Θεολογία και ΖωήΟρθόδοξη πίστη

Οι πολιούχοι Άγιοι στην καθημερινή ζωή της Εκκλησίας μας.

4 Μαΐου 2010

Δρ. Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας

Η διαπροσωπική σχέση του ανθρώπου με το Θεό είναι σχέση ζωής, σχέση σωτηρίας. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός απευθύνεται στο Θεό όπως στον πατέρα του. Νοιώθει οικειότητα. Γνωρίζει καλά τα λόγια Του «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. γ’ 2) και αγωνίζεται να του ανοίξει την πόρτα της καρδιάς, για να εισέλθει Εκείνος, ο «πάντας ανθρώπους θέλων σωθήναι» (Α’ Τιμ. β’ 4). Και τούτο για να κατοικήσει μέσα του, να τον οδηγήσει στην αρετή, στην ολοκλήρωση, στη θέωση. Ο πιστός Χριστιανός θέλει να νοιώθει το Θεό μας, την Παναγία μας, τους Αγίους μας δικούς του, εντελώς δικούς του. Έτσι οι κτητικές αντωνυμίες δε λείπουν από τα χείλη του, όταν απευθύνεται σ’ αυτούς σε λύπες και σε χαρές. Βοήθα. Χριστέ μου σ’ ευχαριστώ. Θεέ μου πρόφθασε. Παναγία μου, δείξε τη χάρη σου. Άγιε μου.

Αύτη η οικειότητα με το Θείο που εκφράζεται μέσα από την κτητικότητα χαρακτηρίζει όλες τις ευσεβείς υπάρξεις, ανεξάρτητα φύλου, κοινωνικής καταστάσεως, παιδείας, ηλικίας. Και δεν είναι φαινόμενο σημερινό. Παρατηρήθηκε από τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια και δείχνει την άγαπητική σχέση, τη σχέση παιδιού προς πατέρα, παιδιού προς μάνα, αδελφού προς αδελφό. Επίσης δείχνει τη συναίσθηση της αδυναμίας του ανθρώπου μπροστά στη δύναμη του Θείου, που εκφράζεται με καταφυγή στις «τετελειωμένες ψυχές», στους Αγίους μας, τους οποίους εξευμενίζει και στέκεται με ευγενική διάθεση μπροστά τους, για να τους έχει αρωγούς στα καθημερινά του προβλήματα και ιδιαίτερα την ημέρα της Κρίσεως.

Οι Άγιοί μας είναι μέλη της ζώσας Εκκλησίας μας, είναι μέλη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας των ουρανών. Είναι ο ίδιος ο Κύριος μας «παρατεινόμενος εις τους αιώνας». Κάθε Άγιος είναι «ομοιοπαθής ημίν», όπως χαρακτηρίζει τον Προφήτη Ηλία ο Αδελφόθεος Ιάκωβος και ως άνθρωπος «τετελειωμένος» γνωρίζει τους πόνους, τις αγωνίες, τα προβλήματα, τους πειρασμούς, τις θλίψεις του ανθρωπίνου γένους. Ως εκ τούτου με την παρρησία που έχει αποκτήσει προς το Θεό με το μαρτύριο του σώματος του ή της συνειδήσεως του σπεύδει να βοηθήσει αυτούς που τον επικαλούνται, αυτούς που ζητούν την προστασία του.

Κάθε κοινωνία ανθρώπων, κάθε χωριό ή πόλη της Ορθόδοξης πατρίδας μας έχει τον Άγιό της. Δεν υπάρχει σημείο της ευλογημένης μας πατρίδος που να μην έχει ποτισθεί από τα αίματα των μαρτύρων της πίστεως ή τους ιδρώτες των ασκητικών κατορθωμάτων των οσίων μας. Αυτοί οι Άγιοι, άλλοι μικροί και άλλοι μεγάλοι, αφού «άλλη δόξα ηλίου και άλλη δόξα σελήνης και άλλη δόξα αστέρων αστήρ γαρ αστέρος διαφέρει εν δόξει» (Α’ Κορ. ιε’ 41), αποτελούν τους θεόκτιστους πύργους της πίστεως, που στερεωμένοι πάνω στο αρραγέστατο θεμέλιο, το Θεάνθρωπο Κύριο, πυργώνουν και φυλάσσουν τους φίλους Του, ευσεβείς χριστιανούς από τις επιδρομές των ορατών και αοράτων εχθρών. Κάθε ένας από τους Αγίους μας έχει τη φήμη του στο χριστεπώνυμο πλήρωμα και ανάλογα με το πόσοι τον επικαλούνται δείχνει και τη δύναμη της παρρησίας του προς τον Κύριο και των πρεσβειών του προς Αυτόν. Ρώτησαν κάποτε ένα όσιο Γέροντα: «Πότε, Γέροντα, θαυματουργούν οι Άγιοι»; Και εκείνος με πολλή φυσικότητα απάντησε: «Μα, όταν τον επικαλούνται πολύ οι άνθρωποι»! Έτσι έχουμε μεγάλους Αγίους, αυτούς που τους επικαλείται μεγάλο πλήθος πιστών και μικρούς ή τοπικούς Αγίους, αυτούς που τους επικαλούνται ολιγάριθμοι χριστιανοί.

