νου Του, μιλάει με την καρδιά Του στους ανθρώπους, τους βυθισμένους στην ένδεια και τη στέρηση. Εμφανίστηκε στο πλήθος αυτό των ασθενών, είδε τον συγκεκριμένο άνθρωπο και του πρόσφερε την ίαση. Τη στιγμή εκείνη τα νερά δεν αναταράχτηκαν, δεν κινήθηκαν καθόλου ούτε κάποιος βούτηξε σ’ αυτά. Ο σαρκωμένος Υιός του Θεού, ο Θεός, τον προσέγγισε με τα ανθρώπινα γνωρίσματα του Ιησού Χριστού, και του είπε: «Σήκω πάνω, πάρε το κρεβάτι σου και γυρνά πίσω στο σπίτι σου. Ο Θεός σε είδε, ενώ οι άνθρωποι ούτε καν σε πρόσεξαν». Μπορεί ο Χριστός να τον αναγνώρισε και να τον επέλεξε ανάμεσα στους ανθρώπους εκείνου του πλήθους, γιατί είχε βασανιστεί τόσο πολύ καιρό, και βρισκόταν βυθισμένος στη μεγαλύτερη απελπισία.

Στη συνέχεια, ο Ιησούς συναντά εκείνο τον άνθρωπο στο ναό και του λέει: «Από δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτα χειρότερο». Τί σημαίνει τούτο το «μην αμαρτάνεις;» Ήταν δυνατόν ν’ αναμένει ο Χριστός από τον άνθρωπο εκείνο να γίνει τόσο εύκολα άγιος, εξαγνισμένος από κάθε αμαρτία, κηλίδα και κακία; Όχι βέβαια· η αμαρτία όμως δεν περιορίζεται μόνο στις πράξεις, τους λογισμούς και τη θέλησή μας. Αφορά και στην τοποθέτησή μας έναντι του Θεού, έναντι ημών των ιδίων και του πλησίον μας. Ασφαλώς και εμφανίζουμε ατέλειες στον τρόπο δράσης μας ή στη διαδικασία αντίληψης των πραγμάτων ή καρδιά μας μπορεί να μη φλέγεται ολοκληρωτικά από αγάπη, όμως το πνεύμα μας οφείλει να συντάσσεται στην παράταξη του Θεού. Ο Θεός κατευθύνθηκε προς τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ενώ οι συνάνθρωποί του δεν του είχαν δώσει την παραμικρή σημασία. Είναι δυνατόν να στραφεί τώρα προς το Θεό και να πει: «Έλα τώρα, εσύ έκανες ό,τι ήταν να κάνεις, όσο για μένα γυρνάω στο παρελθόν μου;». Αν λειτουργήσει μ’ αυτό τον τρόπο, χάνει τον σύνδεσμο με την ίδια την πηγή της ζωής, στην καινότητα και την πληρότητά της.

Τούτη η εξιστόρηση άφορα και σ’ εμάς. Μας συμβαίνει συχνά να δεχόμαστε το Θεό, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων προσώπων ή προσευχόμενοι ή ακόμη και έξω από την προσευχή· βιώνουμε κάτι το καινούργιο, αισθανόμαστε μία πληρότητα, μπαίνει στη ζωή μας ένα νέο γεγονός, άγνωστο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Καλούμαστε να δείχνουμε τη δέουσα προσοχή, να μην αποκομίζουμε από αυτό ατομικά, εγωιστικά οφέλη. Θυμηθείτε τα λόγια του πειραστή προς το Χριστό: «Θέλεις να μετατρέψεις τούτες τις πέτρες σε ψωμιά; Ε, τώρα, πεθαίνεις της πείνας, κι αφού είσαι Θεός, γιατί λοιπόν να μην το κάνεις;». «Όχι, δεν θα το κάνω, δεν θα χρησιμοποιήσω τη θεϊκή μου δύναμη αποκλειστικά για να ευχαριστηθώ ή για να καλύψω μία ανάγκη».

Όλοι εκείνοι μέσα στους οποίους έχει ανατείλει μια καινούρια δύναμη, μια νέα ζωή και χαρά, οφείλουν να μη ξεχνούν ότι όλα τούτα μας έχουν δοθεί για να έχουμε τη δυνατότητα να τα προσφέρουμε στους άλλους, ώστε να γινόμαστε οι αγωγοί διά μέσου των οποίων το φώς, η πληρότητα , η χαρά, η ζωή θα μπορούν να πολλαπλασιάζονται­ και να θριαμβεύουν πάνω στο σκοτάδι και το κακό.

(Anthony Bloom, «Συνάντηση με τον ζωντανό Θεό», εκδ.Εν πλω)