Οι πιστοί του κάθε τόπου της Ορθόδοξης πατρίδας μας τιμούν ιδιαίτερα μερικούς Αγίους που είτε γεννήθηκαν στα μέρη τους, είτε ασκήτευσαν ή μαρτύρησαν ή ιεράτευσαν ή πέρασαν απ’ αυτά. Τιμούν επίσης και μερικούς Αγίους που έτυχε να έχουν παλιό ναό τους στη περιοχή τους ή θαυματουργή τους εικόνα σ’ αύτη. Αυτούς τους Αγίους τους ονομάζουν πολιούχους του τόπου ή πάτρωνες και πανηγυρίζουν με κάθε δυνατή μεγαλοπρέπεια τη μνήμη τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Ακολουθίες που ψάλλουμε αυτών των πολιούχων Αγίων κάθε τόπου οι πιστοί θέλουν ν’ ακούγεται και το όνομα της ευλογημένης τους πατρίδας και καμαρώνουν γι’ αυτή την αγιοτόκο ή αγιοτρόφο ή αγιοφρούρητη, γνωρίζοντας ότι η καύχησή τους αυτή μεταβαίνει στον ίδιο τον Κύριο, αφού «ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω» (Β’ Κορ. ι 17). Σημερινός Μητροπολίτης μου ζήτησε σύνταξη Ακολουθίας για την προστάτιδα Αγία της θεύσωστης επαρχίας του, αν και υπάρχει παλαιά γι’ αυτήν στα Μηναία της Εκκλησίας, που ν’ αναφέρεται στη τοπική προστασία και στα θαυμάσια που η Αγία έχει επιτελέσει σ’ αυτή την επαρχία τονίζοντας εμφατικά το όνομά της. Και τούτο γιατί ο πιστός θέλει ν’ ακούει το όνομα της πατρίδας του και να το συσχετίζει με την προστασία του πολιούχου του Αγίου νοιώθοντας τον δικό του, πνευματικό του κτήμα, άνθρωπό του στη Βασιλεία των Ουρανών. Έτσι γη και ουρανός νοιώθει ότι συναγάλλονται και συνεορτάζουν την ετήσια μνήμη του, την οποία τιμά με λαμπρότητα και ευλάβεια.

Ο πολιούχος Άγιος είναι ο προστάτης Άγιος του τόπου, ο ταχινός ιατρός του σε τυχόν επιδημίες και σε ζοφερές ανίατες ασθένειες, ο φύλακας του από ορατούς και αόρατους εχθρούς, ο φρουρός του από κάθε εχθρική επιδρομή, ο έφορός του στις ανάγκες και ο ρύστης του από συμφορές και κακώσεις. Με τη παρουσία του αισθάνεται ιδιαίτερη δύναμη και μακαρίζει τον εαυτό του που έχει οικείους του, όπως νοιώθει τους Αγίους μας, στην Άνω Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με τον προφήτη Ησαΐα: «Μακάριος, ως έχει οικείους εν Ιερουσαλήμ».

Ο πολιούχος Άγιος είναι ο υπερασπιστής του τόπου, ο προστάτης του, αυτός που συγκινεί τις καρδιές των πιστών προς αίνο και δοξολογία του αιώνιου Θεού μας και ύμνο των κατορθωμάτων του καθώς και της παρρησίας του προς τον φιλάνθρωπο Κύριο. Στην Ορθόδοξη πατρίδα μας η τιμή του πολιούχου Αγίου παίρνει επίσημες προεκτάσεις. Η πολιτεία διερμηνεύουσα τα αισθήματα των πιστών, αποφασίζει αργία την ημέρα της μνήμης του και λαμπρές εκδηλώσεις σεβασμού της. Η Εκκλησία συγκαλεί όλους σε κοινή ευωχία, στο μεγάλο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και σε πάγκοινο αγιασμό με την προσκύνηση της αγίας του εικόνας ή και των χαριτόβρυτων λειψάνων του, με λιτανεία «ανά τας ρύμας και τας οδούς της πόλεως» και με άλλες λατρευτικές εκδηλώσεις που κέντρο έχουν τον φερώνυμο του πολιούχου Αγίου Ναό.

Ο πολιούχος Άγιος του τόπου μπορεί να είναι γόνος του, όπως ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος, ο Άγιος Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς, ο Άγιος Νικόλαος ο Καρπενησιώτης. Μπορεί να μαρτύρησε στο τόπο εκείνο, όπως οι Άγιοι Τέσσαρες νεομάρτυρες στο Ρέθυμνο, οι Άγιοι Δημήτριος και Παύλος στη Τρίπολη, ο Άγιος Ανδρέας ο πρωτόκλη­τος στη Πάτρα, ο νεομάρτυρας Γεώργιος στα Ιωάννινα. Μπορεί να ήταν γέννημα του τόπου και να μαρτύρησε σε αυτόν, όπως ο Άγιος μυροβλύτης Δημήτριος στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί ν’ αρχιεράτευσε στο τόπο εκείνο, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης στη Θήβα, ο Άγιος Αχίλλειος στη Λάρισα, ο Άγιος Ιωάννης στη Ζίχνη, ο Άγιος Πέτρος στο Αργός. Μπορεί ν’ ασκήτευσε στο τόπο εκείνο και να σώζεται εκεί το πάνσεπτο λείψανό του, όπως ο Άγιος Γεράσιμος στη Κεφαλονιά και ο Άγιος Διονύσιος στη Ζάκυνθο. Μπορεί, αν και έζησε αλλού, να θησαυρίζεται το άγιο λείψανό του και να θαυματουργεί στο τόπο εκείνο, όπως ο Άγιος Σπυρίδωνας στη Κέρκυρα και η Αγία Αικατερίνα στο Σινά. Μπορεί να πέρασε και να έζησε κάποιο χρονικό διάστημα στο τόπο εκείνο. Όπως ο απόστολος Παύλος στη Κόρινθο και στη Βέροια. Μπορεί να υπάρχουν αρχαίοι ναοί με θαυματουργές εικόνες στα μέρη εκείνα, όπως της Αγίας Παρασκευής στη Χαλκίδα, της Αγίας Βαρβάρας στη Δράμα, της Αγίας Αικατερίνης στη Κατερίνη. Μπορεί να έχουν θαυματουργήσει στα μέρη εκείνα οι Άγιοι σε δύσκολες στιγμές στο παρελθόν και να τιμώνται ιδιαζόντως γι’ αυτό, όπως ο Άγιος Χαράλαμπος σε Πρέβεζα, τον Πύργο και τα Φιλιατρά και η Παναγία μας στον Ορχομενό Λειβαδιάς. Μπορεί τέλος να υπάρχουν χαριτόβρυτες εικόνες της Παναγίας μας, όπως της Υπαπαντής στη Καλαμάτα και της Φανερωμένης στη Λευκάδα.

Ποιός δε γνωρίζει τον πολιούχο Θεσσαλονίκης Άγιο Δημήτριο, που τρέχοντας με το άλογό του στα κάστρα της πόλεως έδιωχνε τους εχθρούς, ή έσωζε τη πύλη από τους καταστρεπτικούς σεισμούς; Πώς να λησμονήσουμε τον πρόξενο της ελευθερίας της Χίου και της Καστοριάς, τον Άγιο Μηνά; Πώς να μη συγκινηθούμε με τη θύμηση της Υπερμάχου Στρατηγού μας, της Νικοποιού Θεοτόκου, της πολιούχου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτής που «εκ παντοίων κινδύνων» ελευθέρωσε την Βασιλεύουσα;

Επειδή οι πολιούχοι Άγιοι είναι ο συνδετικός μας κρίκος με τη θριαμβεύουσα Εκκλησία, είναι «Πνεύματι θείω» οι μεταφορείς των αιτημάτων μας προς τον εύσπλαχνο και πανευΐλατο Κύριο, τους τιμάμε και τους μακαρίζουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές και επιζητούντες την ταχινή αρωγή τους και μεσιτεία, με πίστη και ευλάβεια τους παρακαλούμε. («Ελληνορθόδοξη πορεία» ανθολόγιο κειμένων. 2008)